HIDE_BLOG

Classic Header

{fbt_classic_header}

Breaking News:

latest

Στα Ψηλώματα του Χελμού - Από το Διακοφτό στα Καλάβρυτα

Κείμενο και εικόνες από αναγνωστικό της ΣT΄ δημοτικού του 1939 (σελ 134-143), των: Δημ. Κοντογιάννη, Νικ. Κοντόπουλου, Παύλου Νιρβάνα, Δημ...

Κείμενο και εικόνες από αναγνωστικό της ΣT΄ δημοτικού του 1939 (σελ 134-143), των: Δημ. Κοντογιάννη, Νικ. Κοντόπουλου, Παύλου Νιρβάνα, Δημ. Γ. Ζήση κ.ά.

Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ εἶχα τὸν πόθο νὰ ἰδῶ τὰ δυὸ μεγάλα μοναστήρια, ποὺ εἶναι σκαρφαλωμένα στὶς κορφὲς τοῦΧελμοῦ, κοντὰ στὰ Καλάβρυτα˙ τὴν Ἁγία Λαύρα καὶ τὸ Μέγα Σπήλαιο. ῾Ο πόθος μου αὐτὸς μεγάλωσε, ὅταν ἔμαθα, πὼς τὸ ταξίδι ἀπ’ τὸ Διακοφτὸ στὰ Καλάβρυτα γίνεται μὲ σιδηρόδρομο ὀδοντωτό. Μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβω τί χρειάζονται τὰ δόντια στὸ σιδηρόδρομο καὶ τί δόντια ἦταν αὐτά.
Ὕστερα ἀπὸ δίωρο σιδηροδρομικὸ ταξίδι ἀπὸ τὴν Πάτρακατὰ τὴν Ἀθήνα, βρίσκομε τὸ Διακοφτό. Εἶναι βουτηγμένο κι αὐτὸ στὴν πρασινάδα, ὅπως καὶ ὅλη ἡ πελοποννησιακὴ παραλία τοῦ Κορινθιακοῦ. ᾽Εκεῖ πρέπει νὰ διακόψωμε τὸ ταξίδι μας καὶ νὰ μποῦμε σ’ ἄλλο τραῖνο. Μᾶς περιμένειστὴν πίσω πλευρὰ τοῦ σταθμοῦ. Ὅταν τὸ πρωτοβλέπει κανείς, δὲν μπορεῖ νὰ κρατήση τὰ γέλια. ῾Η μηχανὴ καὶ τὰ βαγόνια δὲν εἶναι μεγαλύτερα ἀπὸ ἕνα μικρὸ αὐτοκίνητο. Θυμίζουν τὰ πρωτοχρονιάτικαπαιγνίδια τῶν παιδιῶν. Καὶ ὅμως τὸ μικροσκοπικὸ αὐτὸ τραῖνο κάνει τὸδυσκολώτερο σιδηροδρομικὸ ταξίδι στὴν ῾Ελλάδα. Ξεκινᾶ ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ σκαρφαλώνει 750 μέτρα ψηλά. Τόσο ὑψόμετρο ἔχουν τὰ Καλάβρυτα. Μόλις ξεμακρύναμε λίγο ἀπὸ τὸν κάμπο, μπήκαμε σὲ μιὰ στενὴ κι ἀτέλειωτη χαράδρα· δίπλα στὴ γραμμὴ κυλοῦσε τὰθολὰ καὶ πλούσια νερά του ὁ Βουραϊκός. Κάθετοι καὶ γυμνοὶ ὑψώνονται δίπλα μας οἱ βράχοι τῆς χαράδρας. Τὸ τραῖνο πήγαινε σύριζα στὸ βράχο, γιὰ νὰ μὴν πέση στὸ ποτάμι. Σὲ πολλὲς μεριὲς ὁ βράχος ἦταν βαθιὰ σκαλισμένος, γιὰ νὰ χωρέση μέσα τὸ τραῖνο. Κι ὅταν καὶ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο δὲν μποροῦσε νὰ γλιτώση, τρύπωνε σὲ σκοτεινὲς σήραγγες κι ἔβγαινε στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ βράχου.
Προχωρώντας βρίσκαμε ὁμαλώτερες βουνοπλαγιές, κατάφυτες ἀπὸ ἀγριολούλουδα κι ἀγριόδεντρα. Αὐτά, μαζὶ μὲτὰ πυκνὰ καὶ θεόρατα πλατάνια τῆς ποταμιᾶς, ὀμόρφαιναν ὅλο τὸν τόπο γύρω μας κι ἔκαναν τὸ ταξίδι γοητευτικὸ. Στὶς περισσότερες ὅμως μεριὲς οἱ πανύψηλοι βράχοι ἦταν ἄγριοι, ἀνήλιοι καὶ γυμνοί. Απορεῖ κανεὶς πῶς ρίζωσαν σ’ αὐτοὺ ςμερικοὶ καχεκτικοὶ θάμνοι· ταράζονται διαρκῶς ἀπὸ τὸνἀέρα καὶ φαίνονται, πὼς τρέμουν μὴν πέσουν κάτω στὴν ἄβυσσο τοῦ Βουραϊκοῦ. Κι ὁ Βουραϊκὸς μὲ τὸ ρόχθο τῶν πλούσιων νερῶν του σκόρπιζε γύρω του τὴν ἰδιαίτερη μουσική του κι οἱ συχνοὶ καταρράχτες του εἶχαν ἀπερίγραπτη φυσικὴ μεγαλοπρέπεια. Σὲ κάποιο σημεῖο, ποὺ ὁ δρόμος γινόταν πολὺ ἀνηφορικός, εἴδαμε ἐπὶ τέλους τί θὰ πῆ ὀδοντωτὸς σιδηρόδρομος. Στὴμέση ἀπὸ τὶς δυὸ σιδερένιες γραμμὲς ἦταν ἄλλες δυό, κοντὰ κοντὰ κι ἔμοιαζαν σὰ μεγάλα χοντρὰ πριόνια μὲ τὰ δόντια πρὸς τὰ ἐπάνω. ᾽Επάνω σ’ αὐτὲς θὰ κυλοῦσαν ἄλλοι τροχίσκοι, ὄχι σὰν τοὺς συνηθισμένους τῆς ἀτμομηχανῆς,ποὺ κυλοῦν ἐπάνω στὶς γνωστὲς γραμμές. Αὐτοὶ, εἶχαν δόντια ὁλόγυρα, ποὺ χώνονταν ἀνάμεσα στὰ δόντια τῶνμεσαίων γραμμῶν. ῞Εως τὴν ὥρα ἐκείνη οἱ ὀδοντωτοὶ αὐτοὶτροχοὶ ἔμεναν ἀχρησιμοποίητοι· ἅμα ὅμως φτάσαμε στὴν ὀδοντωτὴ γραμμή, ἀκούμπησαν σ’ αὐτὴ κι ἔτσι ταξιδεύαμεμὲ διπλοὺς τροχούς. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἡ μηχανὴ εἶναι ἀσφαλισμένη.῍Αν συμβῆ καὶ πάθη τίποτε ἐκεῖ στὸν ἀνήφορο, σταματᾶστὸν τόπο· χωρὶς τοὺς ὀδοντωτοὺς τροχούς, σὲ τέτοια κακὴ ὥρα, θὰ κατρακυλοῦσε πίσω καὶ θὰ συντριβόταν μὲ τὸ βαγόνι καὶ τοὺς ἐπιβάτες μαζί. Καὶ πάλι δὲν ἦταν ὅλη ἡ γραμμὴ ὀδοντωτή. Πιὸ ἐπάνω, ὃπου ὁ τόπος ἦταν ὁμαλώτερος, βρήκαμε πάλι τὴ συνηθισμένη γραμμή. Γιὰ τὰ 22 χιλιόμετρα ὃλης τῆς διαδρομῆς τὸ τραινάκι μας χρειάστηκε δυόμιση ὧρες. Ἀλλὰ θὰ ἤμαστε εὐχαριστημένοι νὰ βαστοῦσε καὶ πιὸ πολύ. Δὲ χορταίναμε τὶς φυσικὲς ὀμορφιές, ποὺ μᾶς τριγύριζαν ἀπὸ παντοῦ. Λίγο λίγο, ἀπὸ τὰ πεῦκα καὶ τὰ πουρνάρια ἀνεβαίναμε στὰ βαθυπράσινα ἔλατα τοῦ Χελμοῦ. Ἡ κοιλάδα τοῦ Βουραϊκοῦ ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι στενὴ καὶ τὰ νερά του κατρακυλοῦσαν πάντα μὲ ὁρμή. Πολλὲς φορὲς νόμιζε κανείς, πὼς θὰ μποροῦσε, ἁπλώνοντας τὰ χέριατου, νὰ φτάση καὶ τοὺς δυὸ ἀντιμέτωπους βράχους. Καὶ τὸ τραινάκι μας ὅλο κι ἀνέβαινε τὸν ἀνήφοροβογκώντας καὶ ταράζοντας τὴν ἡσυχία τῶν γύρω βουνῶν μὲτοὺς βόγκους του καὶ τὴ φλύαρη σφυρίχτρα του. Χωρὶς ἄλλο οἱ δυὸ πλευρὲς τῆς χαράδρας αὐτῆς, ποὺ κράτησε ὅσο καὶ τὸ ταξίδι μας ἦταν κάποτε ἑνωμενες.῞ Οπου στὴ μιὰ πλευρὰ ὁ βράχος προβάλλει πρὸς τὰ ἔξω, στὴνἀντικρινὴ φαίνεται ἕνα βαθούλωμα· ὥστε ἄν μπορούσαμε νὰ σπρώξωμε τὶς δυὸ πλευρές, θὰ ταίριαζε εὔκολα ἡ μιὰ μὲ τὴν ἄλλη. Ποιὸς ξέρει, ἐδῶ καὶ χιλιάδες χρόνια, ποι-ός τρομερὸς σεισμὸς ἄνοιξε τὸν τόπο καὶ σχημάτισε τὴχαράδρα ποὺ βλέπομε κι ἔτσι βρήκανε σ’ αὐτό διέξοδο τὰ νερὰ τοῦ Βουραϊκοῦ, ποὺ ἔρχονται ἀπὸ πολὺ μακριά, ἀπὸ τὸν᾽Ερύμανθο. ῾Ωστόσο κάποτε φτάσαμε στὰ Καλάβρυτα˙ εἶναι μιὰμικρὴ πολιτεία, μὲ δυὸ χιλιάδες ψυχὲς καὶ μὲ ἄφθονα δέντρακαὶ νερά.

Ἁγία Λαύρα

Πολὺ πρωὶ, τὴν ἄλλη μέρα τραβήξαμε γιὰ τὴν ἉγίαΛαύρα˙ δὲν ἀπέχει οὔτε πέντε χιλιόμετρα. Με βαθιά συγκίνηση ἀντικρίσαμε σὲ λίγο τὸ μοναστήρι, κατάκορφα σ’ ἕναν κατάφυτο λόφο, ὀκτακόσια μέτρα ψηλότερα ἀπὸ τὴ θάλασσα. Φτάσαμε στὸν ἱστορικὸ πλάτανο, ποὺ ἔγινε τὸ μεγάλο πανηγύρι τοῦ 21. Δίπλα του ὑψώνεται καὶ τώρα ἡ ἐκκλησία, ποὺ λειτούργησε ὁ Γερμανὸς στὶς 25 τοῦ Μαρτίου. ῞Οταν μπῆκα νὰ προσκυνήσω, ἄθελα θυμήθηκα τοὺς στίχους τοῦ Βαλαωρίτη:

Ποιός εἶν’ ἐκεῖνος ὁ παπάς, ποὺ μ’ ὄψη ἀναμμένη
σὰν φῶς, ἀπὸ τῆς ἐκκλησιᾶς τὸ ῾Ιερὸ προβαίνει;

῏Ηταν ὁ Γερμανὸς τῶν Πατρῶν. Δεσπότης κι ὁπλαρχηγὸς μαζί. Τὸν τριγύριζαν ὅλοι οἱ καπεταναῖοι τοῦ Μωριᾶ. Ἡ λειτουργία τελείωσε. ῾Ο Γερμανὸς βγάζει τὸ χρυσοκέντητο λάβαρο τῆς ῾Ωραίας Πύλης καὶ τὸ κρεμᾶ σ’ ἕνα κοντάρι σὰν σημαία. Φορώντας ἀκόμη τὴν ὁλόχρυση στολή του, βγαίνει ἀπὸ τὴν ἐκκλησία καὶ σταματάει ἀπο κάτω στὸν πλάτανο.Παπάδες, παλικάρια καὶ καπεταναῖοι τὸν ἀκολουθοῦν. Κάποια στιγμὴ ὑψώνει τὸ Λάβαρο κι ὃλοι γονατίζουν. Ρωτάει:

Ποιός θέλει τὴ Σημαία μου; ποιό χέρι τὴν ἀξίζει;
Τὸ χέρι ἁπλώνει ὁ Μωριάς ἡ Ρούμελη τὴν πιάνει.
Τὸ Σούλι τὴν ἀναζητᾶ· τήνε ζηλεύει ἡ Μάνη.
Κι ὁ Ὑψηλάντης, ἄρρωστος ἀπὸ τὴ φυλακή του
μὲ δάκρυ τὴν εὐλογεῖ καὶ σβήνετ’ ἡ ψυχή του.

῍Αν καὶ ἦταν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ Γερμανὸς ψάλλει τὸΧριστὸς Ἀνέστη· ἤθελε νὰ δηλώση μ’ αὐτὸ τῆς Πατρίδας τὴνἈνάσταση. ῞Ολοι κλαῖνε, ἀπὸ συγκίνηση κι ὁρκίζονται στὸΛάβαρο νὰ ἐλευθερώσουν τὴν ῾Ελλάδα ἢ νὰ σκοτωθοῦν. Τὰ καριοφίλια βροντοῦν κι οἱ ραχοῦλες τοῦ Χελμοῦ ἀντιλαλοῦν στὰ πέρατα τῆς γῆς τὴ μεγάλη ἀπόφαση. Στὸ θησαυροφυλάκιο τοῦ μοναστηριοῦ σώζεται τὸ ἱερὸΛάβαρο· διατηρεῖται πολὺ καλά· στὸ ἐπάνω μέρος φαίνεται ἡ τρύπα, ποὺ τοῦ ἔκαμε μιὰ τούρκικη σφαῖρα στὴ μάχη τῶν Καλαβρύτων. Πολλοὺς θησαυροὺς βλέπει ὁ ἐπισκέπτης ἐκεῖ μέσα. Εἰκόνες ἀρχαιότατες· εὐαγγέλια χειρόγραφα, ντυμένα μὲ χρυσάφι καὶ στολισμένα μὲ πολύτιμα πετράδια· σταυροὺς πολύτιμους· λείψανα ἁγίων σὲ πολυτελεῖς θῆκες· χρυσοστόλιστα ἄμφια· ἔγγραφα ἀρχαιότατα σὲ μεμβράνες.῞Ολα τὰ θαύμασα κι ὅλα τὰ εἶδα μὲ βαθὺ σεβασμό· ἀλλὰ σὰν ἀντίκρισα τὸ Λάβαρο, ἔμεινα ἄφωνος ἀπὸ συγκίνηση. Κι ἕνα ἄλλο συγκίνησε πολὺ τὴν ψυχή μου: ἕναπατριαρχικὸ ἔγγραφο ἦταν κρεμασμένο στὸν τοῖχο μὲ χρυσὴκορνίζα κι εἶχε τὴν ὑπογραφὴ Γρηγορίου τοῦ Ε΄. Κοίταζα ὥρα πολλὴ τὴν ὑπογραφὴ μὲ κατάνυξη· ἦταν γραμμένη μὲ τὸ ἴδιο χέρι, ποὺ δέθηκε κάποτε μὲ χοντρὸ σκοινὶ καὶ τραβιόταν ἀπὸ τὸν ὄχλο στὰ σοκάκια τῆς Πόλης. ῞Ενας ἀκόμη μάρτυς ἀπὸ τοὺς πολλοὺς, ποὺ χάρισε ἡ ἐκκλησία στὴν πατρίδα μας.

Μέγα Σπήλαιο

Γυρίζομε μὲ τὸ τραῖνο ἀπ᾽ τὰ Καλάβρυτα στὸ σταθμὸ τοῦ Σπηλαίου. Τὸ μοναστήρι ἀπέχει μιὰ ὥρα περίπου ἀπ’ τὸ σταθμὸ καὶ δὲ φαίνεται ἀπ’ τὸ δρόμο. Εἶναι κολλημένο σ’ἕνα βράχο, ὅπως οἱ φωλιὲς τῶν χελιδονιῶν στοὺς τοίχους τῶν σπιτιῶν. Εἶναι σὲ ὕψος χιλίων μέτρων, μέσα στὰ ἕλατα. ῾
Η διαδρομὴ ἀπὸ τὸ σταθμὸ στὸ Σπήλαιο εἶναι γοητευτική. Φυτεῖες ἀπέραντες. Ἀτελείωτες οἱ ἀνθισμένες τριανταφυλλιές. Κι ἀνάμεσα σὲ τόση ἄνθηση, μιὰ ἀπέραντη παράταξη ἀπὸ κυψέλες. Νερὰ τρέχουν παντοῦ μέσα στοὺς κήπους, μέλισσες βομβοῦν, ἀηδόνια κελαηδοῦν, κουδούνια προβάτων ἀντιβοοῦν ἀπὸ τὰ βράχια· καὶ συχνὰ σκεπάζει ὅλον τὸ θόρυβο αὐτὸ ἡ γλυκόλαλη καμπάνα τοῦ μοναστηριοῦ.Μέσα σὲ μιὰ βαθιὰ σπηλιὰ τοῦ βράχου βρέθηκε στὰ 362μ.Χ. μιὰ ἀπὸ τὶς τρεῖς εἰκόνες τῆς Παναγίας ποὺ ἔκαμε ὁ Ἀπόστολος Λουκάς. Δὲν εἶναι εἰκόνα ζωγραφισμένη, εἶναι ἄγαλμα, καμωμένο ἀπὸ κερὶ καὶ μαστίχα. Εἶναι τὸ μοναδικὸ ἔργο πλαστικῆς, ποὺ ἔχει ἡ ἐκκλησία μας. Διατηρεῖται λαμπρὰ μέσα σ’ ἀσημένια θήκη, γεμάτη ἀπὸ πολύτιμα ἀφιερώματα. Στὴν ἴδια σπηλιὰ ἔβγαινε καὶ βγαίνει καὶ τώρα ἀκόμη ἀστείρευτο νερό. ᾽Εκεῖ μέσα χτίστηκε ἕνα ἐκκλησάκι καὶ δίπλα σ’ αὐτὸ κόλλησαν τὸ κελλί τους οἱ δυὸ καλόγεροι, ποὺ βρῆκαν τὴν εἰκόνα.Δὲν ἔλειψαν κι ἀπὸ τὸ Σπήλαιο οἱ βαρβαρικὲς ἐπιδρομές, γι’ αὐτὸ κι οἱ καλόγεροι ἀναγκάστηκαν νὰ χτίσουν ἐπάνωστὸ βράχο τοῦ μοναστηοιοῦ ἕναν τρίπατο πολεμικὸ πύργο.῞Οταν ὁ ᾽Ιμπραήμης κατάκτησε ὅλο τὸ Μωριά, ζήλεψε καὶ τοὺς θησαυροὺς τοῦ μοναστηριοῦ και ἔκαμε ἐκστρατεία ὁλόκληρη, για νὰ τὸ κυριέψη. Τριακόσιοι καλόγεροι, βοηθημένοι κι ἀπὸ ἄλλα τόσα παλικάρια ἔφεραν ἀντίσταση τρομερή. Καὶ τὸ μοναστήρι σώθηκε.
῞Οταν τελείωσα τὸ προσκύνημα τοῦ μοναστηριοῦ, ἀνέβηκα στὸν πύργο· οἱ τέσσερες τοῖχοι κι ἡ στέγη σώζονται, ὅπως ἦταν· μιὰ μαρμάρινη πλάκα, τοποθετημένη στὴν εἴσοδο, θυμίζει στὸ διαβάτη τὴ φονικὴ μάχη, ποὺ ἔγινεστὶς 4 ᾽Ιουνίου 1827. Κι ἕνα κανονάκι στὴν αὐλὴ, ἄφωνο κι ἔρημο στὴ μοναξιὰ τοῦ βουνοῦ, συλλογιέται πόσες φορὲς ἀντιλάλησαν τὴ βροντερὴ φωνή του οἱ λαγκαδιὲς καὶ οἱ κορφοῦλες τοῦ Χελμοῦ. Ξαπλωμένος στὸν ἴσκιο τοῦ πύργου, φαντάστηκατοὺς ταπεινοὺς καλογέρους, γεμάτους πατριωτικὴ καὶ θρησκευτικὴ φλόγα, νὰ ὑψώνωνται ἀλύγιστοι μπροστὰ στὸ χαλαστὴ τοῦ Μωριᾶ. Ξαναθυμήθηκα τὴ λειτουργία τοῦΓερμανοῦ˙ πέταξε ὁ νοῦς μου στὴν πόρτα, ποὺ κρεμάστηκε ὁ Πατριάρχης θυμήθηκα τὴ θυσία τοῦ Παπαφλέσσα καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ Διάκου καὶ τόσων ἄλλων ἀμέτρητων κληρικῶν. Κι εἶπα μέσα μου:
Ράσο, εὐλογημένο ράσο! Πόσο σφιχτὰ ἀντάμωσες στὴν ψυχή σου θρησκεία καὶ πατρίδα! Καὶ πόσα βάσανα τράβηξεςκαὶ γιὰ τὶς δυό! ῞Οταν πρωτοῆρθαν τὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς, ὅλοι οἱ ἄρχοντες κι οἱ σοφοὶ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Πόλη στὴν᾽Ιταλία. Κι ὁ φτωχὸς ὁ ραγιάς, σὰν ἦρθε στὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴν πρώτη ταραχή, δὲν εἶδε κανέναν ἄλλο γύρω του παρὰ τὸ κουρελιασμένο ράσο τοῦ παπᾶ. ᾽Εκεῖνος ὁ ἁπλοϊκὸςπαπάς δούλευε ὅλη μέρα στὸ χωράφι του· καὶ σὰν νύχτωνε καλά, τραβοῦσε γιὰ κανένα ἐρημοκλήσι ν’ ἀνοίξη τὸ κρυφὸσχολειό.Κι ἐκεῖνος ὁ ἀδύνατος παπάς, μὲ τὴ φλόγα τῆς ψυχῆς του, ἔχυνε βάλσαμο στὸν πόνο τοῦ ραγιᾶ ὅλα τὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς. ῾Ο ἴδιος ὁ παπάς ἄφηνε τὸ θυμιατὸ κι ἔπιανε τὸ καριοφίλι· καὶ τὸ εὐλογημένο ράσο ἀνέμιζε πάντα μπροστὰ σὲ κάθε πόλεμο καὶ σὲ κάθε χαλασμό. Κι ἔσωσε τὴ θρησκεία μας καὶ τὴν πατρίδα μας μαζί. Ράσο, εὐλογημένο ράσο! Δίπλα στὸν τάφο τοῦ ἌγνωστουΣτρατιώτη, ποὺ ὅλοι οἱ λαοὶ ὑψώνουν, γιὰ νὰ τιμήσουν τὰ θυσιασμένα νιάτα, ἀξίζεις νὰ σοῦ ὑψώσωμε ἕνα σεμνὸ μνημεῖο καὶ νὰ γράψωμε ἐπάνω:
«Στὸν ἄγνωστο ῾Ιερέα».

Δεν υπάρχουν σχόλια