HIDE

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

HIDE_BLOG

Breaking News

latest

Ο Σωτήρης Χαμακιώτης θυμάται……..Το Πανηγύρι

Ο Σωτήρης Χαμακιώτης* θυμάται…….. Το Πανηγύρι Το Καλαβρυτινό πανηγύρι είναι ένας θεσμός που κρατάει πάνω από 150 χρόνια. Όπως σ΄ όλα τα μέ...



Ο Σωτήρης Χαμακιώτης* θυμάται……..
Το Πανηγύρι
Το Καλαβρυτινό πανηγύρι είναι ένας θεσμός που κρατάει πάνω από 150 χρόνια. Όπως σ΄ όλα τα μέρη που γίνονται οι λεγόμενες «Εμποροπανηγύρεις», ο σκοπός ήταν πάντα ο ίδιος δηλ. η συγκέντρωση χιλιάδων ανθρώπων σ΄ ένα συγκεκριμένο μέρος, πόλη ή χωριό, με σκοπό την προσφορά, την πώληση και ανταλλαγή διαφόρων προϊόντων και ζώων. Πράγματα που ήσαν σημαντικά και απαραίτητα για τους κατοίκους των αγροτικών και ορεινών περιοχών, σε μια εποχή μάλιστα που τα δημόσια μέσα συγκοινωνίας βρίσκονταν ακόμη στα σπάργανα και τόσο το Ι.Χ. όσο και το «αγροτικό» ήταν εντελώς άγνωστα. 
Τα πανηγύρια γίνονταν συνήθως στο τέλος του Καλοκαιριού δηλ. μετά τη συγκομιδή των αγροτικών προϊόντων, ώστε οι άνθρωποι νάχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν τα αναγκαία, αφού πρώτα θα είχαν πωλήσει την όποια σοδειά τους. Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι την εποχή εκείνη, μιλώ για τη δεκαετία 1950, ο πληθυσμός της επαρχίας ξεπερνούσε τις 50 χιλιάδες, και ότι για τους περισσότερους ήταν αδύνατη η μετάβαση στις μεγάλες πόλεις, Αθήνα-Πάτρα, για ψώνια λόγω ανύπαρκτου οδικού δικτύου και Μέσων συγκοινωνίας και το σημαντικότερο για οικονομικούς λόγους.
Στα Καλάβρυτα το πανηγύρι, τα παλιά χρόνια, γινόταν του Αη-Λιος, στις 20 Ιουλίου, αρκετά νωρίς. Μετά άλλαξαν την ημερομηνία και την μετέθεσαν στις 21 Σεπτέμβρη, όπου διατηρείται ακόμη μέχρι σήμερα.
Κατά τη διάρκεια τόσο της Ιταλο-γερμανικής κατοχής όσο και στον αδελφοκτόνο εμφύλιο σταμάτησε η λειτουργία του, η οποία ξανάρχισε δειλά-δειλά το 1951, ένα γεγονός που συνδέθηκε άρρηκτα με την παιδική μας ηλικία. Μετά τα δύστυχα χρόνια που ακολούθησαν την καταστροφή του 1943 και τον εμφύλιο, το πανηγύρι ήταν για τα ρημαγμένα Καλάβρυτα μια όαση χαράς, το πρώτο λουλούδι που άνοιξε δειλά τα πέταλά του στον ανοιξιάτικο ήλιο, μετά από μια μακρά βαρυχειμωνιά.
Το περίμεναν όλοι με χαρά και ανυπομονησία, ιδιαίτερα τα παιδιά. Πρώτα -πρώτα έφερνε παντός είδους εμπορεύματα της εποχής εκείνης. Έτοιμα ρούχα, κάλτσες, φανέλες μάλλινες και πάρα πολλά υφάσματα, ιδίως γυναικεία, τα περίφημα «Τσίτια», με ζωηρά χρώματα, γιατί οι άνθρωποι, λόγω της μεγάλης φτώχειας, αναγκάζονταν να ράβουν τα ρούχα μόνοι τους.
Επίσης, έτοιμα παπούτσια και αρβύλες (όχι αμερικάνικες) κατά κανόνα χειροποίητες. Οι περισσότεροι τις παράγγελναν στους τοπικούς τσαγκάρηδες, που ήταν αρκετοί. Το πάνω μέρος γινόταν από «βακέτα», χονδρό δέρμα το οποίο το άλειφαν με «κοτόξυγκο» ή χοιρινό λίπος για να κρατιέται το δέρμα μαλακό και ταυτόχρονα γινόταν αδιάβροχο. Η χοντρή δερμάτινη σόλα είχε πέντε αράδες σιδερόπροκες, εξοπλισμός απαραίτητος για τους κακοτράχαλους δρόμους και μονοπάτια, σε μια περιοχή ορεινή, που το οδικό δίκτυο ήταν ανύπαρκτο. Μοναδική εξαίρεση οι δύο αμαξιτοί χωματόδρομοι, Πάτρα-Καλάβρυτα και Τρίπολη-Καλάβρυτα. 
Η τραγική κατάσταση των δρόμων φαίνεται από το γεγονός ότι το ταξίδι Καλάβρυτα-Πάτρα κράταγε πάνω από 5 ώρες, μέσα σ΄ ένα σύννεφο από σκόνη το καλοκαίρι και λασπόνερα το χειμώνα. Μια πραγματική οδύσσεια τόσο για τους άτυχους επιβάτες όσο και για τον ίδιο τον οδηγό. Για την ιστορία αναφέρω ότι πρωτοπόρος στον τομέα των συγκοινωνιακών Μέσων υπήρξε ο αείμνηστος Χαράλαμπος Πετράκος.
Μοναδική όαση στο συγκοινωνιακό τομέα εκείνη την εποχή αποτελούσε το τρενάκι μας ο συμπαθής «μουτζούρης», που «φρόντιζε» πάντα να μαυρίζει τους επιβάτες με τον καπνό του (ιδίως στις γαλαρίες), κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού 2 ωρών!!! Τόσο χρόνο χρειαζόταν για μια διαδρομή 21 χιλιομέτρων!!!
Στο πανηγύρι υπήρχε και μεγάλη ποικιλία κουζινικών δηλ. κατσαρόλες, μπρίκια (αλουμινένια), πιάτα και κύπελλα κυρίως εμαγιέ για να σπάνε εύκολα, υαλικά, μαχαιροπίρουνα κλπ .
Ένα είδος πρώτης ανάγκης ήταν τότε οι λάμπες πετρελαίου. Ολόκληρη η επαρχία μας δεν είχε ηλεκτρικό ρεύμα με μοναδική εξαίρεση τα Καλάβρυτα, όπου υπήρχε ρεύμα ακόμη και προπολεμικά από την ιδιωτική εταιρεία «Τσεκούρας-Τσαπάρας». Λοιπόν, η πετρελαιόλαμπα μαζί με τα λυχνάρια ήταν τα μοναδικά μέσα φωτισμού. Το φωτιστικό πετρέλαιο πουλιόταν μόνο από το κρατικό Μονοπώλιο μαζί με τα σπίρτα και το αλάτι, ευτυχώς σε χαμηλή τιμή. Υπήρχαν λάμπες απλές, μικρές, μεγάλες αλλά και πολυτελείας από πορσελάνη, οι οποίες σήμερα αποτελούν πραγματικές αντίκες μεγάλης αξίας. Και στα Καλάβρυτα ακόμη, ο κόσμος προτιμούσε τη χρήση της λάμπας από το ηλεκτρικό, γιατί ήταν πανάκριβο. Χαρακτηριστικά θυμάμαι ότι η τιμή της κιλοβατώρας ήταν 7 δρχ, ενώ μια οκά ( 1250 γρ) κρέας, τυρί, λάδι κόστιζαν 15 δρχ περίπου.
Το πανηγύρι εκτός από τα εμπορεύματα πρόσφερε στον τόπο και κάτι άλλο ίσως πιο σημαντικό. Μια ατμόσφαιρα πρωτόγνωρη, κοσμοπολίτικη, με πολυκοσμία, με μουσικούς ήχους, ένα τρόπο διασκέδασης, μία αίσθηση ξενοιασιάς, ένα σπάσιμο της απομόνωσης και της μονοτονίας, μια γλυκιά βαβούρα. Με φωνές δυνατές διαλαλούσαν οι έμποροι την πραμάτειά τους, ενώ κάτι περίεργοι τύποι, μικροαπατεώνες από την περίφημη οδό Μαρκάτου της Πάτρας, προσπαθούσαν να εξαπατήσουν τους απλοϊκούς χωριάτες υποσχόμενοι κέρδη, αν συμμετείχαν σε κάτι λοταρίες. Αυτοί μας πρωτόμαθαν τι σημαίνει καζίνο. Κάποιος έστηνε κάθε χρόνο ένα «μίνι» καζίνο. Πάνω σ΄ ένα μεγάλο τραπέζι έστρωνε ένα μεγάλο μουσαμά που απεικόνιζε όλα όσα δείχνει ένα τραπέζι σε καζίνο. Αριθμοί, χρώματα και φυσικά η περίφημη μπίλια. Έτσι κάθε βράδυ πολλοί περίεργοι, παρά τη φτώχεια τους, δοκίμαζαν την τύχη τους και κατά κανόνα έφευγαν φτωχότεροι από ό,τι ήρθαν.
Αυτό που κυριαρχούσε ιδίως τα βράδια ήταν οι ήχοι, ήχοι της παλαιάς γνήσιας δημοτικής μουσικής. Πρώτη φορά, μετά από τα μαύρα χρόνια, ακουγόταν για μια περίπου εβδομάδα και ο κόσμος, οι βασανισμένοι και χαροκαμένοι αυτοί άνθρωποι, δεν εννοώ τις μανάδες μας, αλλά ανθρώπους των γύρω χωριών, άρχιζε δειλά-δειλά να ξαναδιασκεδάζει, ενώ τα παιδιά πρωτομάθαιναν τι θα πει διασκέδαση. Κάθε βράδυ στα δυο μεγάλα καφενεία του Πάνου «Γαρουφάλη»( Παν. Σωτηρόπουλος) στην κεντρική πλατεία και στα «Αϊδόνια» των «Γουταίων» (Αφοί Αναστασόπουλοι) απέναντι από την Εθνική Τράπεζα, γινόταν χαμός. Ζωντανή δημοτική μουσική από γνήσιους λαϊκούς οργανοπαίκτες, κλαρίνο, βιολί, κιθάρα, σαντούρι. Μεγάλοι καλλιτέχνες, δεξιοτέχνες μουσικών οργάνων, εκτός των ντόπιων π.χ. Χρύσανθος Αλεξόπουλος, παρέλασαν από τα νυχτερινά πάλκα , ο Σούκας, ο Βασιλόπουλος, ο Καρακώστας, ο Λαβίδας στα ονόματα των οποίων προστέθηκε και το όνομα του θρύλου του σαντουριού, του αείμνηστου Αριστείδη Μόσχου, που έπαιξε μια χρονιά στα Καλάβρυτα. Σε αντίθεση με τη σημερινή εποχή που προκαλεί θλίψη το θέαμα διαφόρων «ντιζέζ», οι οποίες προσπαθούν να αναπληρώσουν την έλλειψη φωνής με προκλητικές εμφανίσεις και επίδειξη σωματικών προσόντων!
Ο κόσμος διασκέδαζε. Παρά τη φτώχεια και την ανέχεια κάθε βράδυ είχαμε γλέντια τρικούβερτα, ίσως γιατί ο κόσμος μετά από τόσα χρόνια φτώχειας, δυστυχίας και σκοτωμών είχε απόλυτη ανάγκη να το ρίξει έξω και κάποιοι γελώντας έλεγαν « η φτώχεια θέλει καλοπέραση». Κι ο κόσμος δεν ήταν απλά φτωχός αλλά πάμφτωχος. Οι σημερινοί νέοι δεν μπορούν καν να φανταστούν το μέγεθος της φτώχειας. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι εκατοντάδες ίσως και χιλιάδες άνθρωποι φορούσαν για παπούτσια τα λεγόμενα «γουρνοτσάρουχα», αυτοσχέδια παπούτσια καμωμένα από τομάρια γουρουνιών. Ή τα παπούτσια αντί για δερμάτινες σόλες είχαν λαστιχένιες από παλιά ελαστικά αυτοκινήτων!
Ένα από τα αξιοθέατα ή ατραξιόν του πανηγυριού ήταν και ο «Βάκης», ένα μικρόσωμο ανθρωπάκι δηλ. νάνος που τον έφερνε κάποιος κάθε χρόνο στα Καλάβρυτα. Φορούσε φουστανέλα ή νησιώτικη βράκα και χόρευε δημοτικούς χορούς ιδίως τσάμικο. Διέθετε και χιούμορ, διηγούμενος διάφορες ιστορίες ότι π.χ πολέμησε στην Αλβανία τους Ιταλούς και άλλα ανδραγαθήματα! Ήταν και λίγο ποιητής και συχνά απάγγειλε το παρακάτω τετράστιχο:
Μη θωρείς κοντό-κοντό
και κοντολαλημένο
γιατ΄ έχω μες στη βράκα μου
το διάολο κρυμμένο. 
Το αφεντικό του για να προσελκύσει το ενδιαφέρον του κόσμου, γιατί η παράσταση είχε εισιτήριο, τον διαφήμιζε με διάφορα κοσμητικά επίθετα με το πιο χαρακτηριστικό τη φράση: «Ελάτε κορίτσια να δείτε γαμπρό που σας έφερα». 
Ίσως ο πιο απίθανος τύπος του πανηγυριού ήταν ο περίφημος «οδοντογιατρός» ή όπως ο ίδιος αυτοαποκαλείτο ο «διαβολογιατρός». Το πραγματικό του όνομα ήταν Λιακόπουλος και κάθε χρόνο, είχε το στέκι του, ένα απλό τραπεζάκι και μία ψάθινη καρέκλα, εκεί που βρίσκεται σήμερα το Ζαχαροπλαστείο του Αβραμόπουλου, ακριβώς απέναντι από το κουρείο του αείμνηστου Φίλιππα Ζησιμόπουλου…..
Πούλαγε κάποια άσπρη σκόνη, η οποία πράγματι έκανε τα κιτρινισμένα δόντια των χωριατών(ποιος χρησιμοποιούσε τότε οδοντόκρεμα ) κάτασπρα. Φώναζε κάποιον «εθελοντή» από το πλήθος για να κάνει την επίδειξη. Βλέποντας οι γύρω τα θαυματουργικά αποτελέσματα της σκόνης αγόραζαν αμέσως. Το κύριο όμως «επάγγελμά» του ήταν το βγάλσιμο των χαλασμένων δοντιών. Δεν είχε φυσικά τανάλια οδοντογιατρού, αλλά ένα παράξενο κόκαλο ζώου, πιθανόν ένα στριμμένο κέρατο από μικρό κατσίκι και μ΄ αυτό έκανε την «εξαγωγή». Οι άνθρωποι ήσαν δύσπιστοι και φοβούνταν. Έχοντας κερδίσει κατά κάποιο τρόπο την εμπιστοσύνη τους με τη σκόνη, προσπαθούσε να τους πείσει να δεχτούν να καθίσουν στην «οδοντιατρική καρέκλα».
Πολλοί άνθρωποι είχαν τότε χαλασμένα δόντια και υπέφεραν από πόνους και το σκέφτονταν να πάνε σε επιστήμονα οδοντογιατρό, γιατί κόστιζε ακριβά και λεφτά δεν υπήρχαν. Τελικά μετά την «πλύση εγκεφάλου» που τους έκανε, ήταν πολυλογάς και πολύ πειστικός, κάποιος «τολμηρός» αποφάσιζε να κάνει το πρώτο βήμα. Η επέμβαση γινόταν στην ψάθινη καρέκλα που καθόταν ο «ασθενής», ο οποίος ήταν κατακίτρινος συνήθως από το φόβο του και έτρεμε κυριολεκτικά! Ο «διαβολογιατρός» με μαεστρία και απίστευτη ταχύτητα έβγαζε σχεδόν αμέσως το χαλασμένο δόντι. Έβαζε στην πληγή τη θαυματουργική σκόνη του, η οποία φαίνεται ότι ενεργούσε και για παυσίπονο, και ο πόνος πέρναγε αμέσως! Για να αποδείξει μάλιστα, τόσο στον ασθενή όσο και στους περίεργους που είχαν μαζευτεί γύρω του, ότι δεν πονάει καθόλου, έβαζε στο κενό που δημιουργήθηκε ένα κομμάτι ξύλο και τον διέταζε να το δαγκώσει. Τότε ο «γιατρός» τούδινε ένα δυνατό κτύπημα στο κάτω μέρος του σαγονιού του και γελώντας έλεγε : «έλα να φας τώρα ένα «μπαχλαβά» και προς μεγάλη έκπληξη των θεατών ο «ασθενής» βεβαίωνε ότι δεν πόνεσε. Ο «γιατρός», όπως ήταν φυσικό, γυρνώντας προς το πλήθος έλεγε με θριαμβευτικό ύφος: «είδατε τι σας έλεγα, δεν πόνεσε καθόλου». Μετά από αυτή την πετυχημένη επίδειξη, οι άνθρωποι ξεθάρρευαν και δέχονταν πιο εύκολα ν΄ απαλλαγούν από τα χαλασμένα δόντια τους τις «κουφάλες», όπως έλεγε χαρακτηριστικά.
Άφησα τελευταίο το δεύτερο μέρος του πανηγυριού, τη ζωοπανήγυρη. Ήτα εξίσου σημαντικό σε μια εποχή που τα ζώα ήταν το αποκλειστικό μέσο μεταφοράς για τους ανθρώπους. Δεν υπήρχε οικογένεια που να μην έχει το ζώο ή τα ζώα της. Την πρώτη θέση κατείχαν τα συμπαθητικά γαϊδουράκια, οι ακούραστοι βοηθοί των ανθρώπων, κάτι σαν το σημερινό Ι.Χ ή αγροτικό.
Το πανηγύρι έδινε τη δυνατότητα, χάρις στη μεγάλη συγκέντρωση εκατοντάδων μεγάλων ζώων, γαϊδούρια, μουλάρια, άλογα, βόδια, σ΄ όσους ήθελαν να πουλήσουν ή να αγοράσουν. Η συγκέντρωση γινόταν σε μεγάλα χωράφια και κάθε χρόνο σε διαφορετικό μέρος. Στο μεγάλο χωράφι της «Ζαχλωρίτισσας», στη θέση του σημερινού δικαστικού μεγάρου, στην «Καλαβρυτινή» ή στο μεγάλο χωράφι των «Τσαβαλαίων» πάνω από την πλατεία του «Χελμού». Δε νομίζω ότι πλήρωναν κάποιο νοίκι. Η αμοιβή στον ιδιοκτήτη του χωραφιού ήταν η λίπανση από την κοπριά των εκατοντάδων ζώων, που εγγυούνταν την επόμενη χρονιά μια πλούσια σοδειά 
Ο κύριος σκοπός του πανηγυριού ήταν οι αγοροπωλησίες ζώων. Μέσα σ΄ αυτό το μεγάλο αλισβερίσι ξεχώριζαν κάποιοι άνθρωποι οι λεγόμενοι «Τσαμπάσηδες», ένα είδος χονδρεμπόρων ζώων. Αγόραζαν φτηνά τα ζώα από άλλα μέρη και τάφερναν στο πανηγύρι για μεταπώληση με το ανάλογο κέρδος. Ήταν χαρακτηριστικοί τύποι, έξυπνοι, αεράτοι, κοσμογυρισμένοι και έδιναν με την παρουσία τους ένα ιδιαίτερο τόνο στις συναλλαγές. Πεζοί με το καμουτσίκι τους ή καβάλα στο στολισμένο με χαϊμαλιά και απλάδι άτι τους, με «αριστοκρατικό» ύφος παρήλαυναν στους δρόμους της πόλης. Ένα επάγγελμα που δυστυχώς μαζί με τόσα άλλα εξαφανίστηκε για πάντα.
Σημαντικό ρόλο, επίσης, έπαιζαν οι «γύφτοι». Η παρουσία τους έδινε ένα ξεχωριστό χρώμα στο πανηγύρι. Έφερναν ζώα, κυρίως γαϊδούρια, για ανταλλαγή. Σκοπός τους ήταν πάντα να κερδίσουν δηλ προσπαθούσαν να ανταλλάξουν το ζώο τους μ΄ένα άλλο αλλά παίρνοντας κάτι παραπάνω από τον αγοραστή. Η φιλοσοφία τους συνοψίζονταν στη φράση: «Τράμπα και απανωτίμι» δηλ. ανταλλαγή και παραπάνω τιμή. Οι συναλλαγές με τους «γύφτους» έκρυβαν πάντα ένα μεγάλο ή μικρό ρίσκο. Προσπαθούσαν γενικά να εξαπατήσουν τους αγοραστές π.χ γυαλίζοντας τα δόντια των γέρικων ζώων ή βάφοντάς τα με φούμο για να φαίνονται νεότερα. Αν όμως τύχαινε να βρέξει, πράγμα όχι σπάνιο στα τέλη του Σεπτέμβρη, επακολουθούσαν κωμικοτραγικές στιγμές με τα ξεβαμμένα ζώα! 
Το ζωοπανήγυρο κράταγε συνήθως γύρω στις 3 μέρες σ΄ αντίθεση με τις 6-7 ημέρες του εμπορικού μέρους.
Στις 26 με 27 Σεπτέμβρη το πανηγύρι διαλυόταν και μεταφερόταν στις 28 στα Μαζέικα, τον τελευταίο σταθμό του στην επαρχία μας. Το τέλος του σήμαινε οριστικά και το τέλος το καλοκαιριού. Μια αόρατη μελαγχολία πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Η πόλη ξαφνικά ερήμωνε, οι μέρες μίκραιναν και τα πρωτοβρόχια, που στα ορεινά έρχονται πάντα νωρίς, έκαναν την εμφάνισή τους. Ο βαρύς Καλαβρυτινός χειμώνας με το τσουχτερό κρύο, τις πρώτες παγωνιές, τις ατελείωτες ομίχλες και τα χιόνια ήταν πολύ κοντά 
Για μας τους μαθητές πέραν απ΄ όλα αυτά σήμαινε το οριστικό τέλος της ανεμελιάς, των ατέλειωτων παιχνιδιών των καλοκαιρινών διακοπών. 
Την 1η Οκτώβρη άρχιζε το νέο σχολικό έτος και κάθε κατεργάρης πήγαινε στον πάγκο του. Τα αγόρια είχαν ένα ακόμη σοβαρό λόγο να νοιώθουν μελαγχολία και λύπη. Ήταν ο «βάρβαρος» σχολικός κανονισμός του υποχρεωτικού κουρέματος των μαλλιών με την «ψιλή». Μετά από μια μεγάλη προσπάθεια στους τρεις καλοκαιρινούς μήνες και αφού επί τέλους είχαμε καταφέρει να τα «στρώσουμε» δηλ. είχαν μεγαλώσει αρκετά , ώστε να χτενίζονται, έπρεπε πάλι να τα ξανακόψουμε. Στα κουρεία των Π. Μπρατσάκη, Φ. Ζησιμόπουλου, Κ. Γλαράκη και Ανδρέα Πλάτανου( ανεξήγητο πως ο Πλάτων έγινε Πλάτανος) συντελούνταν η μεγάλη «Σφαγή». Θρήνος και οδυρμός στην αγορίστικη μαθητική κοινωνία. 
Ακόμη και σήμερα μετά από 50 χρόνια, βλέποντας τα σημερινά αγόρια να χαίρονται τα πλούσια μαλλιά τους, δεν μπορώ να καταλάβω, γιατί στην εκπαιδευτική κοινότητα της εποχής και ειδικά στο Υπουργείο Παιδείας επικρατούσε αυτή η νοσηρή και απαράδεχτη νοοτροπία, η οποία στο πρόσωπο των περισσοτέρων Γυμνασιαρχών και καθηγητών άγγιζε τα α όρια του σαδισμού, αφού η μη συμμόρφωση σήμαινε αυτόματα και αποβολή των μαθητών από το σχολείο. Υποτίθεται ότι σαν ενήλικες και σχετικά μορφωμένοι άνθρωποι, θάπρεπε και μάλιστα εξ ιδίας πείρας να γνωρίζουν ότι η ίδια η ζωή φροντίζει, ώστε οι περισσότεροι άνδρες αργά ή γρήγορα να χάσουν τα μαλλιά τους. Γιατί, ενώ το γνώριζαν πολύ καλά, δεν μας άφηναν να τα χαρούμε στην εφηβεία μας, τότε που τα είχαμε όλοι τόσο πλούσια! Αυτό το ερώτημα μένει μέχρι σήμερα αναπάντητο. Αυτό το «έγκλημα» οι απανταχού της ελληνικής γης μαθητές δεν πρόκειται να τους το συγχωρήσουμε ποτέ. 
*Ο Σωτήρης Χαμακιώτης γεννήθηκε στα Καλάβρυτα το Νοέμβριο του 1937. Θύμα του Καλαβρυτινού ολοκαυτώματος, συμμετείχε στην ομάδα των 33 παιδιών που μετέβησαν να σπουδάσουν στη Γερμανία. Εργάστηκε επί τετραετία στη BAYER και επί 40 έτη στην OSRAM, τα τελευταία δε έτη ως διευθυντικό στέλεχος. Δηλώνει αθεράπευτα ρομαντικός με τα Καλάβρυτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Ακολουθήστε το kalavrytanews.com στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Ακολουθήστε το ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ-NEWS σε Instagram, Facebook και Twitter.