Navigation

Ο Τρύγος

Του Νίκου Χρ. Παπακωνσταντόπουλου    
Σίγουρα από τις μεγαλύτερες «γιορτές» ο τρύγος στον τόπο μας και είναι λίγα τα νοικοκυριά σήμερα που «παλεύουν» ακόμα να κρατήσουν κάπως την παράδοση. Θα προσπαθήσουμε μέσα από λίγες γραμμές και ελάχιστες φωτογραφίες να «αναβιώσουμε» τον δεύτερο «ειρηνικό» ξεσηκωμό («θέρος-τρύγος-πόλεμος»), όπως μεσουρανούσε μέχρι και τα μέσα του τελευταίου τετάρτου του 20ου αιώνα, πριν ολοκληρωθεί η «αποψίλωση» των χωριών μας.
Ανέκαθεν μερακλήδες οι αμπελοκαλλιεργητές της επαρχίας μας, δεν έχαναν την ευκαιρία να πάρουν ή να ψάξουν και να βρουν νέο φυτώριο, για να δοκιμάσουν και κάτι καινούργιο. Η φροντίδα στο αμπέλι, που αρχίζει από την επόμενη του τρύγου και τελειώνει την παραμονή του επόμενου, έχει σαν αποτέλεσμα την καλή αποζημίωση στο νοικοκύρη, που είναι τα γεμάτα μούστο κρασοστάφυλα και πεντανόστιμα τα φαουλάρικα*.
Λόγω του ορεινού κλίματος στον τόπο μας, τα σταφύλια αργούν να ωριμάσουν και ο τρύγος γίνεται προς το τέλος Σεπτέμβρη, ή και το πρώτο δεκαήμερο του Οκτώβρη. Οι προετοιμασίες όμως για τη μεγάλη αυτή γιορτή του χινοπώρου ξεκινάνε πολύ νωρίς: από τα μέσα του καλοκαιριού, που αρχίζουν να πλένονται τα βαγένια* και τα βουτσά*, να ετοιμάζονται οι πατητήρες, τα καλάθια, τα κοφίνια και οι κάδες*. Εξαίρεση αποτελούν οι γιδιές*, που τις τελευταίες μέρες πλένονται να φύγει το αλάτι και η ρίγανη, που τις συντηρεί μετά από κάθε χρήση.
Από τον καιρό που άρχισαν να γίνονται οι πρώτες ρόγες, έστηνε ο δραγάτης* τη δραγάτα* του σε στρατηγικό σημείο και εκεί «την έβγανε» μέρα – νύχτα. Με το όπλο στον ώμο και τη σφυρίχτρα του πάντα σε ετοιμότητα, είτε από τη θέση αυτή, είτε περιπολώντας μέσα στα αμπέλια, αποστολή του ήταν να φυλάξει την παραγωγή των συγχωριανών του από κάθε ζούδι*, αλλά και από κάθε περαστικό… μακρυχέρη! Η αμοιβή του ήταν από τα προϊόντα της παραγωγής: σταφύλια ή κρασί, ενώ πολύ σπάνια ήταν σε χρήμα, τα δε καθήκοντά του έπαυαν αυτοδίκαια, με τη λήξη του τρύγου.
Ο τρύγος άρχιζε το πρωί της Δευτέρας, για να έχουν όλη τη βδομάδα μπροστά τους και μέχρι την επόμενη Κυριακή να έχουν τελειώσει. Στο ξεκίνημα κάποιων, ακολουθούσαν και οι άλλοι, για να μην… τρυγήσουν τ’ αμπέλια τους ζούδια* και περαστικοί! Όπως και σε κάθε άλλη δουλειά που «δεν περιμένει», δεν έλειπαν και εδώ οι δανεικαριές* και η ξέλαση*.
Πρωί-πρωί οι τρυγητές βρίσκονταν στη δουλειά και το μονότονο πράσινο των αμπελιών άλλαζε και γινόταν πολύχρωμο! Πριν σκύψουνε να κόψουνε το πρώτο σταφύλι, γυρνάγανε κατά την ανατολή και κάνανε το σταυρό τους. Γιορτή ο τρύγος και μαζί με τις άλλες ευχές για «καλή σιγουριά» στη σοδειά, ήταν και τα «χρόνια πολλά»! Όσο διαρκούσε η δουλειά, , τα αστεία, τα γέλια, τα ξεφωνητά και τα πειράγματα – κατάλοιπα ίσως των Διονυσιακών λατρειών – ξεπέρναγαν εκείνα του σπαρτού, του θέρου και του σκάλου. Ένα από τα «παραδοσιακά» φαγητά στο μεσημεριανό «τραπέζι» του αμπελιού, κάτω από ένα παχύ ίσκιο, ήταν και ο παστός ρέγκος, ψημένος στη φλόγα εφημερίδας. 
Σε ελάχιστο χρόνο οι γυναίκες γεμίζανε τα καλάθια, που τα αδειάζανε στα κοφίνια. Το πάτημα και το κουβάλημα ήσαν κυρίως ανδρικές δουλειές. Οι άνδρες ήσαν αυτοί που «κόβανε» τα κοφίνια στον ώμο, για να τα πάνε και να τα αδειάζανε στην τοποθετημένη και στηριγμένη πατητήρα επάνω στην κάδη*, να γίνουνε μούστος.
Το πάτημα γινότανε σε μια άκρη του αμπελιού, κοντά στο δρόμο, για να είναι εύκολο και το φόρτωμα στα ζα. Αργότερα οι παραδοσιακές ξύλινες κάδες* αντικαταστάθηκαν με τσιμεντένιες, τις λεγόμενες «στέρνες», που δεν μετακινούνταν πλέον.
Μαγνήτης το λαγάρι* για μέλισσες, σφίγγες και σερσέγγους*, που μαζεύονται ένα ολόκληρο σμήνος σε κάθε πατητήρα και προκαλούν κάποιο φόβο, χωρίς όμως να είναι επιθετικοί αν δεν νοιώσουν να κινδυνεύσει η ζωή τους.
Έξω και κάπως μακριά τα αμπέλια από το χωριό κι οι δρόμοι δεν αδειάζανε καθόλου. Ευχές και μια κουβέντα στα πεταχτά, ανταμώνοντας στο δρόμο οι τρυγητές, που άλλοι πηγαίνανε με τα ζα φορτωμένα και άλλοι γυρνάγανε, να ξαναγεμίσουνε τις γιδιές* με το χρυσάφι-προσδοκία κι απόλαυση στο χειμώνα που ερχότανε, τη δουλειά, στο καρτέρεμα του ξενιτεμένου, στη γιορτή, στη χαρά και στη λύπη, στην εκκλησιά για να γίνει Θεία Κοινωνία.
Στο σπίτι πάντα κάποιος περίμενε για το ξεφόρτωμα, που έπρεπε να γίνει πολύ προσεκτικά. Άδειαζαν οι γιδιές* με το λαγάρι* στο βαγένι κι άρχιζε το βράσιμο. Σε λίγες μέρες γινότανε το άρμεμα* και γεμίζανε τα βουτσά*, για να συνεχίσει εκεί το βράσιμο, βάζοντας μέσα και το ανάλογο ρετσίνι από πεύκο.
Στο λίγο μούστο που είχε απομείνει στο βαγένι, μαζί με τα τσίπουρα (τσαμπιά και πατημένα σταφύλια), πρόσθεταν νερό και σε λίγες μέρες, έτοιμος και ο τσιπουρίτης*. 
Με περισσή τέχνη οι νοικοκυρές φτιάχνανε τη μουσταλευριά, τα σουτζούκια και τα μουστοκούλουρα. Ένα ακόμα παραδοσιακό προϊόν του μούστου, το πετιμέζι, ήταν, ίσως, το μοναδικό γλυκαντικό που βρισκότανε σε κάθε φτωχικό, κάποια χρόνια παλαιότερα. Το «μέλωμα» όμως με αυτό στις τηγανίδες και στους λουκουμάδες το χειμώνα, κανείς μας δεν πρόκειται να το ξεχάσει, απ’ όσους το έχουμε δοκιμάσει. Καλή και η μουσταλευριά, μα και κείνα τα σουτζούκια, «άλλο πράμα»! Να τα βλέπεις κρεμασμένα στις μπαλκονόπορτες και στα παραθύρια να ξεραθούνε στον αέρα και να σου τρέχουνε τα σάλια! Σαν πόσες και πόσες «επιδρομές» δεν κάναμε παιδιά που είμαστε, στην απερίγραπτη αυτή λιχουδιά και το σούσουρο στο μαχαλά κράταγε κάτι μέρες!!!
Σκυφτός ο νοικοκύρης στην κάνουλα, μπροστά σε κάθε βουτσί* δέκα-δεκαπέντε μέρες μετά, που είχε αρχίσει να «τσούζει», έπιανε λίγο στο κανάτι και το δοκίμαζε. Ένα μακρόσυρτο απολαυστικό και θαυμαστικό «ααα» ήταν ο λόγος του, που ήταν συνάμα και παίνεμα των χεριών του! Ο όκνος*, στο πάνω μέρος στο βουτσί, έκλεινε αεροστεγώς με κερί ή με ρετσίνι, όταν η βράση είχε ολοκληρωθεί, προς το τέλος του Νοέμβρη ή αρχές Δεκέμβρη.
«Μεθεόρτια» του τρύγου σίγουρα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η παραγωγή τσίπουρου, που είναι και αυτή ένα μεγάλο κομμάτι της γεωργικής μας παράδοσης. Στο μήνα, περίπου, που τελείωνε ο λιγοστός τσιπουρίτης*, βγάζανε τα τσίπουρα από το βαγένι για να γίνει η απόσταξη, που χρειάζεται και ειδική άδεια. Το άνοιγμα της «πόρτας» του βαγενιού έπρεπε να γίνει με πολλή προσοχή, γιατί ο κίνδυνος από τις αποπνικτικές αναθυμιάσεις είναι υπαρκτός. Η μεγάλη παρέα γύρο από τα καζάνια το γιόρταζε με μεζέ στα κάρβουνα με το προϊόν της απόσταξης που έρεε άφθονο. Φυσικό, λοιπόν, να ήσαν όλοι λίγο-πολύ διαφισμένοι*! «Πεταμένα» στα κάρβουνα τα άλλα προϊόντα της εποχής, τα κάστανα, είχαν και αυτά πρωτεύοντα ρόλο στη γιορτή.
Το «ούζο», όπως λέμε στα χωριά μας το τσίπουρο, είναι ποτό για «δυνατούς πότες», αλλά είναι και «σπίρτο» («φάρμακο») για εντριβές και κομπρέσες. Πολύ καλό για το κρύο και το πόντζι*, όταν γυρνώντας από τις δουλειές της ξωμαχιάς σε ζεσταίνει μέσα σε λίγα λεπτά στη βαρυχειμωνιά!
Μοναδικές και ανεξίτηλες στη μνήμη μας οι εικόνες και τα βιώματα του τρύγου, μεγάλωσαν και σηματοδότησαν γενιές και γενιές και έχουν εμπνεύσει ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών. Σήμερα μένει μόνο η νοσταλγία του πανηγυριού αυτού του χινοπώρου, που προσπαθούμε να το «αναβιώσουμε» στην παραδοσιακή του μορφή μέσα από πολιτιστικές εκδηλώσεις , όπως και άλλες ζωτικής σημασίας γεωργικές εργασίες άλλων εποχών.

========================

* Παραπέμπει στο «Καλαβρυτινό… λεξικό»: 

Πηγές:  «Λειβάρτζι, σ’ ευχαριστώ!», του γράφοντος, έκδοση 2002.

Νίκος Παπακωνσταντόπουλος

Ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος γεννήθηκε στο Λειβάρτζι του Δήμου Καλαβρύτων. Πέραν του λειτουργήματός του (Διπλωματούχος Νοσηλευτής) δραστηριοποιείται και στο λογοτεχνικό χώρο, με εκδόσεις βιβλίων και δημοσιεύσεις άρθρων στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Είναι παντρεμένος με την Ελένη Γάλλιου από το Γοργόμυλο Πρέβεζας και έχουν δύο παιδιά.

Κυριαζής Νίκος

Τα σχόλια σας εδώ: