Navigation

ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ: Τα Έθιμα του γάμου (Μέρος Γ΄: Έθιμα την ημέρα του γάμου)

Έθιμα του γάμου (Μέρος Γ΄: Έθιμα την ημέρα του γάμου)
Τα Έθιμα του γάμου (Μέρος Α΄: Το προξενιό) - Το πρώτο μέρος διαβάστε το εδώ
Έθιμα του γάμου (Μέρος Β΄: Προετοιμασίες) - Το δεύτερο μέρος διαβάστε το εδώ

γράφει ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος

H μεγάλη ημέρα, η Κυριακή, ξημερώνει και όλα έχουν ετοιμαστεί. Τα σπίτια το ένα μετά το άλλο κλείνουν για να πάνε όλοι στο γάμο, φορώντας τα αλλού καλύτερά τους ρούχα, σαν στην Ανάσταση! Όσοι θα συνόδευαν το γαμπρό με τα ζώα, έπρεπε να έχουν φροντίσει και για το στολισμό του αλόγου με άσπρα μαντήλια. Έπρεπε, ακόμα, να έχουν έτοιμο το καλύτερο πολύχρωμο υφαντό απλάδι, να στρώσουν στο σαμάρι. Και ήταν πολλοί αυτοί που
θα συνόδευαν. Ακόμα και οι σημερινοί πενηντάρηδες ίσως να θυμούνται γάμους, που η κεφαλή της πομπής ήταν στη μια άκρη του χωριού και την ουρά στην άλλη!  
Όσο η μεγάλη στιγμή πλησιάζει, τόσο οι καλεσμένοι της κάθε οικογένειας μαζεύονται στο σπίτι. Τα δώρα στο ζευγάρι δεν ήταν συνηθισμένα στο παρελθόν, παρά μόνο από τους κοντινούς συγγενείς. Το κρασί της σπιτικής παραγωγής άφθονο. Τα γλυκά «πάνε κι έρχονται», να μην μείνει κανένας αφίλευτος. Το ίδιο και οι μεζέδες για όσους πίνουνε. Στο γάμο έχουν δικαίωμα να πιούν λίγο παραπάνω και οι γυναίκες!
Το ξύρισμα του γαμπρού γίνεται με τραγούδι, πειράγματα, κέφι και πολλά αστεία από τους ελεύθερους συγγενείς και φίλους του, λίγο πριν ξεκινήσουν για την εκκλησία. Μεγαλύτεροι θυμούνται πως γινόταν το Σάββατο, πριν φύγει η αποστολή για την παραλαβή της προίκας.
Αφού όλοι έχουν ετοιμαστεί, η μεγάλη πομπή με τα ζώα, τους καβαλάρηδες και τα ταβούλια*, ξεκίναγε με ντουφεκιές στον αέρα. Μπροστά πήγαινε ο πατέρας  του γαμπρού, κι αν αυτός δεν ήταν στη ζωή, κάποιος άλλος πολύ κοντινός συγγενής, π.χ. μπάρμπας. Ακολουθούσανε ο γαμπρός, με το καλύτερο άλογο και ο κουμπάρος. Παραπίσω τα ταβούλια, δύο γυναίκες, ένας άντρας. Ξανά δυο γυναίκες, ένας άντρας, μέχρι το τέλος, πάντα τραγουδώντας.
Πριν ακόμα φτάσει η πομπή στα πρώτα σπίτια του χωριού ή του μαχαλά, πάλι ντουφεκιές. Τότε, μια ομάδα της συνοδείας ορισμένη από το γαμπρό, νεότεροι και με γρήγορα άλογα, οι «συ(γ)χαριάτες», τρέχουν καλπάζοντας και πάνε στο σπίτι της νύφης. Εκείνος που φτάνει πρώτος παίρνει σαν έπαθλο τη ντεμέλα**, ο δεύτερος την τσίτσα** και ο τρίτος ένα λευκό μαντήλι στο πέτο. Η σημασία των καβαλάρηδων που πήγαιναν στο σπίτι της ήταν: Ο γαμπρός σε λίγο θα είναι στην εκκλησία και η νύφη πρέπει να ξεκινήσει! Ύστερα από ένα βιαστικό κέρασμα και τις ευχές που το ακολουθούν, οι συ(γ)χαριάτες ξαναγυρίζουν τρέχοντας, να συναντήσουν την πομπή του γαμπρού, στα χέρια του οποίου παραδίδουν τη ντεμέλα, που έχει την έννοια ότι η νύφη ξεκινάει!
Το ντύσιμο και το στόλισμα της νύφης από ελεύθερα κορίτσια, φτάνει στο τέλος του. Ο κουμπάρος, με μια πολύ μικρή συνοδεία μόνο, πηγαίνει στο σπίτι της κι ασημώνει τα παπούτσια μέχρι να… χωρέσουν στα πόδια της(!) και τότε αυτή τα φοράει. Στο μεταξύ, αφού τα ταβούλια πάνε το γαμπρό στην εκκλησία, γυρίζουν να συνοδέψουν τη νύφη. Ο κουμπάρος την παίρνει αγκαζέ και φεύγουν, για να την παραδώσει στο γαμπρό και ν’ αρχίσει το μυστήριο. Ακολουθούν κι όλοι οι άλλοι, τραγουδώντας σε όλη τη διαδρομή. Μεγαλύτεροι θυμούνται πως η μάνα της δεν συνόδευε, παρά έμενε στο σπίτι με λίγους γειτόνους και συγγενείς, για να τους καρτερέσουν στεφανωμένους. Εκεί συντόνιζε και τις τελευταίες λεπτομέρειες για το μεγάλο γαμήλιο τραπέζι, με τα πολλά σφαχτά που είχαν ετοιμαστεί και τεμαχιστεί από την προηγούμενη μέρα.
Νυφικές ανθοδέσμες και φιλιά του γαμπρού με τη νύφη, δεν τα «ηξέρανε» παλιότερα. Αν κάποιος από τους συγγενείς ήταν ερασιτέχνης φωτογράφος, το ζευγάρι ήταν πολύ τυχερό: Κράταγαν τις αναμνήσεις του γάμου τους ολοζώντανες για τους ίδιους, τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους! Μόνο αν οι οικογένειες ήταν κάπως εύπορες καλούσαν επαγγελματία φωτογράφο από την κοντινότερη πόλη.
Σύμφωνα με το τυπικό της Εκκλησίας, πριν ο παπάς αρχίσει το μυστήριο, ρώταγε το ζευγάρι, απευθυνόμενος πρώτος στο γαμπρό, με τ’ όνομά του:
- Θέλεις την … για γυναίκα σου;
Κι αφού έπαιρνε τη θετική απάντηση, απευθυνότανε μετά στη νύφη με το δικό της όνομα:
- Θέλεις τον … για άντρα σου;
Μετά την επίσημη και ενώπιον Θεού και ανθρώπων θετική απάντηση και των δύο, αρχίζει το μυστήριο.
      Ο γάμος γίνεται στο χωριό της νύφης, στην εκκλησία του μαχαλά, ή της γειτονιάς της, εκτός αν υπάρχει τάμα που ορίζει διαφορετικά. Παλαιότερα γινότανε και στο σπίτι της. Στο τέλος του μυστηρίου, ένας-ένας οι καλεσμένοι περνάνε, χαιρετάνε κι εύχονται στο νέο ζευγάρι. Ασπάζονται πρώτα τα στέφανα, που μένουνε στο κεφάλι των νεονύμφων μέχρι να χαιρετίσει και ο τελευταίος. Ένα άλλο έθιμο είναι να χτυπάνε οι συγγενείς της νύφης σκαμπίλια το γαμπρό, συνήθως δυνατά, επειδή  τους την «πήρε»! Ακόμα, μαζί με το ρύζι, ρίχνουνε και κουφέτα, που μπορεί, άθελά τους να προξενήσουν ζημιές σε εικόνες, καντήλια, ή και να τραυματίσουν κάποιον ελαφρά.
Βγαίνοντας μετά στην αυλή της εκκλησίας, «επαίρνανε» ένα χορό εκεί, γαμπρός, νύφη και κουμπάρος, με τα ταβούλια, ή  με το «στόμα» και με τη συνοδεία πυροβολισμών. Όργανα είχανε σε πολύ λίγους γάμους και, οπωσδήποτε, οι κάποιας οικονομικής δύναμης οικογένειες.
Μετά απ’ όλ’ αυτά, ξεκίναγαν καβαλάρηδες για το σπίτι του γαμπρού ή πεζοί, αν ο γαμπρός ήταν κι αυτός από τον ίδιο μαχαλά. Μπροστά, πάλι ο πατέρας του, ακολουθούσαν o γαμπρός, η νύφη, ο κουμπάρος, και όλη η συνοδεία με τα ταβούλια και τραγουδώντας. Τη νύφη  συνόδευαν τιμητικά δύο έφιππες ελεύθερες κοπέλες από το σόι του γαμπρού, δεξιά της κι αριστερά της, ή πίσω απ’ αυτήν, ανάλογα με το πλάτος του δρόμου. Ήσαν οι «γεγκέδες». Από το σόι της μόνο μια μικρή ομάδα από κοντινούς συγγενείς την συνόδευαν μετά το μυστήριο στο σπίτι του γαμπρού, που κι αυτό είχε τιμητική έννοια. Τα έθιμα δεν επέτρεπαν να ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι!
Μόλις ο γάμος κοντεύει να φτάσει στο χωριό του γαμπρού, άλλοι πυροβολισμοί, ν’ ακουστεί ότι φτάνουν. Πάλι τότε μια ομάδα της συνοδείας τρέχει καλπάζοντας να φτάσει στο σπίτι μπροστά από το γάμο. Η μάνα του δίνει σ’ αυτόν που φτάνει πρώτος  την τσίτσα*, γεμάτη κρασί. Πίνανε από μια γουλιά ο καθένας και τής ευχόντουσαν βιαστικοί. Αμέσως, φεύγανε πάλι τρέχοντας, να προϋπαντήσουν το γάμο, με τη τσίτσα* στο χέρι. Την έδιναν στον έναν μετά τον άλλον που συνόδευαν, έπιναν όλοι μια γουλιά και εύχονταν «να ζήσουν» το ζευγάρι και «καλούς απογόνους»!  Πρώτος έπινε ο πατέρας του γαμπρού.
Σε λίγο ο γάμος έφτανε έξω από το σπίτι. Όλοι ξεπέζευαν κι έδεναν τα ζώα τους. Η μόνη που δεν κατέβαινε από το άλογο, ήτανε η νύφη.
- Έλα, νύφη, κατέβα, της έλεγε ο πεθερός.
- Τάξε μου να κατεβώ, απαντούσε εκείνη.
- Θα σου δώκω μισό στρέμμα χωράφι!
- Δε φτάνει! Τάξε μου κάτι ακόμα!
- Και μια προβατίνα με τ’ αρνί!
- Και τι άλλο;
- Κι ένα κατσίκι!
Όταν ένοιωθε «ικανοποιημένη» απ’ όσα τής έταζε ο πεθερός, κατέβαινε από το άλογο! Την πιάνει ο γαμπρός αγκαζέ να μπουν στο σπίτι. Στην πόρτα τους περιμένει η μάνα του, που κρατάει ένα μεγάλο μαντήλι. Τό φέρνει στο πίσω μέρος του λαιμού τους, στο σβέρκο, με τρόπο να τους «πιάνει» και τους δύο. Ύστερα, βαδίζοντας προς τα πίσω, «τραβάει» το ζευγάρι  με το μαντήλι, όπως τους έχει πιάσει, και τους μπάζει στο σπίτι. Μ’ ένα ποτήρι, ή βαζάκι με μέλι κάνει το σημείο του σταυρού στον αέρα, μπροστά από το ζευγάρι και προς την πόρτα του σπιτιού. Ύστερα δίνει μια κουταλιά στον καθένα, για να είναι η ζωή τους γλυκιά, «σαν το μέλι». Κατόπιν, οι νεόνυμφοι προσκυνούν το εικόνισμα  που έχει κατεβάσει από το εικονοστάσι η πεθερά. Η ίδια και όσοι άλλοι δεν είχαν πάει στην εκκλησία, ασπάζονταν τα στέφανα, στα οποία είχαν μεγάλο σεβασμό. Οι στιγμές είναι ιερές και όλα πρέπει να τηρηθούν κατά γράμμα. Μετά η νύφη δένει σφιχτά με μια σκέπη (μαντήλι γυναικείας κεφαλής) την κοιλιά της πεθεράς, για να μην τρώει πολύ! Μόλις τέλειωναν όλ’ αυτά, έβγαιναν στην αυλή, όπου με τα ταβούλια ή τα όργανα χόρευε το ζευγάρι, οι γονείς (του γαμπρού), ο κουμπάρος και οι πιο κοντινοί συγγενείς. Στο μεταξύ, γυναίκες φιλεύουν γλυκά όλους τους καλεσμένους: δίπλες, μπακλαβάδες και κουραμπιέδες. Λίγο μετά αρχίζει το σερβίρισμα του φαγητού, που έχει ετοιμάσει ο μάγειρας με τους βοηθούς του στα κακκάβια. Σε τραπέζι κάθονταν οι επίσημοι της ημέρας και οι κοντινοί συγγενείς. Οι υπόλοιποι καλεσμένοι οκλαδόν στην αυλή, συνήθως. Οι κανάτες με το σπιτικό κρασί πήγαιναν από καλεσμένο σε καλεσμένο κι από παρέα σε παρέα. Όλοι πίνουν και εύχονται στο νέο ζευγάρι «να ζήσουνε» και «οι ανύπαντροι στα κεφαλάκια τους»!
Μετά το φαγητό άρχιζαν το τραγούδι με τελετουργικό τρόπο, τις λεπτομέρειες του οποίου θα δούμε στο «μέρος Ε΄, τραγούδια του γάμου».
Όλη τη νύχτα η ένταση του γλεντιού δεν χαλαρώνει καθόλου. Σχεδόν πάντα, κρατάει μέχρι το πρωί. Το ίδιο βράδυ το ζευγάρι γυρίζει για λίγο στους γονείς της νύφης. Είναι τα πιστρόφια. Αυτό γινότανε αν και ο γαμπρός ήτανε από το ίδιο χωριό, διαφορετικά η σύντομη αυτή επίσκεψη γινόταν οχτώ μέρες μετά το γάμο, την επόμενη Κυριακή.

Συνεχίζουμε με το Δ΄ μέρος, τα έθιμα μετά το γάμο.
==================================
* Τα «ταβούλια» ή νταούλια ήταν τοπικά μουσικά συγκροτήματα, με τρεις, συνήθως, οργανοπαίκτες: τον ταβουλιάρη και δύο καραμουχοπαίχτες. Πλούσια και η περιοχή των Καλαβρύτων στα παραδοσιακά αυτά συγκροτήματα, που έδιναν το παρόν  και σφράγιζαν τη διασκέδαση σε γάμους και πανηγύρια, καθώς κι άλλες εκδηλώσεις χαράς. Συνήθως αμείβονταν από τους χορευτές: καθένας που χόρευε «κέρναγε» (πλήρωνε) τα όργανα, ή «κέρναγε» γι’ αυτόν κάποιος συγγενής ή φίλος του, την ώρα που εκείνος χόρευε. Όταν οι οργανοπαίκτες έβλεπαν να βγαίνει από το πορτοφόλι χαρτονόμισμα μεγάλης αξίας, «τα έδιναν όλα»! Μέχρι που πήγαιναν και συνόδευαν βήμα-βήμα το χορευτή! Γνωστά «ταβούλια» που μεσουράνησαν στα μέσα του εικοστού αιώνα στην περιοχή των Καλαβρύτων ήταν του Αλέξη Παρασκευόπουλου (Λειβάρτζι), του Θεόδωρου Μπακόπουλου (Κρινόφυτα), οι «Λιαραίοι» (Αναστάσοβα) και του Ρόδη (Λεχούρι).

**  Παραπέμπει στο «Καλαβρυτινό λεξικό»:

Πηγές:
Ι. Αναμνήσεις/βιώματα από τα παιδικά χρόνια.
ΙΙ. Αφηγήσεις μεγαλύτερων.
ΙΙΙ. «Λειβάρτζι, σ’ ευχαριστώ!», του γράφοντος, έκδοση 2002.

Νίκος Παπακωνσταντόπουλος

Ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος γεννήθηκε στο Λειβάρτζι του Δήμου Καλαβρύτων. Πέραν του λειτουργήματός του (Διπλωματούχος Νοσηλευτής) δραστηριοποιείται και στο λογοτεχνικό χώρο, με εκδόσεις βιβλίων και δημοσιεύσεις άρθρων στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Είναι παντρεμένος με την Ελένη Γάλλιου από το Γοργόμυλο Πρέβεζας και έχουν δύο παιδιά.


Τα Έθιμα του γάμου (Μέρος Α΄: Το προξενιό) - Το πρώτο μέρος διαβάστε το εδώ 
Έθιμα του γάμου (Μέρος Β΄: Προετοιμασίες) - Το δεύτερο μέρος διαβάστε το εδώ 

ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ NEWS

Τα σχόλια σας εδώ: