Navigation

Εκκλησία και Κράτος «Διαλογική Σχέση και Δράση»

Του Θανάση Παλούμη (*)
Κατά καιρούς γίνεται πολύς λόγος για τις σχέσεις μεταξύ εκκλησίας και κράτους. Οι λέξεις μπερδεύονται με τις έννοιες και οι έννοιες παρασύρονται μέσα στο μοντέρνο πνεύμα της νεοτερικότητας και των αυτοαποκαλούμενων προοδευτικών δυνάμεων, παρασύροντας μαζί τους λογική και ευαισθησία. Λογική απέναντι στην κρισιμότητα των περιστάσεων και έλλειψη ευαισθησίας απέναντι στην ιστορική συνείδηση και μνήμη!
Η διαλεκτική σχέση των δύο θεσμών βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή, γεγονός που δεν ευνοεί την συνεργασία και τον διάλογο μέσα σε ένα κοινό πλαίσιο δράσης. Το κοινό πλαίσιο δράσης κρίνεται απαραίτητο, όχι μόνο για λόγους αρχής και ισοτιμίας· δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να παραβλέπεται από την πολιτεία, ποια τελικά είναι η εκκλησία.
Με απόλυτα ορθολογιστικούς όρους, η εκκλησία χαρακτηρίζει το σύνολο των πιστών. Επομένως, πρωτίστως, κάνουμε λόγο για σχέση μεταξύ λαού και ηγεσίας. Καθήκον της πολιτικής ηγεσίας είναι να βρίσκεται κοντά στον λαό, να ακούει την βούλησή του και να διαμορφώνει πολιτικές που να την αντανακλούν.
Ιστορικά, η ελληνική εκκλησία συμπορευόταν με τους πολιτειακούς θεσμούς και διαχρονικά αυτή η σχέση ήταν αδιατάρακτη. Λαμπερά παραδείγματα αποτελούν οι ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, οι οποίες συνάζονται και συναθροίζονται στους κόλπους της εκκλησίας.
Όταν οι Έλληνες χάνουν την ορθοδοξία τους, χάνουν και τον ελληνισμό τους! Ωστόσο οι ρόλοι εκκλησίας και πολιτείας είναι διακριτοί, και πέραν αυτού η πρώτη σε καμιά περίπτωση δεν ασπάζεται τον πολιτικό λόγο· υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός στην αυτοτέλεια κάθε πλευράς. Με μια πρόχειρη ματιά, αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι η εκκλησία αφορά, κυρίως, την μύηση στον ηθικό βίο και όχι την πολιτική διαπαιδαγώγηση.
Συνιστά τον θεματοφύλακα και προασπιστή της παράδοσης, των ηθών και εθίμων μας και ακριβώς σε αυτό το σημείο βρίσκεται η χρυσή τομή, για την αποκατάσταση των σχέσεών της με το κράτος, καθώς η προστασία της φυλετικής μας ταυτότητας είναι ευθύνη, αρχικά, της πολιτείας.
Λαογραφικές και εθνολογικές έρευνες παρουσιάζουν τους νεοέλληνες πιστούς στην παράδοση και τα έθιμα των προγόνων τους. Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί η γλώσσα, η πνευματική και θρησκευτική συνείδηση και ο ελληνικός τρόπος ζωής, ο οποίος αποτυπώνεται ιδιαίτερα στην φιλοπατρία και την φιλοθεΐα.
Η ιδέα και η αγάπη για την πατρίδα και το Θείο αποτελούν συνεκτικά συστατικά στοιχεία της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας, στοιχεία που κάποτε ένωσαν τον λαό μας για έναν κοινό σκοπό. Η ελληνική εκκλησία, λοιπόν, καλλιεργεί το θρησκευτικό βίωμα με προσανατολισμό στην ιδέα του θείου, χωρίς φανατισμό και μισαλλοδοξία, ενώ απουσιάζουν, παντελώς, φαινόμενα προσηλυτισμού.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Συντάγματος: «Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού». Η λέξη «επικρατούσα» έχει μεγάλη σημασία, διότι   υποδεικνύει την πίστη που υπερισχύει στη χώρα μας, εν αντιθέσει με άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όπου χρησιμοποιούνται οι όροι επίσημη ή εθνική θρησκεία. Επιπλέον, ζητήματα που αφορούν τον πολιτικό ή θρησκευτικό όρκο, το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας ή της ανεξιθρησκίας, είναι ζητήματα που έχουν λυθεί σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία και τη συνταγματική τους κατοχύρωση. Το ελληνικό Σύνταγμα διασφαλίζει ατομικά, κοινωνικά και συλλογικά δικαιώματα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από αντίστοιχα ευρωπαϊκά, αυτό σημαίνει ότι μιλούμε για κράτος δικαίου κατ’ ουσία και όχι κατ’ ευφημισμό.  
Γιατί, λοιπόν, σήμερα γίνεται τόσος λόγος και τόση φασαρία για το τίποτα; Γιατί φτάσαμε στο σημείο να σκεφτόμαστε τον πλήρη διαχωρισμό της εκκλησίας από το κράτος; Γιατί θέλουμε, για μια ακόμα φορά, να εφαρμόσουμε στην Ελλάδα συστήματα που δεν της ταιριάζουν;
Μια σύντομη ιστορική αναδρομή υποδεικνύει ότι ο δεσμός  ορθοδοξίας και ελληνισμού είναι μεγαλύτερος από ό,τι νομίζουμε και διέρχεται τρία στάδια, αρχής γενομένης από το Βυζάντιο, ακολουθεί η περίοδος της τουρκοκρατίας και τέλος η περίοδος του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Η ορθόδοξη θρησκευτική πίστη αποτελεί στοιχείο  εθνικής συνείδησης, μάλιστα το αποφασιστικό βήμα που σφυρηλάτησε αυτή την σχέση πραγματοποιήθηκε, κυρίως, κατά την διάρκεια των σκληρών αγώνων για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, με την εκκλησία να διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο.
Στο ιστορικό συνεχές, το «υπέρ βωμών και εστιών» μετουσιώνεται στο «υπέρ πίστεως και πατρίδος», ο Λεωνίδας συναντά τον Αθανάσιο Διάκο, τον Παπαφλέσσα, τον Γαβριήλ στο Αρκάδι, τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο, τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, τον Γερμανό Καραβαγγέλη και ο Παρθενώνας συναντά την Αγιά Σοφιά για να γονιμοποιήσουν εκ νέου την ανάσταση του γένους στην ιστορική Mονή της Αγίας Λαύρας των Καλαβρύτων, τη μήτρα του νεότερου Ελληνισμού.
Σε καμιά χώρα το παρελθόν δεν είναι τόσο παρόν όσο στην Ελλάδα, απόσταγμα και συμπύκνωμα χιλιάδων ετών, η επικοινωνία με το πνεύμα των προγόνων είναι συνεχής και αδιάσπαστη. Αυτό κατανόησε και ο εθνικός μας ποιητής όταν «υπέγραψε» την παρακαταθήκη του ελληνισμού…
« Τέτοια αφήστενε φροντίδα·
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή»
 (Εθνικός  ύμνος,  στροφή 148).
Αποτυπώνοντας στον εθνικό ύμνο τις ιδεολογικές συνιστώσες του έθνους, Πατρίδα – Θρησκεία  – Ελευθερία, ο πατέρας του γένους, μας διδάσκει, ότι χάρη στην θρησκευτική μας πίστη και πνευματική  κληρονομιά απεφεύχθη η φυλετική και ηθική μας διάβρωση στο πέρασμα των αιώνων.
(*) Ο Θανάσης Παλούμης είναι Σύμβουλος Επικοινωνίας.


ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: