Navigation

ΟΜΙΛΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΛΕΧΟΥΡΙ 12-8-2017 ΓΙΑ ΤΟ ΝΙΚΟ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΝ/ΝΟ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟ-ΚΑΜΕΝΙΑΝΙΤΗ – ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ, τ. ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ & ΑΝΤΙΔΗΜΑΡΧΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ τ. ΔΗΜΟΥ ΑΡΟΑΝΙΑΣ ΑΧΑΪΑΣ
Αξιότιμοι εκπρόσωποι της Δημοτικής αρχής του Δήμου Καλαβρύτων και του Ελληνικού κοινοβουλίου, 
Κύριοι εκπρόσωποι του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου της περιοχής μας,
Κύριε πρόεδρε και μέλη του Δ.Σ. της Παγκαλαβρυτινής Ενώσεως, κύριοι πρόεδροι των τοπικών κοινοτήτων, εκπρόσωποι Συλλόγων και άλλων φορέων της περιοχής μας.
Κύριε πρόεδρε της τοπικής κοινότητας του φιλόξενου Λεχουρίου.
Αξιότιμοι κυρίες και κύριοι,
Αγαπητοί συνδημότες, συμπατριώτες και φίλοι,
Καλησπέρα σας.
Αγαπητή μας κ. Ελένη Πορετσάνου, ιδιοκτήτρια του «Πύργου του Λεχουρίτη» και διοργανώτρια της περίφημης αυτής πνευματικής βραδιάς προς τιμήν ενός ξεχωριστού και εξέχοντος πνευματικού δημιουργού του τόπου μας, του Λειβαρτζινού Λογοτέχνη και συγγραφέα, συμμαθητή στα γυμνασιακά θρανία, αλλά και διαχρονικού φίλου Νίκου Παπακωνσταντόπουλου.

Είναι ανείπωτη η χαρά μου που βρίσκομαι για πολλοστή φορά εδώ, σ αυτό τον σπουδαίο ιστορικό Πύργο του Λεχουρίτη και θεωρώ τον εαυτό μου ως αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορικής-πολιτιστικής του διαδρομής για πολλούς λόγους, αλλά και καθότι παρευρίσκομαι ως ομιλητής εδώ στις διάφορες εκδηλώσεις για κοντά περίπου τριάντα χρόνια.

Είναι μεγάλη τιμή για μένα να έχω μιλήσει και να μιλάω για τους διαλάμποντες αστέρες του λογοτεχνικού στερεώματος του τόπου μας, που τιμήθηκαν κατά καιρούς σ αυτόν το χώρο και θέλω να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου σε όλους αυτούς αλλά και προσωπικά σε σας κ. Πορετσάνου.
Όμως η αποψινή βραδιά ανήκει στον μεγάλο σήμερα τιμώμενο συγγραφέα και λογοτέχνη Νίκο Παπακωνσταντόπουλο γι αυτό η χαρά που αισθάνομαι είναι πολλαπλάσια, και τα αισθήματα μέγιστα, στοιχεία που μεγεθύνει ακόμη περισσότερο ο αγιασμένος Καλαβρυτινός τόπος που βρισκόμαστε.

Αγαπητοί μου,
Ο γεωγραφικό χώρος που βρισκόμαστε, της τ. επαρχίας Καλαβρύτων που σήμερα με το σχέδιο «Καλλικράτης» αποτελεί κατά κύριο λόγο τον διευρυμένο δήμο Καλαβρύτων, είναι ένας χώρος με ένδοξα απομεινάρια ιστορικής μνήμης και διδαχής. Παράλληλα όμως σαν γεωγραφική περιοχή παρουσιάζει μια σύνθεση παράξενη, ύψους και βάθους.
Από ψηλές βουνοκορφές πέφτει απότομα ή κλιμακωτά σε μερικά καμπίσια πλατώματα και από το θορυβόδικο κατρακύλισμα των νερών σε γρανιτένια βράχια, πέφτει στην ήρεμη φιδωτή περπατησιά τους μέσα στις γαληνεμένες κοιλάδες.
Όλες τις εποχές η Καλαβρυτινή φύση αλλάζει φορεσιές και χρώματα, από το καταπράσινο, το κόκκινο της παπαρούνας, το σταχτί, το μολυβί και το κάτασπρο. Και χίλιοι θόρυβοι ανεβοκατεβαίνουν την τονική κλίμακα από πολύ χαμηλά, σαν ανατρίχιασμα, ως το βουερό και απότομο ξεφάντωμα των κεραυνών και των καταιγίδων.

Μέσα σ’ αυτή την παράξενη φύση, παράξενα συναισθήματα συνταιριάζονται και αγκαλιάζουν τις ανθρώπινες καρδιές.

Θα περίμενε κανείς αυτός ο τόπος που κάθε του γωνιά είναι μια ξέχωρη ομορφιά και κάθε σπιθαμή ένας θρύλος και μετερίζι λεβεντιάς, να έχει γεννήσει πολλούς ποιητές και πεζογράφους σε προγενέστερα, αλλά και στα κατοπινά χρόνια. Μα οι πρόγονοι των σημερινών Καλαβρυτινών έγραψαν τα τραγούδια τους με τη βροντή του καριοφιλιού και την αστραπή του γιαταγανιού τους. Η ποίηση τους γράφτηκε ολάκερη πάνω στο λάβαρο της Λαύρας, που μοίρες το σηκώσανε μ’ αγγελικά φτερά στα μεσούρανα της δόξας και του μεγαλείου.

Αυτή η κάποια έλλειψη προγόνων Καλαβρυτινών στο χώρο του πνεύματος - εξαιρώντας κάποιες λίγες φωτεινές παρουσίες - έγιναν η αιτία που στα κατοπινά χρόνια, από την επαρχία μας δε βγήκαν λυράρηδες διαλεχτοί του ποιητικού και πεζού λόγου. Κι αν κάποιοι φάνηκαν, δεν αναγνωρίστηκαν όσο έπρεπε από την ανυπαρξία υπόβαθρου υποδοχής και προβολής στον τοπικό και πανελλήνιο χώρο , όπως έγινε αλλού κι ακόμα γίνεται σήμερα.
Όμως και η αποψινή λαμπρή εκδήλωση προς τιμήν του Λειβαρτζινού συγγραφέα και ποιητή ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, είναι ένα σκαλί προς αυτή την κατεύθυνση.
Στη μακρόχρονη λογοτεχνική μου πορεία προσπάθησα να σταθώ πλάι σε καινούριους ή και παλιούς πνευματικούς δημιουργούς και με το λόγο μου γραπτό ή προφορικό να τοποθετήσω το ανάλογο βάθρο στην παραπέρα αναγνώρισή τους.
Ειλικρινά αγαπητοί μου, δε λάθεψα σ’ αυτή μου τη σκέψη, σ’ αυτήν την προσπάθεια.
Το έργο του Νίκου Παπακωνσταντόπουλου έχει πάρει διαλεχτή θέση στο πνευματικό στερέωμα του τόπου μας και όχι μόνο.
Με γεμάτη την καρδιά και τα μάτια από φως αγάπης για τον ποιητή και συγγραφέα Νίκο Παπακωνσταντόπουλο, θα τον προσεγγίσουμε όπως προσεγγίζουν οι μέλισσες τα λουλούδια, για να πάρουμε άρωμα και ομορφιά από τα έργα του, χωρίς να τα λερώσουμε.
Πισωστρατίζοντας λοιπόν στο χρόνο γύρω στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, ήταν τότε που πρωτογνώρισα το Νίκο Παπακωνσταντόπουλο στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου της Αροανίας. Ήταν τα χρόνια της ανεμελιάς και της αναζήτησης για την κατάκτηση καινούριων κόσμων μέσα από τη γνώση και την καθημερινή πάλη.

Αμούστακα παιδιά και οι δύο τότε, πού αλήθεια να φανταζόμασταν ότι οι δρόμοι μας θα είχαν κοινό σηματοδότη προς την κατεύθυνση της κατάκτησης του χώρου του πνεύματος και της δημιουργίας; Και να σήμερα με κάποια χιόνια στα μαλλιά, μα με την ίδια νεανική ορμή και πάθος στην ψυχή και στην καρδιά, του τόπου μας λυράρηδες, τραγουδάμε τις ομορφιές του που δε χάθηκαν ποτέ από το μυαλό μας.
Ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος ήταν ένα σεμνό παιδί με στοχασμό και δημιουργική σκέψη, βασισμένη σε αρχές και αξίες. Ήταν ένας νέος που είχε βάλει στόχους, χωρίς ακροβατισμούς και έδειχνε πως κρατάει από ρίζα δυνατή και καλλιεργημένη. 

Μαζί ανταλλάσσαμε απόψεις για τα χωριά μας, για τα μαθήματα, για τις δύσκολες τότε συνθήκες μάθησης και για ότι άλλο μας απασχολούσε, πότε στο ίδιο θρανίο καθήμενοι και πότε κατά τη διαδρομή μας από το Σοπωτό προς τα χωριά μας· εκείνος για το Λειβάρτζι κι εγώ για τους Καμενιάνους.
Τα πνευματικά μας φτερουγίσματα εντοπίζονταν στις εκθέσεις που γράφαμε ή και ακόμα στις συζητήσεις γενικού ενδιαφέροντος μέχρι να τελειώσει η κοινή μας διαδρομή κάπου στον «Καλογερικό Μύλο», όταν αναγκαζόμαστε πλέον να πάρουμε ο καθένας το δικό του μοναχικό δρόμο με συντροφιά τις σκέψεις μας για το αύριο.
Ήταν εκείνη η πορεία ελεύθερη ανάμεσα σε βουνά και λαγκάδια που ο νους κάνει χιλιάδες ταξίδια εναλλάσσοντας τις εικόνες.
Πολλά χρόνια μετά, αφού χάθηκαν οι δρόμοι μας για τη δημιουργία και την περιχαράκωση της προσωπικής πλέον οικογενειακής μας ζωής, εντοπίζω τον παλιό μου συμμαθητή και φίλο Νίκο Παπακωνσταντόπουλο σε κάποιες πνευματικές εκδηλώσεις εδώ στα χωριά μας, για να νιώσω την ευχάριστη έκπληξη όταν το 2003 μου αφιερώνει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Λειβάρτζι σ’ ευχαριστώ»(έκδοση 2002).
Ήταν ένα καλογραμμένο βιβλίο με ιδιαίτερο σεβασμό και αγάπη για τη γενέτειρά του, που άφηνε να διαχέεται το συγγραφικό του ταλέντο και η παραπέρα ανέλιξη του. Ήμουν σίγουρος ότι δε θα σταματούσε εδώ, είχε και έχει πολλά ακόμα να μας δώσει.
Είχα όμως στη συνέχεια το προνόμιο να βλέπω απ τους πρώτους την λαμπερή λογοτεχνική πορεία του Νίκου Παπακωνσταντόπουλου και την ανέλιξή του, καθότι μου έκανε την τιμή να έχω προλογίσει τρία βιβλία του.

Αξιότιμοι κυρίες και κύριοι, η αγάπη με την οποία περιβάλλει ο δημιουργός όλα πλάσματά του και ειδικότερα το καθ’ ομοίωση δημιούργημα του τον άνθρωπο, εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους. Ένας απ’ αυτούς είναι το να του χαρίζει το ειδικό τάλαντο της πνευματικής δημιουργίας για να υμνεί τον τόπο του, την πατρίδα του και κάθε τι ωραίο κι αληθινό.

Κι ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος έλαβε αυτό το χάρισμα το οποίο αξιοποίησε και το αξιοποιεί επ’ αγαθόν της γενέτειράς του, του τόπου μας και της κοινωνίας ευρύτερα.

Απόδειξη είναι τα διαλεχτά βιβλία που εξέδωσε μέχρι σήμερα, είτε μεμονωμένα, αλλά και ως συλλογική εργασία, ξέχωρα από τα υπόλοιπα ανέκδοτα έργα του – κυρίως λαογραφικά - που είδαν το φως της δημοσιότητας σε αποσπάσματα στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Εδώ θα μου επιτρέψετε να σταθώ και να τονίσω πως αυτό το εξαίρετο λαογραφικό έργο του Νίκου Παπακωνσταντόπουλου είναι σπουδαία εργασία που πρέπει να εκδοθεί από κάποιον φορέα, ίσως και μαζί με άλλα λαογραφικά στοιχεία που υπάρχουν επίσης καταγεγραμμένα, και να προσφερθεί ως πολύτιμη κληρονομιά στις επόμενες γενιές, σαν φυλαχτό απ τους προγόνους μας.

Το δεύτερο, ποιητικό τούτη τη φορά βιβλίο του τιμωμένου με τίτλο «Έμμετρα», ακολούθησε το 2008, στη συνέχεια το εξαίρετο βιβλίο με τίτλο «Η φωτογραφία» αφηγήματα, «Καταθέσεις από τη νοσηλευτική μου διαδρομή», «Όταν η ελπίδα άρχισε να ανατέλλει», «Αθόρυβοι εργάτες» ήταν οι επόμενες εκδόσεις η μια καλύτερη απ τις άλλες. Για να ακολουθήσουν πολλά δημοσιευμένα άρθρα και έργα του, καθώς και η συλλογική λαογραφική εργασία που παρουσιάστηκε πέρυσι στην Αθήνα με τον τίτλο: «Χειμωνιάτικες βραδιές στο τζάκι», καθώς και η συμβολή του στην έκδοση του βιβλίου…», «Τα Καλαβρυτινά με το νερό τα’ αθάνατο». Ενώ υπάρχει επίσης πλούσιο ανέκδοτο έργο του ιδίου.

Οι νοσταλγίες και οι εμπνεύσεις για το Νίκο Παπακωνσταντόπουλο άρχισαν αλυσιδωτά να διαφαίνονται σαν εικόνες στο λογοτεχνικό ορίζοντα του πνευματικού του μεγαλείου.

Το αποτέλεσμα; Ένα πανέμορφο, περίτεχνο λογοτεχνικό κάδρο με εναλλαγές, πολλές εικόνες, που διασώζονται μέσα από τις σελίδες των βιβλίων του πριν διαλυθούν και πεθάνουν στο πένθιμο θαμποχάραμα κάποιας χινοπωριάτικης αυγής.
Συνταξιδιώτες κι εμείς των στοχασμών σ’ αυτό το ταξίδι του Νίκου Παπακωνσταντόπουλου, κάτω από το λαμπερό ήλιο των αναμνήσεων, ζωντανεύουμε τα «άτια» των δικών μας αναμνήσεων. Τα τρεχαλητά στις στράτες, τις ράχες και τα λαγκάδια των χωριών μας, τα ερωτικά σκιρτήματα, τα’ ανοιξιάτικα γλυκοχαράματα, τις φεγγαρόλουστες βραδιές του Αλωνάρη και πολλές άλλες εικόνες που δε σβήνουν ποτέ από την ψυχή μας.
Η γλώσσα του Νίκου Παπακωνσταντόπουλου καθάρια, έρχεται κελαρυστή, με απαλότητα και αφηγηματική πληρότητα από τα βάθη της ψυχής του, για να ανθοβολήσει στα χείλη του σαν λουλούδι αγνό του ελληνικού κάμπου και του βουνού.

Οι διάλογοί του απλοί, ήρεμοι, χωρίς ακροβατισμούς και ξαφνιάσματα, μπαίνουν ίσια στην ψυχή, γιατί είναι απόηχος όλων των διαλεχτών στοιχείων της λαϊκής έκφρασης.

Ποτέ δε θα τον βρεις να τιμά την παλιανθρωπιά. Αντίθετα, με την προβολή των αιώνιων αξιών της φυλής, μας προσπαθεί να σκεπάσει το σημερινό ξεγύμνωμα των αξιών που μας οδήγησαν στ’ αποτελέσματα που βιώνει σήμερα η χώρα μας. 

Πολλά ήθελα να πω και να αναλύσω ακόμη για το συγγραφικό και ποιητικό έργο του Νίκου Παπακωνσταντόπουλου, αλλά ο χρόνος δεν επαρκεί μιας και οι άλλοι αποψινοί ομιλητές κατέθεσαν και καταθέτουν την δική τους χρυσοποίκιλτη ψηφίδα γι αυτό.
Περιορίζομαι όμως να σας μεταφέρω εδώ, ένα όμορφο απόσπασμα από το αφήγημά του «Με ρέγκο και ψωμί». Που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του με τίτλο, «Η φωτογραφία».

Το αφήγημα αυτό ξετυλίγεται στην πεζοπόρα διαδρομή μας από το Γυμνάσιο του Σοπωτού τότε, μέχρι τα χωριά μας. Τα εφόδιά μας μισή φρατζόλα ψωμί που το μοιραζόμασταν δίκαια, πότε κάποια παστή ρέγκα ή νηστίσιμος χαλβάς απ’ τα καταστήματα, κι αυτό επειδή ήταν φτηνός και μας οδηγούσε σε μόνιμη νηστεία.
Τα Γκούντι’ς δεν είχαν οργανωθεί ακόμη και οι καταθέσεις μας ήταν δεσμευμένες στις τράπεζες, όπως μας λέει και ο ίδιος. Περιγράφει λοιπόν ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος:

«Οι κουβέντες μας στριφογύριζαν σχεδόν πάντα στα ίδια. Πρώτο και κύριο το ποδόσφαιρο, στη συνέχεια όνειρα και φιλοδοξίες για το αύριο και το πώς θα ξεφύγουμε από τη σκληρή ζωή της υπαίθρου, οι καθηγητές μας…» και πολλά άλλα.
Και συνεχίζει: «…Τα σοβαρότερα ενδιαφέροντα που ήταν για γκομενοδουλειές ήλθαν λίγο αργότερα. Αλλά και τότε πόσο «γνοιασμένα» να ήμαστε».
Και γνοιασμένοι που μπορεί να ήταν κάποιοι από μας, δεν είχαμε και πολλά περιθώρια αγαπητέ φίλε Νίκο. Άλλες εποχές βλέπεις, αλλά και σεβασμός. Στην αγάπη, την αλήθεια και τις αξίες. Μα η γλώσσα που χρησιμοποιείς εδώ πόση ομορφιά έχει! Γιατί είναι τρυγημένη απ’ τη γνήσια, την απλή ντοπιολαλιά των προγόνων μας.

Αγαπητέ φίλε – συντοπίτη, συμμαθητή και συνοδοιπόρε στο χώρο του πνεύματος Νίκο Παπακωνσταντόπουλε, που πριν λίγο καιρό σε καλωσορίσαμε και ως μέλος στη μεγάλη οικογένεια της Ενώσεως Ελλήνων Λογοτεχνών, του αρχαιότερου λογοτεχνικού σωματείου της χώρας μας. Σ’ ευχαριστώ που ζωντάνεψες με τα βιβλία σου τόσες εικόνες του χτες στο μυαλό μας που, λίγο πολύ ζήσαμε όλοι.

Σε συγχαίρω για τη συγγραφική σου πορεία και την πνευματική προσφορά στον τόπο μας.

Μου «θίγεις» με πολλά απ’ τα έργα σου ότι πιο ιερό και ευαίσθητο έχω μέσα μου, το χτες των χωριών μας που μας κρατά σφιχτοδεμένους με το σήμερα και αντλούμε δύναμη για να τραγουδήσουμε τις ομορφιές τους.

Είναι σίγουρο πως το αύριο πέρα από κάθε αμφισβήτηση πιο ψηλά θα σε φέρει, ίσαμε να κατακτήσεις τις ψηλοκορφές του Ερυμάνθου με το πνεύμα σου.
Πολύ αγαπητέ μου ανεκτίμητε φίλε, πολύτιμε συντοπίτη, συμμαθητή στα γυμνασιακά θρανία και συνοδοιπόρε στο χώρο του πνεύματος Νίκο Παπακωνσταντόπουλε, είναι μεγάλη και ανείπωτη η χαρά μου για την τιμή που σου γίνεται απόψε εδώ στην αετοφωλιά του Λεχουρίου. Στο διάβα της ζωής μου-δίχως υπερβολή-σπάνια γνώρισα ανθρώπους σαν και σένα με αξίες, σεμνότητα, ακεραιότητα χαρακτήρα και πολλά άλλα χαρίσματα. Γι’ αυτό αγαπητέ μου φίλε Νίκο τα συναισθήματα μου πλημμυρίζουν απόψε την ψυχή μου, γιατί σε θεωρώ ένα δικό της πολύτιμο κομμάτι.
Σε συγχαίρω λοιπόν απ’ τα βάθη της καρδιάς μου και σου εύχομαι πάντα ψηλά.

Αγαπητοί μου φίλοι και επισκέπτες ευχαριστώ και όλους εσάς που με ακούσατε, να είσαστε καλά-καλό σας βράδυ.
Κωνσταντίνος Νικολόπουλος-Καμενιανίτης

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: