Navigation

Ο ΓΙΟΥΚΟΣ: Βιτρίνα και καμάρι της νοικοκυράς!

γράφει ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος
 Αν «η κουζίνα είναι ο καθρέφτης της νοικοκυράς», όπως συνηθίζουμε να λέμε, τότε η βιτρίνα της, καθώς και βιτρίνα όλου του σπιτιού είναι σίγουρα ο γιούκος!
Η ονομασία του προέρχεται, πιθανότατα, από το τουρκικό yük, που σημαίνει φορτίο, σωρός «χοντρών» ρούχων, από σκεπάσματα και στρωσίδια. Αν και σε όλα σχεδόν τα σπίτια κατείχε περίοπτη θέση στο καλύτερο δωμάτιο, τη «σάλα», θα λέγαμε ότι δεν «τράβαγε» αμέσως το μάτι του επισκέπτη. Η μαστοριά και η λεπτομέρεια τον έκαναν θεατό και αθέατο μαζί, ενώ ο μικρός ή κακοστημένος γιούκος μαρτυρούσε νοικοκυρά ανεπρόκοπη! Ορισμένα αρχοντόσπιτα είχαν ειδική υποδοχή («κοίλωμα») στον τοίχο, για να τοποθετούνται εκεί τα ρούχα και να μην «κλέβουν» από τον υπόλοιπο χώρο. Ήταν παράλληλα και χώρος γνωστός σε όλους, που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως σημείο προσανατολισμού για την εύρεση άλλων αντικειμένων, π.χ. θα το βρεις (το αντικείμενο που ψάχνεις) δίπλα, μπροστά, ή πίσω από το γιούκο.
Κάθε «χονρόρουχο» (ή χοντρόσκουτο) με το που τελείωνε η ύφανσή του στον αργαλειό, έπαιρνε τη θέση του στο εκεί. Με περισσή τέχνη η χρυσοχέρα νοικοκυρά το «έχτιζε» μαζί με τ’ άλλα, έτσι που να μην περισσεύουν γωνίες, να μην κάνει «κοιλιά», να μην «γέρνει», να μη στραβώνει και γενικά να είναι όλο το «στήσιμο» καλά «ζυγισμένο» και πολύ προσεγμένο. Το ύψος του έφτανε και μέχρι το ταβάνι και δεν ήταν λίγες οι φορές που στηνόταν δίπλα κι ένας δεύτερος, μικρότερος.
Εκτός από τα υφαντά (σαΐσματα, μπατανίες, απλάδες, κουρελούδες, κουβέρτες, φλοκάτες κλπ), στο γιούκο οι νοικοκυρές έβαζαν μαζί και τα λίγα «αγοραστά» σκεπάσματα, π.χ. παπλώματα, μάλλινες ή ημισυνθετικές κουβέρτες, σε σημείο και με τρόπο που να φαίνονται περισσότερο, θέλοντας να δείξουν κι εκεί την αξιοσύνη τους. Σχεδόν πάντα ανάμεσα στα ρούχα έκρυβαν και χρήματα, που τα ήξεραν μόνο οι ίδιες, και τα είχαν για το γυρολόγο, τον καλαντζή, το μάστορα, ή και για οποιαδήποτε άλλη άμεση ανάγκη του σπιτιού.
Ένα μεγάλο λευκό και πάντα καθαρό σεντόνι, καρφιτσωμένο με παραμάνες, που όμως δεν ήταν ορατές,  τον σκέπαζε και τον τύλιγε πολύ προσεγμένα, τον προφύλασσε από τη σκόνη και τους λεκέδες των εντόμων,  κάλυπτε κάθε ατέλεια, δεν «κρέμαγε», ούτε σχηματίζονταν πτυχές. Τα ακόμα παλιότερα χρόνια, τη θέση του σεντονιού είχε μια περίτεχνα υφασμένη πολύχρωμη κουβέρτα ή απλάδα.  Και τις μέρες τις γιορτινές, που στο σπίτι μπαινόβγαινε κόσμος, το σεντόνι μπορεί και να έβγαινε, που αποκαλυπτόταν έτσι μια πανδαισία χρωμάτων στα υφαντά, στολισμένη με δαντέλλες, που έδινε στο γιούκο μια ανείπωτη χάρη!
Σ’ αυτόν πρωτοέπεφταν οι ερευνητικές και όχι πάντα διακριτικές ματιές των προξενητάδων που έμπαιναν στο σπίτι για «την ώρα την καλή» των κοριτσιών! Καλός και μεγάλος γιούκος ήταν οπωσδήποτε κι ένα παραπάνω κίνητρο για τον υποψήφιο γαμπρό!
Το «γκρέμισμα» του γιούκου γινόταν συνήθως για κάποια χαρά του σπιτιού, π.χ. για προετοιμασίες γάμου. Τα ρούχα που ξεχωρίζονταν και που θα έπαιρνε μαζί της η νύφη στο νέο της νοικοκυριό, γίνονταν κι αυτά ένας δεύτερος, μικρότερος γιούκος, στολισμένος με κορδέλες και λουλούδια. Την ώρα που πήγαιναν οι «προικολάβοι» να τα παραλάβουν, έβαζαν πάνω σ’ αυτόν ένα μικρό αγόρι, για να γεννήσει η νύφη σερνικά παιδιά!
Στις γαμήλιες προετοιμασίες το πολύ όμορφο και καλοφτιαγμένο αυτό κατασκεύασμα σχεδόν «άδειαζε». Γι’ αυτό η νοικοκυρά/υφάντρα φρόντιζε ν’ αναπληρώσει έγκαιρα το κενό, πριν και μετά την ευτυχισμένη μέρα της κόρης της, γιατί και τα επόμενα κορίτσια «έπαιρναν σειρά». Πόσα ξενύχτια, στ’ αλήθεια, και πόσες μέρες από το πρωί μέχρι το βράδυ έμενε στον αργαλειό για να τα προλάβει! Και πόσες φορές η κούραση την έκανε να «γέρνει» και να την παίρνει για λίγο ο ύπνος επάνω στη σαΐτα της! Άλλες φορές πάλι σιγοτραγουδούσε, είτε για να διώξει τη νύστα, είτε από την αναμονή της χαράς, είτε από μεράκι, καμαρώνοντας η ίδια για τα αραβουργήματά της! Και το χειμώνα, ένα αυτοσχέδιο μαγκάλι με κάρβουνα από τη φωτιά, κάπου δίπλα της ζέσταινε την ίδια και το χώρο, γιατί η παραμονή καθιστή στην ίδια θέση έκανε το κρύο πολύ περισσότερο αισθητό.
Το «γκρέμισμα» γινόταν και μια φορά το χρόνο, κυρίως την παραμονή της Αναλήψεως το βράδυ, που έβγαζαν τα ρούχα και τα άπλωναν επάνω σε φράχτες, σε δέντρα ή μάντρες να αεριστούν και να μην τα τρώει ο σκώρος. Και πριν βγει η ήλιος το επόμενο πρωί, έπρεπε να έχουν μαζευτεί, για να ταχτοποιηθούν και πάλι στη θέση τους. Κάτω κάτω έβαζαν πάντα τα λιγότερο εύχρηστα, ενώ επάνω εκείνα που χρησιμοποιούσαν περισσότερο οι ίδιοι οι νοικοκυραίοι, αλλά και όταν χρειαζόταν να σκεπαστούν οι μουσαφιραίοι.
Η εύκολη πρόσβαση στο εμπόριο μετά το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα, που είχε σαν αποτέλεσμα την κατάργηση του αργαλειού, μοιραία κατάργησε και το γιούκο. Έπειτα, οι καλαίσθητες ντουλάπες ήρθαν κυριολεκτικά να τον αφανίσουν, αφού αυτές πλέον φιλοξενούν τα όσα περίτεχνα υφαντά έχουν απομείνει από τα πανάξια χέρια των μανάδων και των γιαγιάδων μας. Έτσι, σήμερα συναντάμε «δείγματα» γιούκων ως εκθέματα σε λαογραφικά μουσεία.

=========================== 
Παρόμοια άρθρα:
1: Ο αργαλειός
2: Επεξεργασία του μαλλιού και του σπάρτου:
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος

 Ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος γεννήθηκε στο Λειβάρτζι του Δήμου Καλαβρύτων. Πέραν του λειτουργήματός του (Διπλωματούχος Νοσηλευτής) δραστηριοποιείται και στο λογοτεχνικό χώρο, με εκδόσεις βιβλίων και δημοσιεύσεις άρθρων στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Είναι παντρεμένος με την Ελένη Γάλλιου από το Γοργόμυλο Πρέβεζας και έχουν δύο παιδιά.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: