• Το Καλαβρυτινό Λεξικό

    Reporter: Κυριαζής Νίκος
    Published: Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014
    A- A+

    Η γλώσσα είναι κεντρικό γνώρισμα των ανθρώπινων κοινωνιών, με αυτή επικοινωνούμε, συνυπάρχουμε, ζούμε. Στις τοπικές κοινωνίες σε όλη την Ελλάδα αναπτύχθηκαν ιδιωματισμοί οι οποίες δεν απαντώνται στην επίσημη Ελληνική γλώσσα και είτε προέρχονται από επηρεασμούς και προσμίξεις άλλων γλωσσών, είτε αποτελούν απλά παραλλαγές γνωστών Ελληνικών λέξεων /φράσεων.
    Έτσι κι εμείς οι Καλαβρυτινοί, έχουμε πληθώρα λέξεων και εκφράσεων και το “Καλαβρυτινό λεξικό” είναι μια προσπάθεια καταγραφής των τοπικών ιδιωματισμών, όχι επειδή είναι αποκλειστικό προνόμιο της περιοχής μας, αφού τους συναντάμε και σε άλλα μέρη της Πατρίδας μας, (ιδίως σε όμορες και γειτονικές περιοχές), αλλά επειδή και οι κοντινότεροι πρόγονοί μας τους χρησιμοποιούσαν στον προφορικό τους λόγο. Πολλούς-πάρα πολλούς απ' αυτούς τους ιδιωματισμούς χρησιμοποιούμε κι εμείς σήμερα, ως αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας μας και της παράδοσής μας, επιβεβαιώνοντας την γνωστή έκφραση των Άγγλοαμερικάνων που όταν ψάχνουν να βρουν την κατάλληλη λέξη για κάποια έννοια λένε: «Οι Έλληνες θα έχουν μια λέξη για αυτό». Φράση την οποίαν πρώτος είχε γράψει ο καθηγητής Όλιβερ Τάπλιν στο βιβλίο του «Ελληνικό πυρ».
    Μέσα από αυτούς τους ιδιωματισμούς και την γλωσσοπλασία προβάλλονται "οι πνευματικές δυνάμεις της δημιουργικής μεγαλοφυΐας, διότι αναφορικά προς τις δυνατότητες που παρέχει (η Ελληνική γλώσσα) στην σκέψη, είναι η πιό ισχυρή και συνάμα η πιό πνευματώδης από όλες τις γλώσσες του κόσμου.» Martin Heidegger (Γερμανός φιλόσοφος, απο τους κυριότερους εκπροσώπους του υπαρξισμού του 20ου αιώνος αναφερόμενος στην Ελληνική γλώσσα)

    ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΛΑΒΡΥΤΙΝΟΥ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟΥ
    (Και η ερμηνεία τους)
    του Νίκου Χρ. Παπακωνσταντόπουλου
    Α
    Αβγαταίνω: 1. Προσθέτω (ακόμη λίγο) στο ήδη υπάρχον. 2. Διαχειρίζομαι- αξιοποιώ με τέτοιον τρόπο, ώστε να φανεί περισσότερο απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα (π.χ. κάποιο αναλώσιμο υλικό). 3. Πολλαπλασιάζω, αυξάνω. Λέγεται και αβγατίζω.
    Αβοηθάου: Βοηθάω.
    Αγκρομάζουμαι: Ακούω προσεκτικά. Αφουγκράζομαι.
    Αγκύλωμα: Τρύπημα με αιχμηρό αντικείμενο (π.χ. βελόνα) στο δέρμα – κυρίως στα άκρα.
    Αγκωνάρι: 1. Γωνία του σπιτιού. 2.Μεγάλη πέτρα τετραγωνισμένη. 3.Ένα μεγάλο κομμάτι(ξερό) ψωμί (μεταφορικά).
    Αγορά: Το κέντρο του χωριού, όπου και τα περισσότερα μαγαζιά. Λέγονταν όμως και με κάποια ειρωνεία (κυρίως από γυναίκες) για όσους (άντρες) δεν «ξεκόλλαγαν» από εκεί, αφού η αγορά μικρών χωριών των χωριών δεν είχε μεγάλες δυνατότητες και ενδιαφέρον (για τις ίδιες).
    Αγοραστό ψωμί: Το θεωρούσαμε είδος «υπερ»-πολυτελείας
    Αγνάντιο: Θέση με θέα. Περιοχή που είναι ορατή από το απέναντι σημείο.
    Αγουρίδα: 1. Η γεύση του πολύ ξινού. 2. Το ανώριμο σταφύλι. (Ο χυμός του μπορεί
    να χρησιμοποιηθεί αντί για λεμόνι στα φαγητά).
    Αγουριέμαι: Κλαίω πολύ δυνατά, γοερά,
    Αδερφουλιάς: Ο αδερφός. (Κάπως ειρωνικά).
    Ακουμπέτι: Λέξη πού εκφράζει αγανάκτηση, π.χ. «Άσε με ακουμπέτι!»: Άσε με
    επί τέλους! Ή, «καλά!…Φτάνει μέχρι εδώ!».
    Ακορφάδιστη (π.χ. «ραποστιά»): Φυτό που δεν έχει κοπεί η «κορφάδα», που δεν έχει «κορφαδιστεί».
    Άκουρος: Αυτός που δεν έχει κουρευτεί. Ο ακούρευτος. (α + κουρά).
    Αλαφροΐσκιωτος: Αυτός πού έχει τη δυνατότητα να βλέπει τα ξωτικά. Έχει και την
    έννοια του ανθρώπου με «λίγο μυαλό».
    Αλέτρι: Το άροτρο.
    Άλεσμα: Το δημητριακό που προορίζεται ν’ αλεστεί, ή το ήδη αλεσμένο.
    Αλεστικό: Η αμοιβή του μυλωνά (σε χρήμα ή σε είδος, από το προϊόν που
    αλέθει).
    Αλιμουχρίζω: Πασαλείφω. Βάφω χωρίς ιδιαίτερη προσοχή.
    Αλισίβα: Το υποκίτρινο νερό που παίρνουμε αφού βράσουμε νερό και στάχτη, και
    αφού αφαιρέσουμε το ίζημα.
    Αλογόπετρα: Ο Θειικός χαλκός. Η γαλαζόπετρα.
    Αλλαξίμια: Τα ρούχα πού αλλάζουμε (τα λερωμένα).
    Αλώνι: 1. Πλακοστρωμένη κυκλική περιοχή, με «στύλο» στο κέντρο της,για το αλώνισμα των σιτηρών.2. Κατ’ επέκτασιν, και το γέννημα, προιόν του αλωνίσματος. 3. Η διαδικασία του αλωνίσματος. 4. Αλώνι του φεγγαριού: Ένας κύκλος μεγάλης ακτίνας, που σχηματίζεται γύρο από το φεγγάρι τους χειμερινούς μήνες και προμηνύει βαρυχειμωνιά.
    Εκτός απ’ όλ’ αυτά, η λέξη αλωνίζω, έχει και την έννοια του «ανακαεύω», προκαλώ αναστάτωση, φασαρία.
    Αμάκα: Υλική προσφορά σε κάποιον, χωρίς ανταπόδοση. Τζάμπα. Δωρεάν.
    Αμάλλιαγο (ζώο): 1. Ζώο ή ερπετό χωρίς τρίχωμα, π.χ. φίδι, κάβουρας, σαύρα, κ.λ.π. 2. Ον που το τρίχωμά του δεν έχει αναπτυχθεί, ή στερείται τριχώματος.
    Αμποδάου: 1. Βοηθάω, συμβάλλω θετικά. 2. Επιδιορθώνω.
    Αναδίνω: 1. Υποτροπιάζω. 2. Αναληγώνω. 3. Βγάζω – εκπέμπω δυσοσμία.
    Ανακλαδίζουμαι: Τεντώνομαι μετά το ξύπνημα.
    Αναλήγωμα: Μερική ή ολική τήξη σώματος, π.χ. παγωμένου λαδιού, λίπους, κλπ.
    Ακόμα: Η κατάσταση που αρχίζει να ρευστοποιείται στερεό και κατε-
    ψυγμένο σώμα (και παύει να είναι στερεό).
    Αναμπαίζω: Κοροϊδεύω, εμπαίζω.
    Αναπιάνω (προζύμι): Η τεχνική προετοιμασίας φυλαγμένης ζύμης, πριν αναμειχθεί με
    το ζυμάρι για την παρασκευή του ψωμιού.
    Ανεβατή: Ψωμί ζυμωμένο με προζύμι. Λειψή: Ψωμί χωρίς προζύμι.
    Ανεβάτης: Το «κόκαλο» που μας βοηθάει να φοράμε τα παπούτσια.
    Ανεμίδι: (Η ανέμη) Εργαλείο για το τύλιγμα (μάζεμα) του νήματος.
    Ανεμοτούρλι (Λέγεται και ανεμοτούρλημα): Ανακάτεμα. Πρόκληση επεισοδίου.
    Ανεμοτουρλάου: Ανακατεύω, π.χ. βρήκα το σπίτι ανεμοτουρλημένο από τους κλέφτες. Λέγεται και μεταφορικά για κάποιον που προκαλεί φασαρία, π.χ. πήγε στο σπίτι τους και τους ανεμοτούρλησε. Το ουσιαστικό: Ανεμοτούρλι ή ανεμτούρλημα. Να υπογραμμιστεί ακόμα πως η κατάληξη –ω των ενεργητικών ρημάτων που ο χαρακτήρας τους είναι φωνήεν ή δίφθογγος  και τονίζεται, γίνεται –ου στον προφορικό λόγο, π.χ  πηδάου, κλαίου, τρώου κλπ. 
    Ανθρωπονόητο (ζώο): Ον με νοημοσύνη ανθρώπου.
    Ανταρεύομαι: Αγριεύω, θυμώνω.
    Αντί: Εξάρτημα του αργαλειού.
    Αντιψύχι: Πρόχειρο και μικρής ποσότητας φαγητό, για αντιμετώπιση μεγάλης
    πείνας.
    Αντούβιανος: Άνθρωπος χωρίς ευαισθησίες και τρόπους.
    Αξάγγλιγος: Αχτένιστος. Με τα μαλλιά πολύ μπερδεμένα.
    Αουπάνου: Από πάνω. (Λίγο) πιο επάνω.
    Απαγιαντάου: Λέγεται σε άνθρωπο πολύ ανήσυχο.(«δε σ’ απαγιαντάει = δεν μπορείς να ησυχάσεις). Το ρήμα συναντάμε κυρίως στο γ πρόσωπο.
    Απάγκιο: Μέρος ζεστό κι απάνεμο π.χ. προσήλιο . Το ρήμα: απαγκιάζω. Αόρ: απάγκιασα.
    Απάνου: Επάνω.
    Απέ: Λοιπόν. (Συμπερασματικός σύνδεσμος). Με ερωτηματικό έχει την έννοια της έκφρασης: «Και τί γίνεται τώρα;» - «Και τώρα τί κάνουμε;»
    Απηδάου: Πηδάω. Έχει και την έννοια του θυμώνω, νευριάζω, καθώς και του χαίρομαι πολύ, («πηδάω απ’ τη χαρά μου!»).
    Απήδουλος: Μεγάλο άλμα, πήδημα.
    Απίδι: Το αχλάδι.
    Απιθώνω: 1. Αφήνω κάτω κάτι πού κρατάω στα χέρια μου. 2. Κάθομαι. Προστακτικη: Απίθω. Αόρ.: Απίθωκα.
    Απίστομα: Αντικείμενο σε ανάποδη θέση. Σε άνθρωπο: η πρηνής θέση.
    Απλάδι: Ελαφρύ υφαντό μάλλινο χαλί, μικρού, συνήθως, μεγέθους.
    Απλογιέμαι: Αποκρίνομαι σε κάποιον που με φωνάζει. (Που με καλεί).
    Απογίνομαι: Είμαι πολύ άρρωστος. Επιδεινώνεται η κατάστασή μου. Είμαι σε σημείο που δεν μπορώ να αυτοεξυπηρετηθώ. Ακόμα έχει και την έννοια της απώλειας ελέγχου της νοημοσύνης.
    Απόγιομα: Το απόγευμα.
    Απόκομμα: Διακοπή του θηλασμού. Το ρήμα: αποκόβω.
    Απόπατος: Η τουαλέτα. Το «μέρος».
    Αποργιόσα: Η προεξοχή της σκεπής από τον τοίχο, εξωτερικά του σπιτιού.
    Αποσκίλα: Μέρος σκιερό και ψυχρό, που δεν το «βλέπει» ο ήλιος (ιδίως) το χειμώνα.
    Αποσταίνω: Κουράζομαι.
    Απουκάτου: Κάτω από (π.χ. το κρεβάτι). (Λίγο) πιο κάτω.
    Αράδα: Η γνωστή «σειρά». Στο πότισμα: Η τήρηση σειράς προτεραιότητας στο
    πότισμα των χωραφιών.
    Αργεύω: (Ουσιαστικό: άργεμα). Εκρίζωση φυτών, ιδίως καλαμποκιού, ώστε τα φυτa που μένουν να έχουν ίδιες αποστάσεις και να αναπτυχθούν καλύτερα. Αραιώνω.
    Αργιάνι: Τυρί φρέσκο, βρασμένο σε γάλα (που έχει αποκτήσει τραγανή γεύση).
    Αργιολόι: Το κόσκινο.
    Αρδέλι: Η λαβή, το χερούλι, της τέσας.
    Αρκάτος: Αυτός που ταξιδεύει, ή έρχεται και φεύγει βιαστικός. Αυτός που δεν συνοδεύει ζώο (φορτωμένο ή μη).
    Αρκίτα: Είδος άκαρπου δένδρου, που ευδοκιμεί κυρίως σε υγρά εδάφη, συγγενές
    με την ιτιά..
    Αρμεμα: Το άρμεγμα. Στο μούστο: Η διαδικασία του διαχωρισμού του χυμού των σταφυλιών (λαγάρι), από το βαγένι που βρίσκεται μαζί με τα τσίπουρα, για να γίνει μετάγγιση στο βουτσί.
    Αρτιμή: Φαγητό μη νηστίσιμο.
    Άρμη: Το πολύ αλατισμένο γάλα για τη συντήρηση του τυριού (της φέτας). Η άλμη. 
    Αστράχα: Το ψηλότερο σημείο του τοίχου, εκεί που ακουμπάει η σκεπή του σπιτιού, εσωτερικά.
    Ασύφταγος: Ασυγκράτητος, βιαστικός, με την έννοια του τσαπατσούλη
    Άταρος: Αδύναμος. Αυτός που είναι σε μεταβλητή κατάσταση (και δεν έχει ακόμα Στερεοποιηθεί), π.χ. το αυγό που δεν έχει σκληρό και χοντρό τσόφλι.
    Αφαλαρίδα: Είδος αγκαθωτού θάμνου.
    Αφλίσκι: Η δεύτερη, μικρή, τρύπα της βαρέλας, απ’ όπου μπαίνει αέρας για να αδειάζει εύκολα το περιεχόμενο (π.χ. το νερό)
    Αφόρμισε: Αόριστος αντίστοιχου ρήματος (το συναντάμε στον μέλλοντα και τον αόριστο, κυρίως). Έχει την έννοια της εκδήλωσης φλεγμονής στο δέρμα.
    Αχητούρα: Θόρυβος μεγάλου όγκου νερού που τρέχει. Ο ήχος από το φύσημα του δυνατού ανέμου. Βουή.
    Αχουγιάζω: Φωνάζω πολύ δυνατά. Βρίζω. Εκδιώχνω. Αποπαίρνω.
    Αχρόνιαγος: Αυτός πού δεν έχει συμπληρώσει ένα χρόνο ζωής. Εκφράζει και κατάρα: Σ’ ένα χρόνο να μην υπάρχει (ο περί ού ο λόγος). Να μη χρονίσει.
    Β
    Βαβίζω: Γαβγίζω. Το ουσιαστικό: βάβισμα.
    Βαγένι: Μεγάλο βαρέλι μέσα στο οποίο πρωτομπαίνει ο μούστος μαζί με τα τσίπουρα. Εκτός από το γνωστό άνοιγμα στο επάνω μέρος για να «μπαίνει» ο μούστος, έχει και δεύτερο μεγάλο άνοιγμα στη μία βάση, για να μπορεί να μπαίνει μέσα άνθρωπος και να το καθαρίζει. Και τα δύο ανοίγματα κλείνονται αεροστεγώς με ρετσίνι ή κερί, όταν το βράσιμο του μούστου ολοκληρωθεί
    Βαϊζω: Βλέπω με δυσκολία, «θαμπά».
    Βαλμάς: Αυτός που κατευθύνει τα ζώα και ελέγχει το αλώνισμα στο αλώνι.
    Βαρέλα: Μικρό φορητό δοχείο, ξύλινο, οβάλ σχήματος, για τη μεταφορά υγρών,κυρίως νερού.
    Βαρελιάζω: Τοποθετώ για συντήρηση το τυρί στο βαρέλι.
    Βάρεμα: Εκτός από τη γνωστή έννοια του «δέρνω», «χτυπώ», έχει και την έννοια εμπορικής συναλλαγής: Πώληση – αγορά κατόπιν καλύτερης προσφοράς.
    Βασταγός: Ο γάιδαρος. Λέγεται και βασταγούρι.
    Βεζά: Η ξύλινη κατασκευή κυκλικού σχήματος, στην οποία τοποθετείται (κρεμιέται) το κουδούνι ή το τσοκάνι , για να κρεμαστεί όλο αυτό μαζί από το λαιμό του ζώου.
    Βελάδα: Επίσημο ένδυμα, αντίστοιχο του φράκου, με ειρωνική σημασία, λέγεται για ένδυμα (κυρίως φόρεμα, παλτό, ρόμπα, κλπ) δυσανάλογο – μεγάλο – με το σώμα.
    Βελέσι: Μάλλινο γυναικείο εσώρουχο (μεσοφόρι, κομπινεζόν).
    Βερβερίζω: Κλαίω γοερά και με λυγμούς.
    Βεργάδι: Ετήσιο κατσίκι.
    Βερεβός: Πλαγιοκομμένος. Πλαγιοτοποθετημένος. Λοξός. Το επίρρημα: Βερεβά.
    Βετούλι: Μεγαλωμένο κατσίκι.
    Βηλάρι: Το στιμόνι που μαζεύεται στο ανεμίδι και κατ’ επέκτασιν ο εγκατεστημένος αργαλειός.
    Βίκα: Είδος βαρέλας.
    Βιολιά: Η λέξη «βιολί» στον πληθυντικό, εννοεί όλο το μουσικό συγκρότημα.
    Βόηθιο: Βοήθεια.
    Βολύμι: Μολύβι.
    Βοριάζω: Περιορίζω σε συγκεκριμένο χώρο. Στριμώχνω. «Θα σε βοριάσω»: θα σε
    κλείσω μέσα.
    Βοτανίζω: Αφαιρώ τα βλαβερά, περιττά και επικίνδυνα χόρτα από την καλλιέργεια με εκρίζωση.
    Βούζα: Δηλητηριώδες γένος βατράχου, που ζεί κυρίως στη στεριά. Η βούζα θηλάζει αιγοπρόβατα που κοιμούνται (και πιθανότατα τα δηλητηριάζει)
    Βούζιο: Ο ξυλοδαρμός. Το «ξύλο».
    Βουτσί: Κρασοβάρελο.
    Βραγιά: Τμήμα της σποριάς.
    Βράσιμο (του μούστου): Η ωρίμανση, η ζύμωση του μούστου.
    Βρούλιασμα (Καπνού): Η τεχνική της συρραφής των φύλλων καπνού (με «βελόνα
    και κλωνά»), για να «κρεμαστεί» και να ξεραθεί.
    Γ
    Γαζέπι: Άνθρωπος πονηρός. Με πονηρές διαθέσεις. Έχει και την έννοια του πανέξυπνου.
    Γάζω: Μεγάλη λαχτάρα για τροφή ή νερό. Έχει και την έννοια του συνδρόμου στέρησης. Μέλλων: θα γάξω ή θα γανιάξω. Αόρ.: έγαξα ή εγάνιαξα.
    Γαλάρα: Προβατίνα – γίδα που έχει γάλα
    Γαλάρι: Χώρος περιφραγμένος όπου φυλάσσετε το κοπάδι.
    Γάλια (και αγάλια): Σιγά. Γάλια – γάλια: Σιγά – σιγά.
    Γανίλα: Η γάνα του χαλκού.
    Γαύρος: Όνομα φυλλοβόλου δέντρου.
    Γεγκές: Η έφιππη γυναίκα, συνοδός της νύφης στο γάμο, τιμητικά.
    Γέννημα: Το εισόδημα, η παραγωγή των σιτηρών.
    Γεντέκι: Μεγάλο ευθύ ξύλο. Έχει και την έννοια του δυνατού ξυλοδαρμού με μεγάλο ξύλο.
    Γεργαδώνω: Πλαγιάζω. Λυγίζω Μαραίνομαι. Είμαι σε κατάσταση υπνηλίας
    Γέρνω: Έχει και την έννοια του: πέφτω να κοιμηθώ πρόχειρα, για λίγο.
    Γειαίνω: Γιατρεύω. Αποθεραπεύομαι. Γίνομαι καλά.
    Γιατάκι: Το καταφύγιο. Το γρέκι. Η φωλιά. Το σπίτι.
    Γιατροσόφια: Τα φάρμακα, κυρίως τα πρακτικά.
    Γιδιά: Ασκός από δέρμα γίδας, ειδικά επεξεργασμένο και κατασκευασμένο για μεταφορά υγρών, κυρίως μούστου. Θεωρείται ανθεκτικότερη της «προβιάς».
    Γιόμα: Το μεσημέρι.
    Γιοματινό: Κάτι που «γίνεται» το μεσημέρι, π.χ., το «γιοματινό» φαγητο, το γιοματινό λεωφορείο (από τη λέξη γιόμα).
    Γιούκος: Χοντρά ρούχα, καλοδιπλωμένα και καλοστιβαγμένα
    Γουρνοτσάρουχα: «Τσαρούχια» από ακατέργαστο δέρμα χοίρου
    Γκάβαλα: Τα κόπρανα του γαϊδάρου.
    Γκιάου: Εγγίζω. Ακουμπάω προσεκτικά.
    Γκιοτεύω: Κουράζομαι. Απογοητεύομαι. Λυγίζω.
    Γκλαφουνάου: Μιμούμαι του συνεχόμενο γαύγισμα μικρού σκύλου. Έχει και την έννοια του: γκρινιάζω χωρίς λόγο.
    Γκοφοριέμαι: Αγκομαχώ.
    Γκρινιάουλας: Αυτός που μόνιμα γκρινιάζει.
    Γκριφιάζω: Γκρινιάζω, με την έννοια του μαλώνω.
    Γκώνω: Έχει την έννοια της πρόκλησης δυσφορίας και κορεσμού από τροφές με πολλά λιπαρά, ή με μεγάλη περιεκτικότητα σε γλυκόζη.. (Το συναντάμε κυρίως στο μέλλοντα: «θα με γκώσει» και στον αόριστο «μ’ έγκωσε».
    Γλήγορα (και ογλήγορα): Γρήγορα.
    Γλωσσοφάγια: Το μάτιασμα. Η έκφραση λόγων ή συναισθημάτων ζηλοφθονίας.
    Γούρμος: Ο ώριμος.
    Γράβα: Η χαραμάδα.
    Γράνα: Μικρό λαγκάδι. Έχει περισσότερο την έννοια τεχνητού μεγάλου αυλακιού για αποστράγγιση, ή τη χρήση του ως αντιπλημμυρικού έργου.
    Γραντά: 1. Η μεγάλη τέμπλα. 2. Μακρύ ξύλο τοποθετημένο να κρεμιούνται αντικείμενα (πράγματα). 3. Ξύλο που χρησιμοποιείται για στύλωμα σε οικοδομή
    Γραπώνω: Αρπάζω βίαια και κρατάω γερά. «Βουτάω» κάποιον και δεν τον αφήνω να φύγει.
    Γρασκελάω: Δρασκελίζω.
    Γρέκι: Ο χώρος – το μέρος όπου καταφεύγει το κοπάδι. Μεταφ.: Το σπίτι, το καταφύγιο, το λημέρι.
    Γρόθος: Όσο χωράει, το περιεχόμενο, μιας κλειστής παλάμης.
    Γωνιά: Εκτός από τη γνωστή έννοια της λέξης, σημαίνει και το τζάκι. Ακόμα και το φυτώριο.
    Δ
    Δανεικαριά: Εργασία με αμοιβή άλλη εργασία .
    Δεμάτι (σιταριού): Τα δεμένα «χερόβολα*» (του σιταριού). Ένα δεμάτι: δεκαπέντε χερόβολα, περίπου.
    Δεματικό: Το χόρτο που χρησιμοποιείται (αντί για σχοινί) για να δεθεί μεγάλο δεμάτι.
    Δέρνομαι: Κουράζομαι. Ταλαιπωρούμαι.
    Δέση: Το σημείο του ποταμού, στο οποίο παρεκτρέπεται μεγάλη ποσότητα νερού, για να διοχετευτεί π.χ. σε άρδευση χωραφιών.
    Διακονεύω: Ζητιανεύω.
    Διακονιάρης: Ο ζητιάνος.
    Διαπαίρνω: Το συναντάμε κυρίως στο γ΄ πρόσωπο χρόνων του παρελθόντος ή του μέλλοντος, π.χ. εδιάπαρε, θα διαπάρει. Σημαίνει ότι σταμάτησε, ή μειώθηκε η ένταση της βροχής. Λέγεται και «εσυγκόπηκε».
    Διαργούτι: Το γιαούρτι.
    Δυάσμος: Το φυτό δυόσμος.
    Διατόνια: Η πιο ψηλή περιοχή του σπιτιού, εσωτερικά.
    Διαχνίζω: Γιαχνίζω. Διαχνί: Τρόπος μαγειρέματος φαγητού, το «γιαχνί».
    Διαφισμένος: (μεταφορικά) Ο μεθυσμένος, σε βαθμό που να μην ελέγχει απόλυτα τη συμπεριφορά του.
    Διβολίζω: Οργώνω το χωράφι δεύτερη φορά.
    Δικριάνι: Αγροτικό εργαλείο με σχήμα μεγάλου πιρουνιού. Η πιρούνα..
    Δισάκι: 1. Ταγάρι με δύο θέσεις . 2. Δύο ταγάρια μαζί που συνδέονται μ’ ένα σχοινί και κρεμιούνται στον ώμο, το ένα δεξιά και το άλλο αριστερά, ή μπρος και πίσω. Μέσα έχει το σπόρο που σπέρνει ο γεωργός.
    Διπλαρώνω: Πλησιάζω κάποιον με πονηρό σκοπό.
    Διχωτά: Δίχως, χωρίς.
    Δόγα: Η σανίδα, σχήματος τόξου, του βαρελιού.
    Δραγάτης: Εποχιακός φύλακας αμπελιών. Δραγάτα: Το «στέκι» του.
    Δραγάτα: Το παρατηρητήριο και «στέκι» του δραγάτη. 
    Δριμώνι: Είδος μεγάλης τετράγωνης «κρησάρας», που χρησιμοποιείται στο αλώνισμα. Το ρήμα: δριμωνίζω.
    Δρόλαπας: Βροχή με χιόνι. Νερόχιονο.
    Δρούγα: Ειδική βέργα που χρησιμοποιείται στο γνέσιμο. Το γνωστό «αδράχτι».
    Δυναμάρι: Κάτι επάνω στο οποίο στηρίζεται κάποιος και αντλεί δύναμη.
    Δυχατέρα: Θυγατέρα.
    Ε
    Εδά: Αυτή τη στιγμή, τώρα.
    Εδεπά: Εδώ ακριβώς.
    Εδεπάλια ή εδεπούλια: Εδώ ακριβώς (δίνει περισσότερο τη συγκεκριμένη θέση, π.χ. ενός αντικειμένου από το «εδεπά»).
    Έμπα: (Ρήμα): Μπες μέσα. Έλα μέσα. Έμπα: (Άκλιτο – ουδέτερο ουσιαστικό): Η είσοδος.
    Εμπατή: Η είσοδος της αυλής.
    Εξετάζω (ή ξετάζω): Ερευνώ με την έννοια του είμαι προληπτικός.
    Ευκή: Η ευχή.
    Εφτού: Εκεί ακριβώς πού είσαι.
    Εψές (και ψες): Χτες το βράδυ.
    Ζ
    Ζά: Τα ζωντανά (ζώα). Αναφέρεται κυρίως σε μεγάλα ζώα, όπως άλογα, μουλάρια κ.λ.π.. Στον ενικό: Zo.
    Ζαερές: Το φαγητό.
    Ζαλά: (Επίρρημα). Ο τρόπος με τον οποίο μεταφέρω κάτι στον ώμο. Το ρήμα: ζαλώνομαι (το μεταφερόμενο στους ώμους φορτίο).
    Ζαμπλαρίκος: Ο τραχανάς.
    Ζαμπούνης: Αδιάθετος, ιδίως από συνάχι.
    Ζαντούχι: Το συνάχι.
    Ζαπίζω: Υπερέχω στην πάλη. Έχω υπό τον έλεγχό μου την κατάσταση. Νικώ
    Ζάφτω: Γυρίζω. Περιφέρομαι. Ψάχνω κάτι σε πολύ μεγάλη έκταση.
    Ζγόρτσα: (ή σγόρτσα): Το δέρμα του χοιρινού.
    Ζέβλα: Εξάρτημα του παραδοσιακού αρότρου. Μπαίνει διχαλωτά στο λαιμό του βοδιού και το κρατάει σταθερά με το αλέτρι.
    Ζερζέκι: Άνθρωπος με μεγάλη νοημοσύνη. Πανέξυπνος.
    Ζευγάρι: Ζεύγος (σε αριθμό και όχι απαραίτητα σε φύλο) ζώων που οργώνουν.
    Ζευγολάτης: Αυτός που οργώνει με τα ζώα.
    Ζέχνω: 1. Μυρίζω άσχημα. 2. Ζέχνω τα ζα: Ετοιμάζω τα ζώα στο χωράφι για όργωμα.
    Ζήνα: Το κιτρίνισμα ή το «μούχλιασμα» τροφής, ιδίως τυριού.
    Ζούδι: Άγριο (και συνήθως βλαβερό) ζώο, όπως: ασβός, αλεπού, κ.λ.π..
    Ζούμπα: Η καμπούρα.
    Ζουπάου: Πιέζω με τα χέρια μου. Σπρώχνω προς τα κάτω, μέχρι να έλθει ή να πάρει (το αντικείμενο) τη μορφή πού θέλω. «Θα σε ζουπίσω»: θα σε σκοτώσω ύπουλα.
    Ζουρίζω: Βασανίζομαι. Υποφέρω πολύ λόγω ασθένειας ή αναπηρίας ή γήρατος.
    Ζυγιά: Κάθε μουσικό συγκρότημα θεωρείται «μια ζυγιά». Πληθυντικός: Ζυγιές.
    Θ
    Θελά ή θέ λά: Έχει την έννοια του μορίου «θα», π.χ.: θέ λά ήτανε καλύτερα αν έβρεχε.
    Θέλημα: 1. Μικρή εξυπηρέτηση. Χουσμέτι. 2. Υλική υπόσχεση πού δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί.
    Θελός: Θολός.
    Θελομπούρα: Υγρό πολύ θολό. (Αναφέρεται κυρίως για νερό ή κρασί).
    Θεμωνιά: Συγκέντρωση δεματιών για αλώνισμα, σε μορφή σωρού.
    Θεοκαλιέμαι: «Προσεύχομαι» να πάθει κακό κάποιος.
    Θεόπουλο: Ελεύθερο πουλί (όχι οικόσιτο).
    Θράκα: Η χόβολη. Αναμμένα κάρβουνα μαζί με μικρή ή μεγάλη ποσότητα στάχτης..
    Θράσος: Ο αδικοχαμένος. («Πήγε θράσος»).
    Θράψη: Ολική καταστροφή.
    Θρούμπι: Ολοκαύτωμα περιουσίας.(«Έγινε θρούμπι»).
    Ι
    Ίγκλα: Δερμάτινη ζώνη, ειδικά κατασκευασμένη να συγκρατεί το σαμάρι στο ζώο.
    Ίζηλο: Το πολύ μικρό.
    Κ
    Κά (Λέγεται και Κάτου): Έχει την έννοια του τοπικού επιρρήματος “κάτω”, αλλά με αναφορά σε περιοχή που βρίσκεται πιο κάτω από εκεί που βρισκόμαστε.
    Καβούλα: Η μπάλα χιονιού για το χιονοπόλεμο, η «χιονίδα».Καγιανάς: Αυγά ομελέτα.
    Καγιάρι: Έχει την έννοια του λευκού, του κατάλευκου από την καθαριότητα. Η λέξη σημαίνει και τη συντήρηση-καθαριότητα του πεταλώματος των ζώων
    Κάδη: Ξύλινο μεγάλο ή μικρό δοχείο σε σχήμα κυλινδρικό, ή κόλουρου κώνου.
    Καδούλι (το): Μικρή κάδη.
    Καζάντι: Το να πλουτίσει κάποιος. Το ρήμα: Καζαντίζω. Μέλλων: Θα καζαντίσω
    Καθερίδια: Τα τσόφλια. Οι φλοίδες (π.χ. φρούτων) πού πετάγονται.
    Καθίγκλα: Τρόπος μεταφοράς αρρώστου σε καθιστή θέση.
    Κακκάβι: Μεταλλικό σκεύος μαγειρέματος πολύ μεγάλο και χωρίς καπάκι. Το καζάνι.
    Κακαρέτζα: Τα μορφοποιημένα κόπρανα των ζώων. (Αιγοπροβάτων).
    Καλαμποκιά: Θυσανωτό φυτό από το οποίο βγαίνει το καλαμπόκι. Η σκούπα. (Άσχετο με τη «ραποστιά».
    Καλιάζω: Συμπίπτω. Αόρ.: Εκάλιασε = έτυχε, συνέπεσε.
    Καλικούτσα: Τρόπος μεταφοράς ανθρώπου στην πλάτη.
    Καλογεροπαίδι: Βοηθός, υποτακτικός Μοναχού, μικρής κυρίως ηλικίας. Δόκιμος Μοναχός, επίσης νεαρής ηλικίας.
    Καλούλια: Απάντηση στο «Τι κάνεις;», και έχει την έννοια του: μισόκαλα, όχι τελείως καλά. Καλούτσικα.
    Καματερό: Το ζώο που οργώνει – που «κάνει χωράφι». Καματερά: Το «ζευγάρι». Μεταφ.: Άνθρωπος πολύ εργατικός και δυνατός.
    Καματίκι: Δουλειά (όργωμα) μιας ημέρας στο χωράφι με τα ζώα.
    Κάμπα: Η κάμπια.
    Καν: Αντί του διαζευκτικού «ή».
    Καναβίδι: Σχοινί λεπτό και ανθεκτικό.
    Κάνε: Έχει την έννοια της φράσης: «Αφού είναι έτσι».
    Καοτσούκι: Παπούτσι φτιαγμένο από λάστιχο αυτοκινήτου. Λέγεται και τσαρούχι.
    Καούσα: Χόρτο με γεύση καυστική. Μεταφορικά, έχει και την έννοια γυναίκας με καυστική γλώσσα.
    Καπάρο: (και κάπαρο) Προκαταβολή. Το ρήμα: Καπαρώνω.
    Καπιστράνα: Εξάρτημα δερμάτινο, ειδικά κατασκευασμένο να τοποθετείται στο κεφάλι του ζώου για τη συγκράτησή του. Είδος ηνίου. Το καπίστρι.
    Καπίτουλα: Τα Εξαπτέρυγα. (Εκκλησιαστικά Σκεύη).
    Καπνιά: Η κάπνα σε στερεά μορφή.
    Καραβώνω: Εμποδίζω τη φυσική ροή του νερού, με σκοπό την εκτροπή του ή τη δημιουργία μικρής τεχνητής λίμνης
    Καρακαμπιά: Μεγάλος, απέραντος κάμπος.
    Kαραμούζα; Το πνευστό μουσικό όργανο «Πίπιζα». Παιδικό παιχνίδι (πνευστό), σε σχήμα πίπιζας.
    Καρίτσαφλος: Ο λάρυγγας.
    Καρκανιάζω: Ξεροψήνω.
    Κάρμα: Πτώμα (ζώου) σε αποσύνθεση, με πολύ έντονη δυσοσμία. Το ψοφίμι.
    Καρούλα: Φυσαλίδα του δέρματος στην παλάμη, που προκλήθηκε από χειρωνακτική εργασία και περιέχει υγρό. Το ρήμα: Καρουλιάζω.
    Καρσιντάου: Πετυχαίνω το στόχο μου στη σκόπευση.
    Κασόνι: Το γνωστό μεγάλο ξύλινο κατασκεύασμα, που χρησιμεύει για την αποθήκευση των δημητριακών.
    Καστελωτής: Ο γανωτζής. Ο κασσιτερωτής.
    Καταηλιακού: Αντίκρυ στον ήλιο. Κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού.
    Καματερό: Το ζώο πού οργώνει. Καματερά: Το «ζευγάρι» ζώων που χρησομοποιείται για όργωμα.
    Καταπότης: Το σημείο όπου το νερό στο ποτιστικό αυλάκι παρεκτρέπεται για να μπει στο χωράφι, ή να αλλάξει πορεία.
    Καταχειμάρα: Μεγάλη καταιγίδα και με διάρκεια
    Κατσαμάκι: Το κρεμώδες φαγητό. Το κουρκούτι.
    Κατσαούνι: Ζωηρό, ανήσυχο, σκανταλιάρικο παιδί.
    Κατσιφάρα: Η ομίχλη.
    Κατσομαλλίδα: Το έπαρμα του δέρματος στην ανατριχίλα.
    Κατσουλάου: Μπουσουλάω. Το ουσιαστικό: Κατσούλημα.
    Κάτινο(υ)ς: Το λέμε αντί της γενικής της αόριστης αντωνυμίας «κάποιος», π.χ. το ζώο κάτινο(υ)ς  είναι (και όχι αδέσποτο).
    Κατώι: Το υπόγειο.
    Καυκιά (αυ=αφ): Μεταλλικό – βαθύ σκεύος φαγητού.
    Καύτρα (αυ=αφ): Μικρό πυρωμένο κάρβουνο που απομακρύνεται ή εκτοξεύεται από τη φωτιά.
    Κάφυρο: Ο ρινικός βλεννογόνος.
    Καψαλίζω: Καίω επιφανειακά, π. χ. το ψωμί στα κάρβουνα, το κοτόπουλο στο μάδημα για να καούν και τα τελευταία μικρά πούπουλα. Η λέξη «καψαλίστηκα» έχει και συνώνυμη έννοια με το «ζεματίστηκα». 
    Καψερός: Ο δυστυχισμένος. Ο καημένος. Αυτός που χρειάζεται συμπάθεια.
    Κεντάου: 1. Ενοχλώ. 2. Βοηθάω.
    Κένωμα: Το σερβίρισμα.
    Κερέτσι: Λάσπη με ασβέστη.
    Κεσέμι: Το μεγαλύτερο και δυνατότερο κριάρι του κοπαδιού που προηγείται στη στάνη και την οδηγεί στις μετακινήσεις.
    Κεφαλώνω: Ελέγχω την πορεία της δουλειάς. Εργάζομαι εντατικά και θα τελειώσω έγκαιρα.
    Κεψές: Τρυπητή μεταλλική κουτάλα.
    Κηκίδα: Το αγκαθωτό περίβλημα του κάστανου. «Μ’ έβαλες στο κηκίδι» (μεταφορικά): Μ’ έφερες σε πολύ δύσκολη θέση.
    Κιάσα: Τα επεισόδια. ΄Ισως να εννοούνται και τα καμώματα ή τα νάζια. (Συναντάμε στην ονομαστική πληθυντικού, κυρίως, τη λέξη).
    Κινιέμαι: 1. Συγκινούμαι. 2. Ξεκινάω για κάποια δουλειά.
    Κιούνι: Τσιμεντένιος (μεγάλος) σωλήνας αποχέτευσης, ή σπόνδυλος σε σωλήνες.
    Κισκιράου: Προσπαθώ.
    Κιώνω: Τελειώνω. «Θα σε κιώσω»: Θα σε τελειώσω (στο ξύλο).
    Κλάπα: Ομοιογενές κομμάτι υφάσματος ή άλλου αντικειμένου, που τοποθετείται να καλύψει ένα κενό που έχει δημιουργηθεί. Μπάλωμα.
    Κλαρίζω: Κόβω «κλαρί» να φάνε τα ζώα. Κλαρωτός: Ο αναρριχώμενος.
    Κλαρωτά (φασόλια): Το είδος αναρριχώμενης φασολιάς
    Κληδέρα: Διχάλα με μικρό το ένα σκέλος, που μας βοηθάει να φτάσουμε ή να τραβήξουμε κάτι (π.χ. σύκα από τη συκιά).
    Κλουμούτσι: Πυκνή ομίχλη.
    Κλωνά: Η κλωστή.
    Κοζά: Το μαλλί από γίδια. Κόζινος: Ο κατασκευασμένος από κόζά.
    Κοκολογιέμαι: Μιμούμαι τις κότες. Κακαρίζω. Έχει και την έννοια του «γαμπρίζω».
    Κοκολόι: To μάζεμα των τελευταίων προϊόντων, που ξέφυγαν της προσοχής των εργατών κατά τη συγκομιδή. Το ρήμα: Κοκολογάου. (Δεν έχει την ίδια έννοια με το «κοκολογιέμαι).
    Κοκορόβι: Το χαλάζι. Ανάλογα με το μέγεθος διακρίνεται σε «κοκορόβι», «κου(ρ)-κουσάλι», χαλάζι.
    Κολαριά: Το κάτω μέρος του χωραφιού, που είναι και πιο γόνιμο, επειδή παρασύρεται (προς τα εκεί) το χώμα από τις βροχές
    Κολιάτζα: Σύνδρομο γαστρεντερίτιδας. Η διάρροια.
    Κολιτσάκι: Μεταλλικό εξάρτημα στο σαμάρι, όπου δένεται το σχοινί (η «τριχιά») για να συγκρατεί το φορτίο.
    Κολόστρα: Το πρωτόγαλα των αιγοπροβάτων. (Είναι παχύρευστο και υποκίτρινου χρώματος, με μεγάλη περιεκτικότητα σε λευκώματα). Με το βράσιμο πήζει.
    Κόντσα: Το βερνίκι των παπουτσιών.
    Κοντόγιομος: Ο μισογεμάτος. Αυτός που κοντεύει να γεμίσει.
    Κόπανος: (Η το κόπανο): 1. Ξύλο ειδικά κατασκευασμένο για το «κοπάνημα» των μεγάλων (χοντρών) ρούχων στο πλύσιμο. 1. Έχει και την έννοια της εκμετάλευσης σε εμπορική συναλλαγή εκ μέρους του πωλητή. 3. Ξυλοδαρμός. 4. Υβριστική λέξη που υπονοεί τον πολύ κουτό.
    Κόπιλα: Λεπτά (λιανά) ξύλα που χρησιμοποιούνται στο άναμμα της φωτιάς, αμέσως μετά το προσάναμμα.
    Κοπνός: Ο «δρόμος» που ανοίγει αυτός που πατάει πρώτος το χιόνι, για να μπορούν να περάσουν και άλλοι. «Κόβω κοπνό»: Ανοίγω δρόμο στο χιόνι, παραμερίζοντάς το.
    Κόρδα: Τα με τάξη αποθηκευμένα – στοιβαγμένα ξύλα (για τη φωτιά).
    Κορίτος: «Ειδικό» μεταλλικό ή ξύλινο δοχείο για το τάισμα ή το πότισμα των ζώων Σήμερα τσιμεντένιο, κυρίως.
    Κορφάδα: Το τμήμα της καλαμποκιάς (ραποστιάς), από το καλαμπόκι και πάνω.Η κορφάδα κόβεται (την κόβουν), όταν αρχίζει το καλαμπόκι να ωριμάζει.
    Κορφή: 1. Βουνοκορυφή. 2. Η πέτσα που σχηματίζεται στο γάλα, όταν αυτό μείνει σε ανοιχτό δοχείο και χωρίς να «κουνηθεί» καθόλου για αρκετές ώρες. 3. Κορυφή ψηλού αντικειμένου, π.χ. δέντρου.
    Κορφιάς: Το ψηλότερο σημείο – η κορυφογραμμή – της σκεπής του σπιτιού, εκεί που τα κεραμίδια σχηματίζουν γωνία για την εύκολη ροή των νερών της βροχής. Περισσότερο εννοείται το «πάτερο», επάνω στο οποίο στηρίζονται τα κεραμίδια που σχηματίζουν τη γωνία αυτή.
    Κόσα: Γεωργικό εργαλείο με το οποίο κόβουν το τριφύλλι και άλλα είδη σανού και χόρτων.
    Κοσένι: Η πικραμυγδαλιά . Η άγρια αμυγδαλιά.
    Κοσκέρα: Η σαύρα. Το αρσενικό: Πετροκόσκερας.
    Κοτάου: Έχω τόλμη. Π.χ. «Αν κοτάς, έλα να παλέψουμε!».
    Κοτερά: Οι κότες. Τα οικόσιτα πτηνά.
    Κότσαλο: Το στέλεχος του «ραποστιού», στο οποίο είναι κολλημένοι οι σπόροι.
    Κοτσόκολο: Το «ραποσίτι» από το οποίο έχουν αφαιρεθεί όλα τα «μπούσα» και δεν μπορεί να δεθεί στην «κρεμαντάλα».
    Κοτσομιτσά: Η αγριοκερασιά.
    Κουβέλι: Χειροποίητη κυψέλη μελισσών. (Ιδιοκατασκευή).
    Κουκιά: Εκτός από τα γνωστά μας κουκιά (που λέγονται και πλατυκούκια), κουκιά λέγονται και τα κόλλυβα.
    Κούκουλο: Το αδιάβροχο.
    Κουκουλιά: Μικρό δέντρο ή και θάμνος με πυκνό φύλλωμα, που μπορεί να προστατέψει προσωρινά λίγα ζώα από την βροχή.
    Κουρκουσάλι (ή και κουκουσάλι): Το χοντρό χαλάζι που συνοδεύεται και από αέρα (βλ. και «κοκορόβι»).
    Κουρούμπελο: Ο πολύ μεθυσμένος.
    Κουλελός: Αυτός που τά έχει «χαμένα». Ο μισότρελος. Ο αρκετά ανόητος.
    Κουλούντρα: Το «σβόλιασμα» φαγητών στο βράσιμο, π.χ. του τραχανά.
    Κουλούρα: 1. Λέγονται και τα Στέφανα, με την έννοια της απώλειας της ελευθερίας. 2. Ψωμί ζυμωμένο και ψημένο πρόχειρα. 3. Ειδικό ψωμί πού δίνεται ως έπαθλο στον πρώτο νικητή αγώνων δρόμου μετά τη Θ. Λειτουργία σε ξωκκλήσια. Η κουλούρα επίσης, «μπαίνει και σε λαχνό (στα ξωκκλήσια).
    Κουμούδι: Ο κουτοπόνηρος.
    Κουμουδιά: Η ομίχλη.
    Κουμούτσα: Ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί.
    Κουμπλάου: Είμαι σε κατάσταση υπνηλίας. Νυστάζω πολύ και περιοδικά κοιμάμαι.
    Κούργιαλο: Ο πάγος και κατ’ επέκτσασιν κάθε τι που είναι πάρα πολύ παγωμένο.
    Κουρκουβίγκι: Είδος πίτας παρασκευασμένο από πρωτόγαλα ζώων (κολόστρα),στην κατσαρόλα ή στο τηγάνι, που με το βράσιμο στερεοποιείται.
    Κουρλέσα: Παλιοπροβατίνα. Προβατίνα γερασμένη.
    Κουρμέντελος: Αυτός που οι δυνάμεις του έχουν αρχίσει να τον εγκαταλείπουν. Ο «ετοιμόρροπος». Έχει και την έννοια του «χαζούλη».
    Κούρνια: Το μέρος όπου κοιμούνται οι κότες.
    Κουρούτα: Προβατίνα με μικρά κέρατα.
    Κουσπακίζω: Περπατάω καταβάλλοντας κάποια προσπάθεια. (Με δυσκολία).
    Κουταλογλύφτης: Ειδικό κοπίδι για την κατασκευή ξύλινης κουτάλας/κουταλιού.
    Κούτουλας: Το πελεκητό ημισφαιρικό λίθινο κατασκεύασμα, που συγκεντρώνεται το νερό της πηγής και φεύγει λίγο – λίγο όταν γεμίσει.
    Κουτούπια: Τα μαλλιά που δεν χτενίζονται εύκολα. Τα αχτένιστα μαλλιά.
    Κουτουπώνω: Επιτίθεμαι , χτυπώ κάποιον.
    Κουτρούλι: Σημάδι στο χωράφι, το οποίο σημαίνει ότι το χωράφι φυλάσσεται. Συνήθως είναι μικρή ποσότητα χώματος μαζεμένη «σωρό». Στο αμπέλι: τρόπος σκαψίματος (με το ξινάρι).
    Κούτσικας: 1. Σημείο – περιοχή που προεξέχει από το φυσιολογικό σχήμα αντικειμένου. 2. Το πίσω μέρος του ξιναριού ή του τσεκουριού.
    Κόφτρα: 1. Μεγάλο πριόνι, που το χειρίζονται δύο άτομα. 2. Το σημείο που ποσότητα νερού (π.χ. μέρος του αυλακιού) παρεκτρέπεται, για να ακολουθήσει άλλη πορεία, π.χ. να διοχετευθεί στο χωράφι.
    Κρατημάρα: Μερική έλλειψη της ιδιότητας τού να συγκρατεί κανείς τα διάφορα αντικείμενα, ώστε να μην του πέφτουν από τα χέρια. Αδυναμία στα χέρια.
    Κρεμαντάλα: Τρόπος που δένεται το «ραποσίτι», ώστε να μπορεί να «κρεμαστεί» για να αποξηρανθεί.
    Κρέμαση: Ο μεγάλος τοίχος που είναι κατασκευασμένος με τέτοιον τρόπο, ώστε να τοποθετείται και να στηρίζεται κατάλληλα επάνω σ’ αυτόν το μεγάλο «βαρέλι» - η «βαγένα» - που καταλήγει στο μύλο. Η «βαγένα» έχει σχήμα κόλουρου κώνου, με τη μεγάλη βάση επάνω. Το νερό που τη γεμίζει, βγαίνει από μικρή τρύπα – το «σιφούνι» - με πολύ μεγάλη πίεση στη «φτερωτή», που την θέτει σε περιστροφική κίνηση και μαζί με αυτήν τη μυλόπετρα.
    Κυνήγι: Λέγεται έτσι και το κυνηγητό (παιχνίδι) των παιδιών.
    Κυττάρι: Ο αμνιακός σάκος των ζώων μαζί με το αμνιακό υγρό, που μετά τη γέννα δεν έχει αποκολληθεί ακόμη από το ζώο και σέρνεται πίσω του. Ο πλακούντας (των ζώων).
    Κωλόκουρα: Τα μαλλιά που προέρχονται από το κούρεμα της περιγεννητικής περιοχής τω αιγοπροβάτων. Το κούρεμα αυτό γίνεται το μήνα Μάιο και συμβάλλει στην αναπαραγωγή, διευκολύνοντας τη σεξουαλική επαφή των ζώων. Τα μαλλιά αυτά, επειδή είναι μικρά (“κοντά”), θεωρούνται δεύτερης ποιότητος και δεν είναι κατάλληλα για (γ)νέσιμο και πλέξιμο. Χρησιμοποιούνται για το γέμισμα μαξιλαριών και στρωμάτων.

    Κωλορίζι: Παραφυάδα δέντρου.
    Λ
    Λαγάρι: Ο χυμός και το «τσαμπί» των σταφυλιών, που, αφού έχουν «πατηθεί», δεν έχουν διαχωριστεί ακόμη.
    Λαγαρό: Η ευαίσθητη περιοχή του υπογάστριου (κάτω από το στομάχι).
    Λαγιάζω: Κοιμάμαι για λίγο και πρόχειρα..
    Λάγιο (πρόβατο): Το πρόβατο ή η γίδα που έχει σκούρο χρώμα (καφέ ή μαύρο).
    Λαγκοδέρνω: Λέξη που χρησιμοποιείται για τα ζώα και εννοεί τη δυσφορία τους από ζέστη, δύσπνοια ή γενικότερα από ασθένεια. Μεταφορικά χρησιμοποιείται και για τον άνθρωπο.
    Λαγούμι: Το καταφύγιο του λαγού και γενικότερα αγριμιών.
    Λαγούσα: Η μαγκούρα.
    Λαιμούριασμα: Ειδική τεχνική της μαμής που εφαρμόζει στο νεογέννητο: Βάζει στο δάχτυλό της (δείχτη) στάχτη και μετά με το δάχτυλο αυτό κάνει μια περιστροφική κίνηση στα τοιχώματα του λαιμού του μωρού, για να «κάτσουν οι αμυγδαλές του!!! (Πάντως, οι στυπτικές ιδιότητες του ανθρακικού καλίου, είχαν και ευεργετική δράση).
    Λακάου: Φεύγω προσεκτικά, κρυφά και γρήγορα.
    Λαλακιασμάρα: Δυσφορία από κούραση ή ταλαιπωρία.
    Λάλας: Ο αδελφός. (Κάπως ειρωνικά).
    Λαμαρίζω: Θηλάζω (Λέγεται για τα ζώα).
    Λάτα: Ο ντενεκές ή η γάστρα.
    Λαφτακιασμένος: Λαχανιασμένος.
    Λειψή: Το αντίθετο της «ανεβατής». (βλ. ανεβατή). Ψωμί πού δεν μένει να «γίνει» και να φουσκώσει, αλλά ψήνεται αμέσως μόλις ζυμωθεί. 
    Λειψός:ο ελλιπής.
    Λειτρουγιά: Το Πρόσφορο.
    Λέντα: Κυριολ.: Η περιοχή του δέρματος που περιβάλλει την κοιλιά. Μεταφ.: Ο πολύ αδύνατος άνθρωπος ή ζώο.
    Λιγοψυχιά: Αδυναμία, τάση προς λιποθυμία, που προέρχεται κυρίως από νηστεία ή πείνα.
    Λιάνωμα: Το μικρό αρνί ή κατσίκι.
    Λιάρος: Ο πολύχρωμος, ή και ο ασπρόμαυρος. Ο «παρδαλός».
    Λιασά: Πόρτα προχειροκατασκευασμένη, που κλείνει το χώρο που είναι τα ζώα.
    Λιγόνα: Ίσιο και μακρύ κλωνάρι δένδρου.
    Λιοκόκι: το κουκούτσι της ελιάς σε μεγάλες ποσότητες, για την παραγωγή πυρηνελαίου.
    Λίμπα: α (ως ουσιαστικό): μεγάλο δοχείο μεταφοράς ή φύλαξης υγρών (π.χ. λαδιού). β. (ως επίρρημα): “Τα έκανα λίμπα”: προκάλεσα μεγάλη ζημιά, δεν άφησα τίποτα όρθιο. 
    Λιπάρω: Ρίχνω λίπασμα στα φυτά. Το ουσιαστικό: Λιπάρισμα.
    Λισγάρι: Το φτυάρι.
    Λίχνισμα: Η τεχνική κατά την οποία πετώντας ψηλά με το «δικριάνι» (ή ρίχνοντας από ψηλά) αλωνισμένο σιτάρι, με τη βοήθεια ήπιου ανέμου – αύρας –χωρίζονται και παρασύρονται τα ελαφρά μέρη, π.χ. άγανα, άχυρα. Αν ο όρος αναφέρεται σε περιουσία, εννοεί τη σπατάλη, το «σκόρπισμα» της περιουσίας.
    Λουβί: Λοβός ψυχανθών, π.χ. Φασολιών.
    Λουλώνω:Συνώνυμο του «κουμπλάου». Το ουσιαστικό: Λούλωμα. Λουπουνιασμένος: Μισοκοιμισμένος. Αδιάθετος.
    Λούρα: Ψιλή βέργα, χλωρή και εύκαμπτη. Η «βίτσα».
    Λουρίδα: Η λωρίδα. Η ζώνη.
    Λυκοδόκανο: Μεγάλο δόκανο για λύκους, αλεπούδες, τσακάλια κλπ.
    Μ
    Μαγάρα: Η ακαθαρσία. Μεταφ.: άνθρωπος πολύ βρώμικος σαν χαρακτήρας.
    Μαδούσκια: Τα μικρά («άγρια») πουλάκια, που μόλις έχουν βγεί από το αυγό και δεν έχουν πούπουλα.
    Μαλάθα: Μεγάλο κοφίνι με κάλυμμα.
    Μάμα: Τμήμα του πεπτικού συστήματος της κότας. Λέγεται και για τον άνθρωπο Μεταφορικά: «Γέμισ’ η μάμα του»: Είναι χορτάτος. Έχει χορτάσει . (Υπονοεί και το ότι κάποιος μεγαλοπιάστηκε οικονομικά και δεν μας καταδέχεται πλέον).
    Μάματα: Κομμένο (κάτι) πολύ μικρά κομμάτια.
    Μαμούρι: Ζωηρό και άτακτο παιδί.
    Μαρτίνι: Το ειδικά προσεγμένο και καλοταϊσμένο ζώο που προορίζεται για σφάξιμο.
    Μαός: Ο πλούτος. Η περιουσία.
    Μάσα: Το σίδερο με το οποίο «ανακατεύουμε» τη φωτιά. Η μασιά
    Μασχαλιάρης: Ο «δεύτερος» του χορού, που κρατάει τον πρώτο που χορεύει.
    Ματαράτσι: Το στρώμα με «μπούσα».
    Ματσαραγκιά: «Δουλειά» πού γίνεται ύπουλα. Ατιμία. Πονηρία.
    Μαυλάου (αυ=αβ): Φωνάζω, καλώ ζώο με το όνομά του.
    Μαύρος: Ο καημένος (Δηλώνει οίκτο ή συμπάθεια).
    Μαφίσα (ή μαφίσια): Γλυκά ανάλογα με τις δίπλες, που προσφέρονται στους γάμους.
    Μαχιάς: Το καθένα από τα τέσσερα «πάτερα» επάνω στα οποία στηρίζονται οι δύο άκρες του «κορφιά».
    Μελιγκόνια: Τα πολύ μικρά μυρμήγκια χρώματος καφέ.
    Μελίσσασμα (ντομάτας): Όταν η ντομάτα αρχίζει να ωριμάζει και έχει πρασινοκίτρινο χρώμα.
    Μελιτζίνα: Η αγράμπελη (που ευδοκιμεί κυρίως σε φράχτες).
    Μεργιάου: Κάνω στην άκρη. Αφήνω χώρο να περάσει κάποιος άλλος. Απομακρύνομαι διακριτικά.
    Μερελός: Αυτός που «τάχει χαμένα».
    Μερμελάου: Προκαλώ σε κάποιον αίσθημα «τσιμπήματος» στα άκρα. «Με μερμελάει το πόδι μου»: Το χαρακτηριστικό «τσίμπημα» που οφείλεται στο μούδιασμα των ποδιών (ή των χεριών).
    Μεσικά: Τα εντόσθια. Τα «μέσα» μας.
    Μεσόκοπος: Άνθρωπος μέσης ηλικίας.
    Μεταπράτης: Μεσάζων έμπορος.
    Μικροσαράντηση: Η «μισή ευχή» που παίρνει η λεχώνα από τον παπά στο σπίτι της, λίγες ημέρες μετά τη γέννα.
    Μηλιόρα: Ετήσιο θηλυκό αρνί.
    Μισάντρα (ή μεσάντρα): Το εσωτερικό ξύλινο χώρισμα σπιτιού σε δωμάτια.
    Μισοβασταμένος: Άνθρωπος κάποιας ηλικίας και με προβλήματα υγείας (επομένως με δυνάμεις μειωμένες).
    Μισογόμι: Τρόπος φόρτωσης των ζώων, (επάνω, στη μέση το σαμάρι ανάμεσα στο κυρίως φορτίο, φορτώνεται δεύτερο, μικρό φορτίο).
    Μισοκαδιάρα: Μπουκάλα, που το περιεχόμενό της ανέρχεται σε μισή οκά.
    Μιτάρια: Εξαρτήματα του αργαλειού. (Είναι ζευγάρι).
    Μόλογο: Ιστορία με όχι ευχάριστο περιεχόμενο, που διαδίδεται «στόμα με στόμα».
    Μόμιλα: Πολλά μικροαντικείμενα οικιακής χρήσεως.
    Μόρος: Πολύ σκληρό αντικείμενο σφαιροειδούς σχήματος . Π.χ. πέτρα, βώλος , ρεβίθι, κ.λ.π..
    Μούκουλο: Περιοχή με πολύ λίπος στην κάτω σιαγόνα ζώων, ιδίως του γουρουνιού (κατ’ επέκτασιν και του ανθρώπου – μεταφορικά).
    Μουργέλα: Μεγάλη μύγα, που το τσίμπημά της προκαλεί έντονη αλλεργική αντίδραση, ή και φλεγμονή. Είναι γνωστή με το όνομα «ντάβανος».
    Μουρχούτα: Πολύ βαθύ ημισφαιρικό σκεύος φαγητού. Γαβάθα.
    Μούτελη: Η λάσπη από καθαρό κόκκινο χώμα, παρασυρμένο και συγκεντρωμένο από ροή νερού.
    Μουτσούνα: Η «μούρη» με την έννοια του άσχημου, ή και του θυμωμένου.
    Μπαδέλα (ή μπαβέλα): Μαγειρικό σκεύος σαν την κατσαρόλα.
    Μπαζίνα: Παχύρευστο – κρεμοειδές φαγητό, π.χ. τραχανάς.
    Μπαιζοβγαίνω: Μπαινοβγαίνω.
    Μπακαλέος: Ο παστός βακαλάος.
    Μπακανιάρης: Ο καχεκτικός. Επί λαχανικών: ατροφικά και κιτρινισμένα.
    Μπακλαή: Ο μπακλαβάς.
    Μπαλίνια: Οι μεταλλικές ακτίνες της ομπρέλας.
    Μπαλντίμι: Δερμάτινη ζώνη που συγκρατεί το σαμάρι του ζώου.
    Μπαμπουλωμένος: Άνθρωπος με καλυμμένο το πρόσωπο.
    Μπαντουβάνης: Ευτραφής, αλητόβιος και με πλούσια σεξουαλική δράση. (Λέγεται κυρίως για τον κόκορα. Για τον άνθρωπο λέγεται μεταφορικά).
    Μπαρίζω: Ζεματίζω με βραστό νερό.
    Μπαρμπούτα: 1. Μάσκα μελισσουργού. 2. Η προσωπίδα του μεταμφιεσμένου τις απόκριες.
    Μπασαράτα: Γυναίκα δόλια, με καθόλου καλό χαρακτήρα, που δημιουργεί προβλήματα στους άλλους. Γυναίκα ελευθέρων ηθών.
    Μπατανία: Υφαντό χονδρό μάλλινο κλινοσκέπασμα, από μαλλί προβάτων, που έχει υποστεί ειδική επεξεργασία στη νεροτριβή.
    Μπατάρω: Πέφτω. Παίρνω επικίνδυνη κλίση. Έχει και την έννοια της μείωσης των δυνάμεων του ανθρώπου, λόγω γήρατος.
    Μπατίνι: Ο (έντονος) ξυλοδαρμός.
    Μπαχάς: Ο πλούτος. Η περιουσία.
    Μπελενίτσα: Είδος πετρώματος που εύκολα σμιλεύεται.
    Μπεζχτάς: Συγκεντρωμένα  και συνήθως φυλαγμένα μετρητά σημαντικής αξίας.
    Μπελερίνα: Πλεκτό (χειροποίητο) σάλι για γυναικείους ώμους, χρώματος κυρίως Μαύρου.
    Μπέσκος (η μπέσικος): Ο μη εργαζόμενος και κατ’ επέκτασιν αυτός που δεν ενδιαφέρεται να βρει κάτι ν’ ασχοληθεί, ο τεμπέλης.
    Μπεσίκι: Κούνια μωρού.
    Μπίβα (Επίρρημα): Πλήρης, γεμάτος.
    Μπίζα: Μπιζέλια., ο αρακάς.
    Μπιρμπιλός: Ο πολύχρωμος.
    Μπιρτζουλάνα: Είδος παλαιού «τσιμέντου» για κατασκευές.
    Μπλουγούρι: Το πλιγούρι.
    Μποκρίλα: Δύσβατο μονοπάτι. Κακοτοπιά.
    Μπόλια: Πετσέτα (προσόψιο ή φαγητού).
    Μπόλκα: Παλτό. Ζακέτα. Γυναικείο σακάκι. Η πόλκα.
    Μπόμπα (ή τόπι):Αυτοσχέδια παιδική μπάλα. (Ραμμένο ύφασμα γεμισμένο με πίττουρα, σε σχήμα σφαιρικό).
    Μπονώρα: Πρωί – πρωί, με το ξημέρωμα.
    Μπότι: Πήλινο ή πλαστικό δοχείο με ένα χέρι.
    Μποτίλια: Η μπουκάλα.
    Μποτσίκι: Η κρεμμύδα της πρωτοχρονιάς. Έχει και την έννοια του ανθρώπουμε περιορισμένη αντίληψη.
    Μπούγιο: Όγκος μεγάλου αντικειμένου, που συνήθως δεν συνοδεύεται και από μεγάλο βάρος.
    Μπούζα: Δερματική – εξανθηματική νόσος των μηρυκαστικών ζώων, που εντοπίζεται κυρίως στα χείλη.
    Μπουζάνι: Μια άκρη του χωραφιού, που προεξέχει από το κυρίως σχήμα του.
    Μπουζούκα: Μεγάλο κουδούνι με μελωδικό ήχο, ειδικά για τράγους. Το κυπρί.
    Μπουλαμάς: Το πρωτοχρονιάτικο χατζηλίκι στα παιδιά, αντίστοιχο πρωτοχρονιάτικου δώρου.
    Μπουζουριάζω: Κλείνω κάποιον στο κρατητήριο με βίαιες κινήσεις και μετά από συνοπτικές διαδικασίες.
    Μπούλα: Η – Ο ντυμένος (μασκαράς) τις Απόκριες.
    Μπούμπουνο: Ουσιαστικό, παράγωγο του ρήματος «μπουμπουνίζω».
    Μπουμπουνιχτιό ή μπούμπουνο: Το μπουμπούνισμα
    Μπούραμα: Το περιεχόμενο του εντέρου των ζώων, που καθαρίζεται μετά το σφάξιμο. Πληθυντικός: Μπουράματα.
    Μπούρμπερη: Ό,τι απομένει μετά από μια καταστρεπτική πυρκαγιά.
    Μπούρμπουλας: Μεγάλη πηγή που το νερό πηγάζει «σαν να βράζει».
    Μπούσα (ή μπούσια): Η φλύδα, το περίβλημα του «ραποστιού».
    Μπούφλα: Το χτύπημα στο πρόσωπο (στο μάγουλο) με την παλάμη.
    Μπουχός: Η αιωρούμενη ή μεταφερόμενη σκόνη που δημιουργείται από το χώμα με το φύσημα του αέρα, ή το πέρασμα αυτοκινήτου.
    Μπουχίζω: Καταβρέχω (π.χ. τα ρούχα για το σιδέρωμα).
    Μωρώνω: Σταματάω να κλαίω (επί μικρών παιδιών).
    Ν
    Νάκα: Είδος φορητής κούνιας μωρού (ξυλοκατασκευή), κυρίως για τη μεταφορά του.
    Νέθω: Γνέθω.
    Νεροπούλος: Υδρονομέας. Διαχειριστής νερού άρδευσης.
    Νισαντήρι (γνωστό και σαν λισαντήρι): Το χλωριούχο αμμώνιο που χρησιμοποιείται στο γάνωμα των χαλκωμάτων.
    Νιρίζω: Κλαψουρίζω.
    Νογάου: Ξέρω να κάνω κάτι με σωστό τρόπο. Καταλαβαίνω. Εννοώ. Αντιλαμβάνομαι.
    Νοματέος: Τη λέξη συναντάμε κυρίως στον πληθυντικό: Νοματέοι ή νομάτοι: Ο αριθμός ατόμων μιας ομάδας, π.χ. μιας οικογένειας.
    Νουρά: Η ουρά.
    Νταλασουμάνα: Πληθωρική γυναίκα.
    Νταμάχι: Η κατάχρηση (π.χ. νταμάχι στο φαΐ, νταμάχι στη δουλειά, κλπ).
    Nταραβέρι: Δοσοληψία. Συναλλαγή. Συνεργασία.
    Ντάσκα: Τσάντα. Η σχολική σάκα.
    Ντεμέλα: Στολισμένο μαξιλάρι, χρησιμοποιούμενο σε τελετή.
    Ντιλάρι: Άνθρωπος πολύ ψηλός.
    Ντιριέμαι: Διστάζω.
    Ντρίτσα: Ψάθινο καπέλο για αντηλιακή προστασία το καλοκαίρι.
    Ντώνω: Λασκάρω. Χαλαρώνω. Σε ανθρώπινες σχέσεις: «Τον έντωσα»: Δεν του πολυδίνω σημασία πλέον.
    Ξ
    Ξαγγλίζω: Χτενίζω πολύ μπερδεμένα μαλλιά.
    Ξαίνω: Επεξεργάζομαι μαλλί. Το ουσιαστικό: Ξάσιμο = στάδιο επεξεργασίας μαλλιού.
    Ξακρίζω: Απομακρύνομαι, αποχωρώ διακριτικά.
    Ξαλίζω: Κόβω τα πλαϊνά κλωνάρια του δένδρου, για να πάρει ύψος..
    Ξαμώνω: Απειλώ να χτυπήσω κάποιον. Με το αρνητικό μόριο «δεν», έχει την έννοια του ότι δεν κάνω καμία προσπάθεια για κάτι συγκεκριμένο, π.χ. «δεν ξαμώνει καθόλου για δουλειά».
    Ξάναμμα: Προσάναμμα.
    Ξαναμουτεύω: Αναρρώνω. Γίνομαι καλά – επανακτώ τις δυνάμεις μου, ύστερα από ασθένεια.
    Ξανασαίνω: Ξεκουράζομαι
    Ξαναφαίνω: Εμφανίζομαι ή γίνομαι ορατός από σημείο πίσω το οποίο δεν υπάρχει ορατότητα.
    Ξαργοτιμάρικος: Ο ειδικός για κάτι συγκεκριμένο.
    Ξαρίζω: Καθαρίζω, α. Το αυλάκι: για να είναι εύκολη η ροή του νερού. β. Το δρόμο να είναι ευκολοδιάβατος.
    Ξεγκόφιασμα: Η εξάρθρωση του ισχίου.
    Ξεκέφαλος (ή ξεκεφαλιά): Χτύπημα στο πρόσωπο (μάγουλο). Η «σφαλιάρα». Έχει την ίδια έννοια με τη «μπούφλα».
    Ξενοδούλιο: Δουλειά που γίνεται σε ξένον, με αμοιβή.
    Ξέλαση: Η παροχή βοήθειας (χωρίς αμοιβή) από ομάδα συγχωριανών σε αδύναμη οικογένεια, κυρίως για καλλιέργεια ή συγκομιδή. Γίνεται κυρίως Κυριακή.
    Ξεπέτσ(ι)ασμα (ψωμιού): Το «φαινόμενο» κατά το οποίο η πέτσα του ψωμιού ξεχωρίζει από το υπόλοιπο σώμα του κατά το ψήσιμο στο φούρνο
    Ξεπέχω: Περισσεύω, σε σύγκριση με κάποιον άλλον, π.χ. στο ύψος.
    Ξεροπάγωνο: Το πρωινό χειμωνιάτικο κρύο, που συνοδεύεται από ξαστεριά και πάχνη.
    Ξεσγουπίζω: Συνώνυμη της λέξης «ξαναμουτεύω».
    Ξεσηκώνω: Αντιγράφω ακριβώς.
    Ξεσπινίζω: Αφαιρώ, βγάζω με τα χέρια τον καρπό από κάποιο γεωργικό προϊόν, π.χ. από το καλαμπόκι, τα φασόλια, κλπ. Το ουσιαστικό: Ξεσπίνισμα.
    Ξεστομώνω: Κάνω αποσυμφόρηση στην «κεφαλή» μιας ομάδας (π.χ. ζώων ή ανθρώπων) που υπάρχει εμπόδιο, να μπορέσουν να προχωρήσουν.
    Ξεφταλαγιάζω: Προκαλώ αναστάτωση. Βρίζω.
    Ξινόγαλο: Το ξινό (ξινισμένο) γάλα που συγκεντρώνεται (κυρίως) το πρώτο 15ηθήμερο του Αυγούστου (περίοδος νηστείας) και προορίζονταν για τραχανά.
    Ξιφτέρι: 1. Μικρό γεράκι. 2. Ο πανέξυπνος άνθρωπος.
    Ξομπλιάζω: Διευκρινίζω, τακτοποιώ. Ξεμπλέκω.
    Ξυλόκοτα: Η μπεκάτσα
    Ξυλοφάι: Λίμα ξύλου.Ξυλόχτενο: Εξάρτημα του αργαλειού.
    Ο
    Ογλήγορα: Γρήγορα.
    Όκνος: Η τάπα του κρασοβάρελου.
    Οματιά (ή νοματιά): Είδος λουκάνικου που γίνεται με το παχύ έντερο του γουρουνιού και ψήνεται στο φούρνο. Περιέχει: εντόσθια ψιλοκομμένα, αρωματικά φυτά, (ρίγανη, μαϊντανό, κλπ), στάρι βρασμένο, σταφίδες, πορτοκαλόφλουδες, πιπεριές. Είναι βαρύ χειμωνιάτικο φαγητό.
    Ομπρύζω: Δακρύζω. Έχει περισσότερο την έννοια της μικρής διαρροής (σε Γ΄ πρόσωπο) δοχείου με υγρό.
    Οξά: Η Οξιά. Εκτός από το γνωστό δέντρο του δάσους με το όνομα αυτό,
    ονομάζεται έτσι και το θηλυκό γεράκι.
    Ούθε: Όπου. Απ’ όπου.
    Ούλος: Όλος. (Ούλη – ούλο): Όλη –όλο.
    Ούτσι: «Στοιχειό», που μπορεί να έχει και το μέγεθος…μυρμηγκιού! Φοβίζουμε τα παιδιά μ΄ αυτό.
    Π
    Παγερός: Σκληρός, το αντίθετο του «τρυφερός».
    Παίνεια: Έπαινος, παίνεμα.
    Πάλε: Πάλι.
    Παλούκι: Έχει και την έννοια του μεγάλου ξυλοδαρμού. (Κυριολ.: Ξύλινο στήριγμα αναρριχόμενων φυτών, ή χοντρός πάσαλος).
    Πανηγιάρι: Μικρό Πρόσφορο οβάλ ή στρογγυλού σχήματος, που δίνεται κυρίως στα παιδιά. Σφραγίζεται με τη «μικρή Σφραγίδα», τη «λαβή» της σφραγίδας που σφραγίζεται το Πρόσφορο.
    Παντιγιέρα: Δίσκος σερβιρίσματος.
    Παπαδέλες: Τα γνωστά «ποπ – κορν», (που ψήνονταν στην «πυρωμένη γωνιά»)
    Παππούλης: Ο παππούς, αλλά και ο παππάς.
    Παραβολιάζω: Βόσκω τα πρόβατα σε πολύ κοντινή απόσταση από το χωριό. Το ουσιαστικό: Παραβόλα.
    Παραγώνι: Ο χώρος γύρω από το τζάκι. Υπονοούνται κυρίως τα δύο πλαϊνά.
    Παραθάρια: Εμπιστοσύνη, αλλά χωρίς «αντίκρυσμα».
    Παραμαγούλα: Η γνωστή παρωτίτιδα.
    Παραμονεύω: Παραφυλάω. «Στήνω καρτέρι». Παρακολουθώ κάποιον με σκοπό να επέμβω στην κατάλληλη στιγμή, ή να τον συλλάβω. Είμαι σε ετοιμότητα.
    Παραπανίσος: Ο επί πλέον. Αυτός που περισσεύει. Ο ένας παραπάνω.
    Πάσκα: Το Πάσχα.
    Πάστα: Ο τοματοπολτός.

    Παπίρι: Κομμάτι κέρατου ζώου, κατασκευασμένο έτσι, ώστε να κουμπώνει τη βεζά (βλ. λήμμα) του κουδουνιού.
    Πάτερα: Μεγάλα ξύλα που τοποθετούνται κατά πλάτος, για να στηρίζουν τη σκεπή του σπιτιού. Το επίσης μεγάλο (μεγαλύτερο) ξύλο που τοποθετούνται και στηρίζονται επάνω του τα πάτερα στα πατώματα, λέγεται ποταμός.
    Πατητό: Το ξύλο, ο ξυλοδαρμός.
    Πατουκλιά (ή βατουκλιά): Είδος θάμνου με αγκάθια. Είναι και η βάτος.
    Παχνί: Το μέρος που τοποθετείται η «φάκνα», να φάνε τα μεγάλα ζώα. Η φάτνη.
    Πεδουκλώνομαι: Σκοντάφτω.
    Περικόβω: 1. Αντιδρώ ή συμπεριφέρομαι έτσι, που η στάση μου τον άνθρωπο για τον οποίο ενδιαφέρομαι, τον κάνει να αισθάνεται ενοχές, για τη στάση του απέναντί μου. 2. Σε γ΄ πρόσωπο έχει την έννοια πως με επηρεάζει κάποιος εξωτερικός παράγοντας, π.χ.: «με περίκοψε το κρύο»: Αισθάνθηκα το κρύο πάρα πολύ, κρύωσα σοβαρά. «Με περίκοψε το ξύλο»: «έφαγα» πολύ ξύλο που το αισθάνθηκα!
    Πέταβρα: Οι σανίδες επάνω στις οποίες στηρίζεται η πλακοσκεπή του σπιτιού.
    Πετιμέζι: Σιρόπι που γίνεται από το βράσιμο του μούστου και διατηρείται το χειμώνα. Χρησιμοποιείται για γλυκαντικό, υποκατάστατο του μελιού.
    Πετρολύχναρο: Το λυχνάρι που καίει πετρέλαιο.
    Πίγουλη: Το ζυμαρικό «φιδές».
    Πιλάλα: Τρεχάλα, γρήγορα.
    Πιλιόνε: Δηλώνει αγανάκτηση: «Άσε με πιλιόνε!»: Άσε με επί τέλους!
    Πινόμαλλο: Μαλλί ζώων (κυρίως προβάτων) με «πίνο».(Δηλαδή το άπλυτο μαλλί που περιέχει τη λανολίνη, που ακόμη δεν διαχωρίστηκε).
    Πίνος: Ελαιώδης ουσία που έχουν τα μαλλιά των προβάτων και από την οποία εξάγεται η λανολίνη, που χρησιμοποιείται σε φάρμακα και καλυντικά..
    Πιόμα: Ποτό.
    Πίπιζα: Η καραμούζα (πνευστό μουσικό όργανο).
    Παρανόμι: Το επώνυμο όνομα.
    Πίρος: Η οπή του κρασοβάρελου στην οποία μπαίνει και εφαρμόζει η κάνουλα.  
    Πισκέσι: Προσφορά δώρου.
    Πισοκυλάου: Στον αόριστο - γ΄ πρόσωπο (πισοκύλισε): υποτροπή νόσου ενώ βρίσκεται σε στάδιο ύφεσης – αποδρομής. Το ουσιαστικό: Πισοκύλισμα.
    Πιστρόφια: Η πρώτη μετά το γάμο επίσκεψη του ζευγαριού στο πατρικό σπίτι τηςτης νύφης.
    Πιτούρι: Κοντό και πρόχειρο παντελόνι. Κάτι, ας πούμε, σαν τη σημερινή βερμούδα.
    Πιχερίζουμαι: Προσπαθώ – αναλαμβάνω να φέρω εις πέρας μια (τεχνική) εργασία. Επιχειρώ.
    Πλακώνω (το ψωμί, ή το φαγητό): Το τρώω με βουλιμία! Η λέξη έχει και υπονοούμενη σεξουαλική σημασία. Φυσικά, και η γνωστή σημασία «πλακώνω στο ξύλο».
    Πλατυκούκια: Οι κύαμοι. (Τα κουκιά).
    Πλευρό: Το ένα από τα δύο σακιά (δεξιό ή αριστερό), που φορτώνονται στο ζώο. (Αυτό, δηλαδή, που φορτώνεται στη μία «πλευρά»).
    Πλούμπω: Η όμορφη κοπέλα – γυναίκα. Η πλουμιστή.
    Πλόχερος: Το περιεχόμενο ενός «γρόθου».
    Ποδεμή: Υπόδηση.
    Ποδοκυλάου: «Κυλώ» στο έδαφος κάτι με βία ή χωρίς προσοχή. Έχει και την έννοια του βιασμού. Το ουσιαστικό: Ποδοκύλημα.
    Ποκάρι: Καθορισμένη ποσότητα μαλλιών (προβάτων κυρίως).
    Πολυγκαιρ(ι)νός (πολύς + καιρός): Αυτός που έχει πολύ καιρό (και πιθανότατα έχει αλλοιωθεί). Ο «μπαγιάτικος».
    Πόντζι: Μείγμα τσίπουρου και πετιμεζιού, βρασμένο στη φωτιά. Χρησιμοποιείται και για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση του κρυολογήματος. Έχει θερμαντική δράση στον οργανισμό .
    Ποργιά: Προχειροκατασκευασμένη πόρτα με την οποία κλείνεται κάποιος (κυρίως ανοιχτός) χώρος.
    Πορδίλια: Τα πολύ μικρά μυρμήγκια χρώματος καφέ.
    Ποταμός: Βλ. «πάτερο».
    Πούμωμα: Το αεροστεγές κλείσιμο του βαγενιού με την «πουμωσά», που αποτελείται από δύο θυρίδες: την πλαϊνή και την «επάνω». Η πλαϊνή εφαρμόζει στη μία βάση και φέρει τον «πίρο», από τον οποίο γίνεται το «άρμεμα» του γλεύκους (μούστου). Όταν αφαιρεθεί και πάλι η «πουμωσά» αυτή, βγάζουμε τα τσίπουρα.
    Πουρνοφωλιά: Θάμνος πουρναριού.
    Πράμα – Πράματα: Ζώα. Εννοούνται κυρίως τα γιδοπρόβατα.
    Πριόβολος: Μεταλλικό αντικείμενο – εργαλείο, με το οποίο χτύπαγαν το «στουρνάρι» και προκαλούσαν σπινθήρα. Από τον σπινθήρα άναβε η «ίσκα» και με την ίσκα άναβαν τσιγάρο ή φωτιά.
    Πρίσκαλο: Το ανώριμο σύκο.
    Προβατόγιδα: Κοπάδι από πρόβατα και γίδια.
    Προβατοψάλιδο: Μεγάλο ψαλίδι για το κούρεμα των ζώων.
    Προγκάου: 1. Αιφνιδιάζω ή αιφνιδιάζομαι (και πολύ συχνά τρέπομαι σε φυγή). 2. Παρουσιάζομαι αιφνίδια και «χαλάω» τα σχέδια ή τις ύποπτες δουλειές κάποιου.
    Πρόσγαλο: Μικρή ποσότητα γάλακτος, απαραίτητη για την παραγωγή της μυζήθρας.
    Προσφαϊζω: Τρώω – συνοδεύω κάτι με (πολύ) ψωμί για να χορτάσω.
    Προσωπική (εργασία): Υποχρεωτική ομαδική εργασία προς κοινό όφελος. Π.χ. η Συντήρηση του δρόμου.
    Πρωτάγιαση: Η παραμονή των Θεοφανίων.
    Πυροστιά: Ο τρίγωνος μεταλλικός τρίποδας, επάνω στον οποίο τοποθετείταιη κατσαρόλα για βράσιμο με ξύλα.
    Πυρώνω: Ζεσταίνω.
    Ρ
    Ρακοπότηρο: Μικρό ποτήρι για το σερβίρισμα ούζου.
    Ράπι ή Ραπί: Eίδος ψαθιού.
    Ραποστιά: Η καλαμποκιά. Ραποσίτι: το καλαμπόκι.
    Ρεγάλο: Δώρο. Προσφορά.
    Ρεμπελιό: Αδράνεια. Τεμπελιά. Ρέμπελος: Ο αργόσχολος.
    Ρένω: Ανατέλλω. (Ρένει ο ήλιος).
    Ρεζές: Το μεταλλικό μέρος που συγκρατεί την πόρτα από το «κάσωμα.». Ο μεντεσές.
    Ροβολάου: Κατεβαίνω (από το βουνό ή στον κατήφορο).
    Ροβολιακό ή ρόβολο: Αρκετά κεκλιμένη επιφάνεια εδάφους
    Ρογοβύζι: Το μπιμπερό με τη θηλή.
    Ροδάμι: Το τρυφερό βλαστάρι από πουρνάρι (που τρώνε τα ζώα την άνοιξη). Έχει χρώμα ροζ.
    Ρόκα: Εργαλείο γνεσίματος σε σχήμα Φ.
    Ρουγκλώνω: Πίνω με βουλιμία. (Αναφέρεται περισσότερο στο κρασί).
    Ρουκέλα: Η κουβαρίστρα.
    Ρουμπελιά: Κατεβασά νερού με λάσπη, αποτέλεσμα μεγάλης και εντονης βροχής.
    Ρουπώνω: 1.Tρώω πρόχειρα «να ξεγελάσω την πείνα μου». 2,Η λέξη χρησιμοποιείται και όταν θέλουμε να ειπούμε ότι ένα ξύλινο αντικείμενο «φούσκωσε» από την υγρασία. Π.χ. ένα βαρέλι πριν χρησιμοποιηθεί, το γεμίζουμε νερό, ώστε να «φουσκώσει» και να αποφύγουμε πι-
    θανές διαρροές από το υγρό που θα το γεμίσουμε. Όταν το βαρέλι έχει «φουσκώσει», λέμε ότι ρούπωσε.
    Ρουτζώνω: Θυμώνω. Πεισμώνω.
    Σ
    Σαγάνι: Μεταλλικό σκεύος φαγητού.
    Σαϊζουμαι: Ετοιμάζομαι, οργανώνομαι.
    Σαϊζω (τα ζά): Σκεπάζω τα ζώα όταν σταματάει για λίγο το όργωμα, μην κρυώσουν , που είναι ιδρωμένα.
    Σαμντάνι: Το κηροπήγιο.
    Σαρίδι: Σκουπίδι.
    Σαρώνω: Σκουπίζω.
    Σάσμα: Χαλί από κοζά. Με τον όρο «σάσματα», εννοούμε γενικότερα τα ρούχα που στρώνονται κάτω. Τα στρωσίδια. Λέγεται και «σάγιαμα» και «σάισμα».
    Σαχραπώνω: Τρώω με βουλιμία μέχρι υπερ-κορεσμού, δίνοντας σημασία μόνο στην ποσότητα του φαγητού και όχι στην ποιότητα.
    Σβερκώνομαι: Πέφτω (στο έδαφος) από απροσεξία. Στην ενεργητική (σβερκώνω)= δέρνω πολύ δυνατά (και μάλλον ύπουλα), μέχρι ακόμα και θανάτου!
    Σβιρντάνιγμα: Το «πέταμα» (άχρηστου) αντικειμένου με το χέρι, μακριά. Ρήμα το συναντάμε συνήθως στους χρόνους μέλλοντα και αόριστο: «Θα το σβιρντανίξω» και «το σβιρντάνιξα».
    Σβουρλέτσικο: Επιτόπιες πολύ γρήγορες στροφές σώματος ή αντικειμένου, γύρο από τον άξονά του.
    Σβούρτσα: H βούρτσα.
    Σγαρλάου: Εκτός από τη γνωστή σημασία της λέξης («σγαρλάει η κότα»), έχει και την έννοια του ερευνώ. Ακόμη ερευνώ…πονηρά.
    Σγούρπα: Πέτρα με φυσικό (ή μπορεί να είναι και τεχνητό) «βαθούλωμα», το οποίο συγκρατεί βρόχινο νερό. Στα βουνά και όπου υπάρχουν τέτοιου είδους πέτρες, το νερό που συγκρατούν, ξεδιψάει τους τσοπάνηδες. Στην περιοχή του Κούρου, υπάρχει τοπωνύμιο με την ονομασία Σγούρπα, επειδή εκεί βρίσκεται μία τέτοια πέτρα.
    Σέμπρος : Συνεργάτης, συνεταίρος. Ο όρος αναφέρεται κυρίως σε συνεργαζόμενους με ζώα. Γνωστή, άλλως τε, είναι και η παροιμία: «Ψόφησ’ ο μαύρος μας, πάει η σεμπριά μας!»
    Σερμπέσης: Αυτός που «δεν μαζεύεται σπίτι του. Ο αλήτης. Το υπονοούμενο, βέβαια της έντονης σεξουαλικής ζωής – δράσης, είναι δεδομένο.
    Σερνά: Μακρύ, και όχι απαραίτητα ίσιο, ξύλο, πού μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για… ξυλοδαρμό.
    Σερνικό: Το αρσενικό (παιδί ή ζώο).
    Σέρσεγκας: Το μεγάλο κίτρινο έντομο, που το τσίμπημά του προκαλεί έντονο πόνο και, πιθανόν, αλλεργική αντίδραση.
    Σηκωβρόντημα: Έχει την έννοια του σηκώνω ψηλά ένα αντικείμενο και το πετάω με δύναμη κάτω. Μπορεί επίσης να έχει και την έννοια της βίαιης σεξουαλικής πράξης.
    Σηκωπίθωμα: Η ενέργεια του σηκώνομαι και αμέσως κάθομαι, κατ’ επανάλειψιν. Είμαι ανήσυχος.
    Σημαδαύγουλο: Αυγό κότας μη φυσιολογικού (μικρού) συνήθως σχήματος, που δεν έχει ολοκληρωθεί ο σχηματισμός του.
    Σήμανα: (στον πληθυντικό): Η μέθοδος της καταβολάδας στο κλήμα.
    Σιφερτάσι: Μεταλλικό (κυρίως από αλουμίνιο) δοχείο φύλαξης και μεταφοράς φαγητού, με κάλυμμα και χειρολαβή.
    Σκάλος: Γεωργική εργασία.
    Σκάλτσες: Πλεκτές – μάλλινες αντρικές κάλτσες, που έφταναν μέχρι το ισχίο. Εκεί τις έδεναν με κορδόνι για να συγκρατούνται και για τη συγκράτιση στο πέλμα είχαν «πατούσες». (Όπως π.χ. τα σημερινά «κολάν»).
    Σκαμπακίδα – ες : Μεγάλες και πυκνές νιφάδες χιονιού
    Σκαπετάω (ή σκαπετάου): Φεύγοντας, δεν είμαι πλέον ορατός, (π.χ. πίσω από δέντρα, ανάχωμα, καταράχι). Το αντίθετο του «ξαναφαίνω».
    Σκασιλίκι: Πράξη που εκδηλώνει εκδίκηση.
    Σκαρδάκι: Ονομασία πολύ μικρού πουλιού, χρώματος καφέ.
    Σκαρίκια: Το άγγελμα χαρμόσυνου γεγονότος, π.χ. τοκετού, ονόματος νεοβαπτισμένου, κλπ. Συχαρίκια. Συγχαρητήρια.
    Σκαρπωτά (Επίρρημα): Επιφάνεια ή τομή πού έχει πλάγια θέση.
    Σκατζίζω: Τρέχω χοροπηδώντας.
    Σκαφίδι: Η (ξύλινη) σκάφη για το ζύμωμα.
    Σκιάζαρος: Το «σκιάχτρο». Ομοίωμα ανθρώπου που τοποθετείται στα χωράφια και τα αμπέλια, να φοβίζει τα «ζούδια» και τα πουλιά και να μην κάνουν ζημιές στην παραγωγή.
    Σκίζα: Κομμάτι ξύλου που έχει προέλθει από «σχίσιμο».
    Σκλήθρα: Κομμάτι λεπτού ξύλου που εισχωρεί και μένει στο δέρμα, προκαλώντας πόνο. Μεγάλο αγκάθι που μας τρυπάει στο δέρμα (κυρίως στα άκρα).
    Σκλησμός: Το είδος σαλίγκαρου χωρίς κέλυφος. Ο «γυμνός» σαλίγκαρος.
    Σκουτί – σκουτιά: Τα ρούχα. Κυριολεκτεί περισσότερο στα «μεγάλα» ρούχα (στρωσίδια και τα σκεπάσματα ύπνου). Η λέξη μπορεί να έχει και υβριστική σημασία.
    Σκοτούρα: Η ζάλη. Έχει ακόμη και τις έννοιες: Της ευθύνης, της περισυλλογής και των καθημερινών προβλημάτων.
    Σκουντάου: Σπρώχνω. Ακουμπάω κάποιον με σκοπό να του αποσπάσω την προσοχή.
    Σκουράτζος: Η ρέγκα. «Ο ρέγγος».
    Σκουρδουμπουλάου: Κυλιέμαι στο έδαφος, με την έννοια του υποφέρω από φοβερούς πόνους.
    Σκούρκος: Ο μαύρος «σέρσεγκας».
    Σκορποσπίτης: Σπάταλος. Το αντίθετο: συμμαζώχτ(ρ)ης.
    Σκουσμάρι: Γοερό κλάμα.
    Σκουτερεύω: Ασχολούμαι με δουλειές του σπιτιού. Νοικοκυρεύω.
    Σκουτί: Το ρούχο. (Κυρίως το χονδρό ρούχο).
    Σκρούμπος: Το μαύρο που απομένει μετά το κάψιμο μάλλινου υφάσματος.
    Σκύβαλα: 1. Τα άλλα σιτηρά που συνυπάρχουν με το σιτάρι (και πρέπει να ξεχωριστούν και να πεταχτούν. 2 Άνθρωποι με κακό όνομα και χαρακτήρα, που «καλό θα ήτανε να μη βρίσκονται ανάμεσά μας».
    Σμίχτες: Οι σέμπροι και αυτοί που ενώνουν τα κοπάδια τους.
    Σμπουράου: Γκρεμίζω. («Σμπούριξε ο τοίχος»: Γκρεμίστηκε ο τοίχος).
    Σόκια: 1.Τα (όποια) πράγματα παίρνουμε μαζί μας, όταν πάμε κάπου. 2. Γενικότερα τα σκεύη.
    Σοκολίθρα: Το πουλί «σουσουράδα».
    Σόμπολα: Οι μεγαλύτερες πέτρες που βάζουμε μέσα στο «χαρμάνι» (λάσπη με Τσιμέντο), να «δέσει» και να «αβγατίσει».
    Σουγλί: Το γνωστό σουβλί που ανοίγει τρύπες, π.χ. στη ζώνη, στη λεπτή σανίδα κλπ.
    Σουμπράου: «Τσιγκλάω». Ενοχλώ. Σπρώχνω.
    Σουραύλι: Είδος πνευστού μουσικού οργάνου.
    Σουρούνι: Μικρό ταγάρι.
    Σουσούνα: Ονομασία πουλιού.
    Σούσουρο: Μικρή αναστάτωση, φασαρία.
    Σουτζούκι (ή τσουτζούκι): Γλύκισμα από καρύδι και μουσταλευριά, ημιαποξηραμένο.
    Σούτος – Σούτο: Κριάρι χωρίς κέρατα. Σούτα: Γίδα χωρίς κέρατα.
    Σοφράς: Στρογγυλό και κοντό (φορητό) τραπέζι. Λέγεται και τάβλα.
    Σπερνά: Τα κόλλυβα.
    Σπινός - Σπινό: Το φως που φωτίζει ελαφρά. Το μάτι που πονάει και δεν μπορεί ν’ανοίξει καλά.
    Σποριά: Tμήμα του χωραφιού που χωρίζεται στο όργωμα, για να μπορεί να δουλεύεται και να ποτίζεται ευκολότερα και καλύτερα.
    Στάρινο: Το σταρένιο ψωμί.
    Σταλούσα: Νερό βροχής που είτε στάζει από τη σκεπή μέσα στο σπίτι, είτε το έχουμε συγκεντρώσει σε δοχείο για χρήση.
    Στάλπη: Το γάλα που μόλις έχει γίνει (πήξει) τυρί (και δεν έχει διαχωριστεί από τον «τυρόγαλο» με τη μέθοδο του στραγγίσματος.
    Στέρφη – στέρφα: 1. Προβατίνα ή γίδα πού δεν έχει γεννήσει ή δεν κυοφορεί, άρα δεν (θα) έχει γάλα. 2. Πηγή που έχει στερέψει (και δεν έχει νερό).
    Στεφανοχάρτι: Η άδεια γάμου.
    Στηθάμι: Το στήθος (άσπρο κρέας) της κότας.
    Στιμόνι: Το νήμα που χρησιμοποιείται στην ύφανση.
    Στούμπος: 1. Πέτρα με σφαιρικό (περίπου) σχήμα. 2. Ξύλο ειδικά κατασκευασμένο για το «λιώσιμο» των σταφυλιών στον τρύγο (στην κάδη ή σε άλλο δοχείο παρόμοιου σχήματος). 3. Άνθρωπος με μειωμένη αντίληψη, μεταφ.).Στουρνάρι: 1. Είδος πολύ σκληρού πετρώματος. 2. Άλας πυριτίου από το οποίο γίνεται το γυαλί. 3. Άνθρωπος με μειωμένη αντίληψη (μεταφορικά).
    Στράτα: Εκτός από την γνωστή έννοια «δρόμος», έχει και την έννοια της μεταφοράς τμήματος του φορτίου (μιας διαδρομής).
    Στρεμπεκλάου: Βαδίζω με αστάθεια. (κυριολ.: για τον μεθυσμένο).
    Στρούγκα: Ο (ανοικτός) χώρος που είναι περιφραγμένος με ξύλα και φυλάσσον- ται τα πρόβατα τους καλοκαιρινούς μήνες.
    Στρωματσάδα: Δυο, τρεις, τέσσερις μαζί για ύπνο, στο πάτωμα, ο ένας δίπλα στον άλλον.
    Στύλος (αλωνιού): To ξύλο που βρίσκεται στη μέση του αλωνιού. Σε αυτό δένονται τα ζώα, συνήθως άλογα «λακιανιάρικα», και γυρίζουν γύρο – γύρο και αλωνίζουν τα δεμάτια του σιταριού.
    Συγκάθια: Είδος κρέμας με προϊόντα γάλακτος και αλεύρι (καλαμποκάλευρο), παραπροϊόν στην παρασκευή του βουτύρου.
    Συγκλετίζουμαι: Παίρνω κάτι κατάκαρδα. Το ουσιαστικό: συγκλέτι.
    Συλάχι ή σελάχι: Εξάρτημα παραδοσιακής στολής (της φουστανέλας). Το φόραγαν στη μέση οι άνδρες και μέσα έβαζαν πιστόλες και μαχαίρια. Αργότερα είδη πρώτης ανάγκης. Αν μπορούσαμε να πούμε πώς έχει σήμερα αντικατασταθεί με κάτι, αυτό θα ήταν η «μπανάνα».
    Συμμαζώχτ(ρ)ης: Οικονόμος, νοικοκύρης.
    Συμπολιάζω: Έχει την έννοια του συναρμολογώ πρόχειρα.
    Συμπράγκαλα: Τα «σόκια».
    Συμψωμιά: Συνεργασία.
    Συνεβγάνω: Συνοδεύω τιμητικά τον επισκέπτη πού φεύγει, μέχρι την πόρτα ή την αυλή του σπιτιού. Κατευοδώνω.
    Συνέμπαση: 1.Η σοδειά. 2. Η διαδικασία συγκομιδής.
    Συνισκυράου: Συγυρίζω. Μεταφ.: Ανακατεύομαι.
    Συνξέμαι ή συγγζέμαι: Προσπαθώ να αποσπάσω υπόσχεση ή αντικείμενο με οποιονδήποτε τρόπο. Προκαλώ, κάτι που μπορεί να αποβεί και εις βάρος μου. «Έρχομαι γύρο».
    Συντάβλι (Το ρήμα: Συνταβλάου): Συντηρώ τη φωτιά, «σπρώχνοντας» τα ξύλα να ενωθούν μεταξύ τους. Μεταφ.: Ενοχλώ – προκαλώ, συνήθως με λόγια. (συν + δαυλός).
    Σφαλάγκι: Η αράχνη. Σφάλαγκας: Η μεγάλη αράχνη.
    Σφεντάμι: Ονομασία δένδρου του δάσους. Το γνωστό «εγκλενιό».
    Σφερδούκλι: Ονομασία φυτού, συγγενές με το αγριόπρασο.
    Σφόντυλος: Εξάρτημα γνεσίματος. Ενεργεί με τέτοιον τρόπο στην άκρη στο αδράχτι, για να περιστρέφεται. Μεταφ.: Χτύπημα στο πρόσωπο με την κοινή ονομασία «ανάποδη».
    Σφουγκάου (ή σφουγκίζω): Καθαρίζω. Σπογγίζω.
    Σφουγκάτο: Η ομελέτα.
    Τ
    Ταβάς (ή νταβάς): Το ταψί.
    Τάβλα: 1. Βλ. Σοφράς. 2. Σανίδα. 3. Έχει σχέση και με το θάνατο (έπεσε τάβλα).
    Ταβούλι: Το γνωστό παραδοσιακό μουσικό όργανο στην ονομαστική πληθυντικού, έχει την έννοια όλου του συγκροτήματος. Μεταφορικά έχει την έννοια έντονου οιδήματος (πρηξίματος).
    Ταβουλόβεργα: Το ταβούλι το «βαράει» ο οργανοπαίκτης με δύο «ξύλα»: Ένα μεγαλύτερο (χοντρότερο) και ένα μικρότερο (λεπτότερο). Αυτά τα ξύλα είναι οι ταβουλόβεργες.
    Ταγιαντάου: Κρατώ άμυνα. Αντιστέκομαι. Κάνω κουράγιο. Υπομένω. Ταϊνι: 1. Η προσφορά φαγητού. 2. Σκεύος ταΐσματος των ζώων.
    Τάμπανο: Κάτι πολύ ξερό, που φυσιολογικά θα έπρεπε να είναι πιο μαλακό, Π.χ. το ψωμί.
    Τάνημα: Το σφίξιμο με σκοπό την ούρηση ή την αφόδευση. Η μεγάλη προσπάθεια για την επίτευξη επίπονης χειρονακτικής εργασίας. Το ρήμα: Τανιέμαι.
    Ταρναρίζω: Κουνάω ρυθμικά, με την έννοια ότι ταλαιπωρώ ή ενοχλώ, π.χ. το μωρό στην κούνια του. 
    Ταχιά: Αύριο. Την επόμενη ημέρα ή τις επόμενες ημέρες.
    Ταχινή: Η επόμενη ημέρα.
    Τεγγιάζω: Περιορίζω σε ασφαλή χώρο. Δένω. Μεταφορικά «θα σε τεγγιάσω»: Θα σε ταχτοποιήσω! (απειλητική προειδοποίηση).
    Τελάκι: Μικρό καρφί, μικρή «πρόκα», κυρίως για τις σόλες των παπουτσιών.
    Τέμπλα: Λεπτό και μακρύ ξύλο που χρησιμοποιούμε για «ράβδισμα» δένδρων.
    Τέσα: Μεταλλικό αγγείο αρμέγματος (γάλακτος), με «χερούλι» σχήματος τόξου και καπάκι. Το ξύλινο: καρδάρι
    Τέντζερης: Εκτός από την ονομασία μαγειρικού σκεύους, έχει και μεταφορική
    Έννοια: «Θα σε πιάσω στον τέντζερη»: Θα σε βρω όταν έλθεις να φας!
    Τεψί: Το ταψί.
    Τζάχτη: Η δουλειά που ολοκληρώνεται σε λίγες ώρες.
    Τζερεμές: Η πρόκληση ζημιάς.
    Τζιγέρ(γ)ια: Τα εντόσθια ζώου, που γίνονται τηγανητά.
    Τζόλα: Ύπουλη πράξη. Ύπουλη πρόκληση ζημιάς.
    Τηλιγάδι: Εργαλείο, που μαζί με το «ανεμίδι» χρησιμοποιείται για την παρασκευή
    των «μασουριών» για ύφανση.
    Τηράω ή τηράου: Κοιτάζω.
    Τοιράου: Κοιτάω. Κοιτάζω.
    Τολάϊστονε: Τουλάχιστον.
    Τομάρι: 1. Έκφραση με υβριστική σημασία. 2. Δέρμα ή τμήμα δέρματος ζώου. 3. Ασκός κατασκευασμένος από δέρμα ζώου (κυρίως γίδας) με ειδική επεξεργασία, που χρησιμεύει για τη μεταφορά υγρών, ή τη συντήρηση τυριού φέτας.
    Τόπι: 1. Παιδικό παιχνίδι φτιαγμένο από ξύλο φροξυλιάς σε στυλ ιατρικής σύριγγας, το οποίο εκτοξεύει σπόρους κέδρου, τα γνωστά «κεντρόκουκα», προκαλώντας κρότο. 2. 
    Τορβάς και Ντορβάς: Είδος ταγαριού μέσα στο οποίο βάζουμε λίγη ζωοτροφή Π.χ. καλαμπόκι, το εφαρμόζουμε και το σταθεροποιούμε στο στόμα του μεταφορικού ζώου. Με τον τρόπο αυτό, το ζώο ασχολείται, («μπλέκει») με το να τρώει ό,τι βρίσκεται μέσα στον τορβά και δεν ενδιαφέρεται να φάει από το φορτίο που μεταφέρει (π.χ. σανό). Έτσι δεν κινδυνεύει και το φορτίο να ανατραπεί. Η φράση «θα σε πιάσω στον τορβά», έχει την έννοια που έχει η φράση «θα σε πιάσω στον τέντζερη».
    Τορός: Το αχνάρι. Ίχνη στο έδαφος από το βάδισμα .
    Τουλούπα: Τμήμα επεξεργασμένου μαλλιού, που προορίζεται για γνέσιμο.
    Τουλουπάνι: Λευκό γυναικείο μαντήλι κεφαλής.
    Τραμπουζάνα: Η δαμιζάνα (μεγάλη μπουκάλα).
    Τραφιάζω: Γκρεμίζω σε τάφρο. (Τράφος: τάφρος).
    Τρανή: Λέγεται και η γιαγιά..
    Τράστο: Μεγάλο ταγάρι.
    Τράτο: Περιθώριο.
    Τρεκλάου: Βαδίζω με αστάθεια.
    Τριβόλι: Σπόρος του οποίου το περίβλημα είναι αγκαθωτό. Μεταφορικά: Τριβολάου: Ενοχλώ .
    Τριδόνες: Ανησυχία. «Έχεις τριδόνες!»: Δεν μπορείς να καθίσεις σ’ ένα μέρος!
    Τρικοκιά: Αγκαθωτός θάμνος. Μεταφ.: Μεγάλο αγκάθι που μας τρύπησε.
    Τριφτάδες: Πρόχειρο φαγητό με κόκκους νωπού ζυμαριού, που γίνεται νερόβραστο και τρώγεται ή πίνεται με κρασί (το οποίο προσθέτουμε στο πιάτο μας).Οι τριφτάδες είναι συγγενές με τον τραχανά, αλλά νηστίσιμες, αφού δεν περιέχουν γάλα.
    Τροχάλια: Περιοχή με πολλές πέτρες. Λέγεται και Τροχονίκος.
    Τρόχαλος: Σωρός από πέτρες (κυρίως τοίχου που έχει πέσει).
    Τσάγκρα: Ελαφρύ κυνηγετικό όπλο, μονόκανο, εμπροσθογεμές και με «κόκορα».
    Τσαγκώνω: Η αίσθηση του «πνιγμού» από ερεθισμένο λαιμό. «Με τσαγκώνει ο λαιμός μου».
    Τσάκα: Φάκα. Παγίδα. Το ρήμα: Τσακώνω.
    Τσακλοκούδουνο: Κυριολ.: Κουδούνι χωρίς «βαρίδι». Μεταφ: Άνθρωπος χωρίς προσωπικότητα. Με περιορισμένη αντίληψη.
    Τσακουμάκι: Είδος αναπτήρα που δεν έβγαζε φλόγα, αλλά δημιουργούσε καύτρα στο βαμβακερό φυτίλι.
    Τσανάκι: 1. Σκεύος φαγητού (πιάτο). 2. (Μεταφ.): Ο παλιάνθρωπος.
    Τσαπικούνης: Ο καλός νοικοκύρης. Ο προσεγμένα ντυμένος. Ο «ατσαλάκωτος». Αυτός που είναι προσεκτικός σε τρόπους και σε κινήσεις.
    Τσάρκος: Ο ιδιαίτερος χώρος που φυλάσσονται τα αρνιά ή τα κατσίκια, για να μην
    έρχονται σε επαφή με τις μανάδες τους και πίνουν το γάλα.
    Τσαρούχι: Παπούτσι φτιαγμένο από λάστιχο αυτοκινήτου, άσχετο με το τσαρούχι των τσολιάδων.
    Τσατόρα: Πρόχειρο υπαίθριο υπόστεγο. (Προχειροκατασκευασμένο κιόσκι).
    Τσάτσα: Η αδελφή (κάπως ειρωνικά).
    Τσαφαλεύω: Προκαλώ μικρό θόρυβο, ψάχνοντας με τα χέρια μου.
    Τσάφι: Το πολύ τσουχτερό κρύο.
    Τσέγκουρα: 1.Τα άγουρα, ή και αρρωστημένα, σταφύλια. 2. Τα τσίπουρα (αφού έχει
    «αρμεχτεί» ο μούστος.
    Τσεμπέρι: Μαντήλι ανοιχτού χρώματος για κεφάλι γυναίκας.
    Τσερέπα: Η γάστρα.
    Τσετσέκι: Το λουλούδι «κατιφές». Μεταφ.: Άνθρωπος ικανός για όλα (όχι με την καλή έννοια).
    Τσιγαρίδες: Το παστό χοιρινό.
    Τσιγουρίζουμαι: Υποφέρω. Βασανίζομαι. Δοκιμάζομαι. (Έχει την έννοια του «τηγανίζομαι»).
    Τσιλάγρα: 1. Καυτή σταγόνα νερού ή φαγητού που «πετάγεται» από την κατσαρόλα κατά το βράσιμο. 2. Παιχνίδι των παιδιών που εκτόξευαν με καλαμένιες κατασκευές (σαν ιατρική σύριγγα), νερό στους…αντιπάλους τους.
    Τσιμπάου: Τρώω πρόχειρα.
    Τσιπουρίτης: Το τελευταίο κρασί πού μένει στο βαγένι μετά το «άρμεμα» και προστίθεται νερό για να καλυφθούν τα τσίπουρα. Έχει μικρή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα.
    Τσίτσα: Ειδική βαρέλα, μέσα στην οποία βάζουνε (μόνο) κρασί.
    Τσίφτης: Ο Λεβέντης. Ο «εξηγημένος». Ο ακέραιος χαρακτήρας.
    Τσίφτι: Η πένσα.
    Τσοκάνι: Είδος κουδουνιού (περισσότερο για πρόβατα).
    Τσόλι: 1. Ρούχο. 2. Παλιάνθρωπος, παλιοχαρακτήρας.
    Τσόνα: Το θηλυκό γαϊδούρι.
    Τσορομπίλια: Μικρά παιδιά. (Δεν συναντάται εύκολα η λέξη στον ενικό).
    Τσουκάλι: Χάλκινο κανάτι, που χρησιμοποιείται και για σιγοβράσιμο στη «γωνιά» .
    Τσουδίζω: Καψαλίζω, π.χ. το κοτόπουλο στο μάδημα. Το ουσιαστικό: τσούδισμα (βλ. και «καψαλίζω»).
    Τσούκνα: Κάπα φτιαγμένη από τρίχωμα γίδας (κοζά).
    Τσούμπι: Όγκωμα. Υπερυψωμένο σημείο του εδάφους, ή προεξοχή ξύλου.
    Τσούπα – Τσουπί: Το θηλυκό παιδί (το κορίτσι).
    Τσουράπι: Μάλλινη πλεκτή κάλτσα.
    Τσούρι: Τα ούρα.
    Τσουρλάς: Είδος πνευστού μουσικού οργάνου.
    Τσούρμο: Το «μπουλούκι».
    Τσουρούλι: Κομμάτι ψωμιού, ξερό.
    Τυρόγαλος: Το κίτρινο νερό που βγαίνει από το φρέσκο τυρί ή από το γιαούρτι, όταν στραγγίζει. Ο Ορρός του γάλακτος.
    Υ
    Υφάδι: Νήμα ύφανσης.
    Φ
    Φάκνα: Ζωοτροφή αποξηραμένη (ο σανός).
    Φαλτσέτα: Κοπτικό – αγροτικό εργαλείο, (π.χ. για κοπή βάτων, κλπ).
    Φαουλάρικα (σταφύλια): Τα σταφύλια που προορίζονται (περισσότερο) για φαγητό. (Όχι τα «κρασοστάφυλα»).
    Φελί (π.χ. βακαλάος): Ένα κομμάτι βακαλάος παστός. Ολόκληρος ο βακαλάος, όπως πωλείται στο εμπόριο: «πέτσα μπακαλάος».
    Φευγούλα: Το «ουσιαστικό» του φεύγω.
    Φιλεύω (ευ=εβ): Κερνάω. Το ουσιαστικό: Φίλεμα.
    Φινόκαλα: Τα σκουπίδια από φύλλα δέντρων, “λουβιά” (λοβούς) ψυχανθών (π.χ. Φασολιών).
    Φιότσος: Ο βαφτιστήρας. Το πνευματικό παιδί του Νουνού.
    Φλαγούνα: Ψωμί («αναβατή»)ψημένο στη χόβολη, χωρίς ταψί, ή στη γάστρα με παραδοσιακό τρόπο. Έχει και την έννοια της «κουλούρας».
    Φλούδος: Το ξεφλούδισμα του καλαμποκιού. Αφαιρούνται όλα τα «μπούσα», εκτός από 3 – 4 , που χρησιμεύουν να «κρεμαστεί» για ξήρανση.
    Φλούστρια: Τά τσόφλια, π.χ. αυγών, φασολιών, κ.λ.π..
    Φόλος: Το αυγό που αφήνουμε στη φωλιά, για «να το βλέπουνε οι κότες και να γεννήσουνε στο ίδιο μέρος».
    Φορτωτήρα: Ξύλο που καταλήγει σε «Υ», και που «βοηθάει» να φορτωθεί το ζώο, αν δεν υπάρχει δεύτερο άτομο (να βοηθήσει). Μεταφορικά, έχει την έννοια του μεγάλου ξυλοδαρμού («Ξύλο με τη φορτωτήρα»).
    Φούρκα: Ξύλο σε σχήμα διχάλας. «Δεμένος στη φούρκα»: δεμένος (π.χ. ο σκύλος) για μεγάλο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να έχει απελπιστεί.
    Φουρκίζω (κυριολ.): Εκτελώ, σκοτώνω δι’ απαγχονισμού. Μεταφ.: φέρνω κάποιον σε πολύ δύσκολη θέση (σε αδιέξοδο).
    Φούρλα: Στροφή χορευτή.
    Φουρλατίζω: Απειλώ, χωρίς να είμαι σε θέση να πραγματοποιήσω τις απειλές μου. Είμαι θυμωμένος – νευριασμένος.
    Φουρμαέλα: Χειροποίητο τυρί ειδικού τύπου και επεξεργασίας, χρώματος κίτρινου. Είναι εξαιρετικά νόστιμο και κατάλληλο για ζυμαρικά (π.χ. μακαρόνια, λαζάνια) και για παρασκευή φ ο υ ρ μ α ε λ ό π ι τας. Περιέχει πολλά λιπαρά. Γνωστότερη ονομασία: Φορμαέλα.
    Φουρνόκλεισμα: Η λαμαρίνα που κλείνει την πόρτα του παραδοσιακού φούρνου.
    Φούσκα: 1. Μπαλόνι. 2. Η ουροδόχος κύστη.
    Φουσκί: Η κοπριά των ζώων.
    Φτενό: 1. Λεπτό – λεπτοκομμένο αντικείμενο (π.χ. μια «φτενή» φέτα ψωμιού). 2.Ευαίσθητη περιοχή του ανθρώπινου σώματος (δεξιά – αριστερά της κοιλιάς).
    Φτερωτή (του μύλου): Μεταλλικός μεγάλος τροχός με πτερύγια, στα οποία πέφτει το νερό με πίεση, και την θέτει σε περιστροφική κίνηση. Στη φτερωτή είναι τοποθετημένη κατάλληλα η μυλόπετρα, που περιστρέφεται μαζί της.
    Φτίλια: Τα πολύ μικρά κομμάτια ενός αντικειμένου, που έχει καταστραφεί. Κυριολ.: Τα πολύ μικρά κομμάτια υφάσματος (π.χ. κομμένο από δόντια ποντικού).
    Φτού ( και εφτού): Εκεί ακριβώς που είσαι (το β πρόσωπο του διαλόγου).
    Φτούθε ( και εφτούθε): Από εκεί που είσαι, προς κάποια άλλη κατεύθυνση.
    Φτούνο ( και εφτούνο): Αυτό που κρατάς, που έχεις.
    Φτύμα: Η χρήση σάλιου να «φτύσουμε» κάποιον, ή να «κολλήσουμε» κάτι. Πτύελο.
    Φύο: Πολύ δυνατό κρύο.
    Φυλαχτάρι: Το φυλαχτό.
    Φώτημα: Το χάραμα, το πρώτο φως της ημέρας.
    Χ
    Χαβάνι: 1. Σκεύος της κουζίνας (το γνωστό – μεταλλικό – γουδί). 2. Εργαλείο κοπής καπνού.
    Χαημένο: 1. «Το έχει χαημένο;»: Έχεις χάσει τα μυαλά σου; 2. Χαημένος: Τιποτένιος. 3. Το χαμένο αντικείμενο.
    Χαιρετούρα: Χαιρετισμός δια χειραψίας.
    Χαλκιάς: Ο σιδηρουργός.
    Χαλμούκος: Αυτός που τρώει με βουλιμία, απρόσεκτα, και όχι με ευπρέπεια.
    Χαλπίζει: Ξημερώνει, χαράζει. Το ουσιαστικό: Χάλπη.
    Χαμοκέλα (ή χαμοκέλι): Αποθήκη σανού. Καλύβι. Έχει και την έννοια του φτωχό σπιτιού.
    Χάμου (Τοπικό επίρρημα): Κάτω (Στο έδαφος).
    Χανάκα: Κρίκος αλυσίδας. Ειρωνικά: το σκουλαρίκι.
    Χαρανί: Σκεύος φαγητού ή μαγειρικό σκεύος. Μπορεί να είναι και μικρό καζάνι.
    Χαρόνια: Τα μαυρομάτικα φασόλια.
    Χαρχαλεύω: Ψάχνω με τα χέρια, προκαλώντας μικρό θόρυβο. Ψαχουλεύω.
    Χάχαλα: Πολύ μικρά ξύλα, προσανάμματα. (Δεν έχει σχέση με το «χαχαλεύω»).
    Χαψ(ι)ά: «Μπουκιά» φαγητού (ή ψωμιού).
    Χερόβολο: Μικρό δεμάτι που χωράει (και συγκρατείται) στη μία (κλειστή) παλάμη.
    Χεροπιάνω: Πιάνω με το χέρι μου. Χαιρετώ δια χειραψίας.
    Χινόπωρο: Το φθινόπωρο.
    Χιονίδες: Οι μπάλες χιονιού (για το χιονοπόλεμο).
    Χιονοκουκουλίδα: Το πολύ ψιλό χιόνι (όταν χιονίζει).
    Χλιαίνω: Ζεσταίνω (π.χ. το φαγητό).
    Χλιός: Χλιαρός.
    Χόλευα (ευ=εβ): Τα παλιοπάπουτσα. Πολύ χαλασμένα παπούτσια, που ακόμα τα χρησιμοποιούνε.
    Χολιάω: Θυμώνω. Νευριάζω. Πεισμώνω. Παρεξηγούμαι.
    Χουλιάρι: Ξύλινο κουτάλι. Χουλιάρα: Ξύλινη κουτάλα.
    Χορομπουλάου: 1. Χορεύω χωρίς ρυθμό και με «πηδήματα». 2. Από τη χαρά μου «ξεσπάω» σε πηδήματα.
    Χουρχούρα: Μπότι.
    Χούρχουρη: Το, συνήθως, υπόγειο που το νερό βγαίνει με πίεση από τη «βαγένα» και «χτυπάει» και γυρίζει τη «φτερωτή» του νερόμυλου.
    Χούσβελη: Στάχτη με μικρά κάρβουνα αναμμένα. Η χόβολη.
    Χουσμέτι: Μικρή δουλειά. Μικρή εξυπηρέτηση. Το «θέλημα».
    Χουχουλόγιωργας: Άλλη ονομασία που δίνεται στο πουλί της νύχτας «χουχουβάγια»
    Χόχλος: 1. Πηγή, απ’ όπου πηγάζει το νερό «σαν να χοχλάζει». 2. Να πάρει το νερό «ένα χόχλο»: Να μείνει στη φωτιά μέχρι να αρχίσει να βράζει.
    Χράπιος: Ο τρύπιος.
    Χυδεμένος: Λέξη με όχι καλή έννοια. Ο καταραμένος. Υπονοεί, ίσως, και εκείνον που θα θέλαμε να «καταραστούμε», αλλά αποφεύγουμε να το κάνουμε, ή δεν μπορούμε.
    Χυδιά: Χυδαιότητα, αλλά και κακοτυχία..
    Ψ
    Ψάνη: Κυριολ.: Στάρι που μόλις έχει σχηματισθεί, το οποίο ψήνουμε στη φλόγα, το καθαρίζουμε από τα άγανα και το τρώμε. Μεταφ.: Κατάστροφή από μεγάλη πυρκαγιά.
    Ψάσουνε: Φράση – έκφραση για προϊόντα που ύστερα από φυσική ξήρανση θρυμματίζονται εύκολα, (π.χ. άγανα σιτηρών, ξηρά φύλλα, κάψα φασολιού κλπ). Συναντάμε το ρήμα μόνο στο μέλλοντα και τον αόριστο: «Να ψάσει» - «να ψάσουνε» και «έψασε» - «εψάσανε».
    Ψίχαλο: Ψίχουλο
    Ψύχρα: Το πολύ ψιλό χιόνι. (Βλ. «χιονοκουκουλίδα).


    ΙΙ. ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΙΜΙΩΔΕΙΣ ΦΡΑΣΕΙΣ
    • Βάνω κακκάβι: Ζεσταίνω νερό στο κακκάβι για τη μπουγάδα.
    • Βγάνω τις μαύρες: Κουράζομαι πάρα πολύ, εξαντλούμαι, για να φέρω εις πέρας την αποστολή μου. Εξαντλώ και τα τελευταία μου αποθέματα.
    • Βλάχος νίβεται – ποδιά του χαίρεται (παροιμία)
    • Δεν έχει στασό: Είναι (αυτός – αυτή) πάρα πολύ ανήσυχος.
    • Έγινα μπουχός: Έφυγα πολύ γρήγορα (και δεν μ’ έπιασαν, ή δεν με πρόλαβαν).
    • Εκεί να σου γίνει: Εκφράζει κατάρα: εκεί να μείνεις!
    • Είμαι διαφισμένος: Είμαι «πιωμένος».
    • Είμαι στα γράδα μου: Είμαι «πιωμένος», σε σημείο πού να «έχω έλθει στα ίσα μου».
    • Εσκασ’ η φούσκα του: 1. Έπεσε με δύναμη στο έδαφος. 2. Έφαγε ή ήπιε τόσο πολύ, που μετά είχε προβλήματα.
    • Εκεί να σου γίνει: Εκφράζει κατάρα: εκεί να μείνεις!
    • Έπιασα τον ίσκιο: Ξεκουράζομαι ευχάριστα στον ίσκιο. Η ίδια φράση λέγεται , π.χ. και για το κρεβάτι, το παραγώνι κλπ.
    • Είναι λες και του ’φαγε ο γάιδαρος το ψωμί: Λέγεται για άνθρωπο πεισμωμένο, χωρίς σοβαρό λόγο.
    • Έτσουξ’ ο μούστος: Έχει αρχίσει το «βράσιμο» του μούστου και «σιγά – σιγά πίνεται.
    • Θα σε γκίξει: Θα κρυώσεις πολύ άσχημα.
    • Θα το βρεί η στραβή τ’ αρνί της: (Παροιμία) Θα έλθουν τα πράγματα στη θέση τους (όπως πρέπει).
    • Καλά στερεώματα: Ευχή σε συνοικέσιο, αρραβώνα, γάμο.
    • Καλές σιγουριές: Ευχή στον τρύγο.
    • Κάνω καλά: Είμαι υπεύθυνος (γι αυτό που προσπαθώ, ή που έχω αναλάβει).
    • Κάνω χωράφι: Οργώνω (με τα ζώα). Ισχύει η φράση και για όργωμα με το τρακτέρ.
    • Κάμε καλά: Καλά ξεμπερδέματα! (Έτσι όπως τα κατάφερες!).
    • Κουνάου κλαρί: Έχω τη δύναμη ή την εξουσία στα χέρια μου και προσπαθώ να κατευθύνω, ή κατευθύνω τους άλλους, όπως θέλω εγώ! Η έκφραση, ίσως να προέρχεται από την κίνηση του βοσκού, που κρατάει στα χέρια του το «κλαρί» (την τροφή) και τον ακολουθούν τα ζώα..
    • Κούτσουρα ξερά λιθάρια: Βλακείες! (Τα όσα μας είπες, ή ό,τι έκανες).
    • Κρατάου τη γιορτή: Τη (συγκεκριμένη) γιορτή δεν εργάζομαι.
    • Λιαρίζω το μάτι: Θυμώνω, αγριεύω, είμαι έτοιμος να επιτεθώ.
    • Με βάνεις; Ερώτηση μεταξύ παιδιών (κυρίως) που σημαίνει: Με νικάς;
    • Με το νού πλουτίζ’ η κόρη: Με τη φαντασία κανείς, χτίζει «ανώγια και κατώγια».
    • Με φυσάει – Με φυσάνε (Οι άνθρωποι): Μού μιλάνε – μού φέρονται επιθετικά.
    • Μου δίνει χέρι: Με διευκολύνει σε συγκεκριμένη θέση κάποιο αντικείμενο, για να μπορώ να (το) δουλέψω καλύτερα
    • Μια κοπανιά: Ταυτόχρονη εξέλιξη δύο ή περισσοτέρων γεγονότων ή δραστηριοτήτων. Μαζί.
    • Μια ψίχα: Πολύ λίγο. (Την ίδια έννοια έχει και το «Μια στάλα».)
    • Μούρχεται καλά: Ευχαριστιέμαι, είμαι ικανοποιημένος.
    • Nα σούρθ’ αξαφνιά: Κακή ευχή: Να αιφνιδιασθείς από κάτι το πολύ κακό και εξαιρετικά δυσάρεστο.
    • Ντάλα γιόμα: Το «καταμεσήμερο» (του καλοκαιριού), που η ζέστη είναι στο αποκορύφωμά της.
    • Νόμου (Νό μου): Δώσε μου, δως μου.
    • Ο Κάβουρας στην τρύπα του είναι δυνατός: Παροιμία.
    • Πάει καλό (το χωράφι): Σκάβεται, ή οργώνεται εύκολα.
    • Πού πάτε λεφτά; Στ’ άλλα λεφτά: Παροιμία-«διάλογος» μεταξύ των χρημάτων, που σημαίνει πως ο πλούτος συγκεντρώνεται πάντα από τους πλούσιους
    • Πάου καλιά μου: 1. Φεύγω εγώ τώρα! Τελείωσε η ζωή για μένα! 2. Τακτοποίησα όπως έπρεπε τις δουλειές μου και φεύγω, χωρίς να έχω ανάγκη κανέναν!
    • Πέφτω με τα μούτρα (π.χ. στη δουλειά): Εργάζομαι τίμια, ευσυνείδητα και κυρίως πολύ μεγάλη προσπάθεια.
    • Πήγε για μαμή και έκατσε λεχώνα: (παροιμία) Πήγε να κάνει μια μικρή και εύκολη δουλειά και καθυστέρησε πολύ και αδικαιολόγητα.
    • Πώς πάει; 1.Τι κάνετε; 2. Πώς πάει; (π.χ. το χωράφι): Δουλεύεται εύκολα;
    • Πώς τά λέτε; Τι κάνετε;
    • Ρίχνει με την κλάρα: Βρέχει, ή χιονίζει πάρα πολύ.
    • Ρίχνει ο Θεός με το Θεό: Βρέχει ή χιονίζει πάρα πολύ.
    • Σκάου το κάφυρο: Είμαι πολύ θυμωμένος – στενοχωρημένος και «ψάχνω» να βρω τρόπο και αιτία να εκτονωθώ (επιθετικά).
    • Τάκαμε φρουλιού: Προκάλεσε μεγάλη καταστροφή, μη αφήνοντας «τίποτα όρθιο»).
    • Τόπι στο ξύλο: δυνατός ξυλοδαρμός. 3. Έντονο οίδημα (πρήξιμο). 4. Και η γνωστή σημασία της λέξης.
    • Τ’ απόξω: Ο,τιδήποτε έχει σχέση με τα «στοιχειά», τα «ξωτικά», τις Νεράι-
    • δες, το Σατανά, κλπ.
    • Τα τίναξε τα πέταλα: Πέθανε!
    • Τέτοια μούτρα δεν γερνάνε: (Εννοείται τα μούτρα χωρίς ευαισθησίες. Τα «ξεδιάντροπα» μούτρα).
    • Την πάτησα: Έφυγα! (π.χ. μόλις κατάλαβα τα «δύσκολα»)!
    • Της Κυριακής το όνειρο, το γιόμα ξεδειλιένει (παροιμία): Το όνειρο του Σαββατό-
    • βραδου (ξημερώνοντας Κυριακή), μέχρι το μεσημέρι θα «επαληθευτεί.
    • Τι γανώνεις; Λέγεται σε άνθρωπο ανήσυχο, που «δεν τον χωράει πουθενά να καθίσει».
    • Τι ρίχν’ ο Θεός και δεν το βαστάει η γης: Λέγεται σε καταστάσεις που δύσκολα μπορούν να ξεπεραστούν.
    • Τι φτιάνεις; Τι κάνεις;
    • Το καλό αργεί (νάρθει).
    • Τόκαμε κούτσουρο! Δεν κατάφερε τίποτα! (Ειρωνική έκφραση).
    • Τόκαμε ρόιδο: Δεν κατάφερε τίποτα! (Ειρωνική έκφραση).
    • Του πέφτω κοντά!: Τον κυνηγάω! (έχει και μεταφορική έννοια: τον μαλώνω, του λάω όπως του αξίζει. Τον βάζω στη «θέση» του).
    • Τσίμα – τσίμα: Τόσο ακριβώς, όσο χρειάζεται, (ούτε να περισσεύει, ούτε να λείπει) είναι π.χ. το ύφασμα που πήραμε για το φόρεμα.
    • Φυλάου το λιβάδι: Δεν αφήνω το κοπάδι μου να πάει στο συγκεκριμένο χωράφι και να βοσκήσει.
    • Φύσα τον! Έχει την έννοια του θαυμασμού για κάποιον άνθρωπο που πέτυχε το σκοπό του (στη ζωή). Που «ανέβηκε ψηλά».
    Χάφτο! Φάτο!


    Από τους συνήθεις ιδιωματισμούς του προφορικού λόγου: 
    • Αντικαταστάσεις, συγχωνεύσεις γραμμάτων, παρατονισμός λέξεων, χωρίς αυτές να χάνουν τη σημασία τους, π. χ. Πάσκα (Πάσχα), δυχατέρα (θυγατέρα) βάβισμα (γάβγισμα).
    • Συνηθισμένη και η κατάληξη ρημάτων σε –ουμαι, αντί –ομαι, π.χ. έρχουμαι, κάθουμαι, σηκώνουμαι.
    • Η κατάληξη γ’ πληθυντικού στον παρατατικό των ρημάτων είναι –σαντε, π.χ. ήσαντε, ερχόσαντε, καθόσαντε. Στο ίδιο πρόσωπο στον ενεστώτα η κατάληξη –ονται των πολυσύλλαβων τονίζεται στην παραλήγουσα, αντί στην, π.χ. ερχόνται, καθόνται. 
    • Στη γενική πληθυντικού των ονομάτων προστίθεται το γράμμα ε στην κατάληξη, ενώ δανείζονται το άρθρο της γενικής ενικού, π.χ. του γιδιώνε, του σκυλιώνε, του γατιώνε. 
    • Η κατάληξη ορισμένων ρημάτων της ενεργητικής, ιδίως αυτών που τονίζονται στην παραλήγουσα και ο χαρακτήρας τους είναι φωνήεν λήγουν σε –ου, π.χ. διψάου, πειάνου, λέου, κλαίου. 
    • Ο μέλλοντας και ο αόριστος της ενεργητικής φωνής λήγουν σε –ήκω και ηκα αντίστοιχα, π.χ. αφήκω-άφηκα, ροβολήκω-ροβόληκα.

    Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος

     Ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος γεννήθηκε στο Λειβάρτζι του Δήμου Καλαβρύτων. Πέραν του λειτουργήματός του (Διπλωματούχος Νοσηλευτής) δραστηριοποιείται και στο λογοτεχνικό χώρο, με εκδόσεις βιβλίων και δημοσιεύσεις άρθρων στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Είναι παντρεμένος με την Ελένη Γάλλιου από το Γοργόμυλο Πρέβεζας και έχουν δύο παιδιά.

  • No Comment to " Το Καλαβρυτινό Λεξικό "