Navigation

Στο κατώι του χρόνου: εξοπλισμός του τσοπάνη


γράφει ο Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος
Εκτός από το ταγάρι, που τις περισσότερες φορές δεν περιέχει τίποτα περισσότερο από ψωμί με τυρί διπλωμένο στην πετσέτα και νεροκολόκυθο ή παγούρι με νερό, μπορεί και λίγο κρασάκι, για να λημερίσει μακριά από το κονάκι του ο τσοπάνης, τον εξοπλισμό του συμπλήρωναν η κάπα, το σελάχι και η (γ)κλίτσα.

Η κάπα
Γνωστή στον τόπο μας και με τις ονομασίες καπότα και τσούκνα, ήταν (γ)νεσμένη από κοζά* και υφασμένη στον αργαλειό. Απαραίτητο και το πλύσιμο στη νεροτριβή μετά την ύφανση, για δύο λόγους: να κλείσουν οι πόροι και να φουντώσει το τρίχωμα. Το κλείσιμο των πόρων την έκανε αδιαπέραστη από το κρύο, ενώ το φουντωμένο τρίχωμα την έκανε αδιάβροχη/ημιαδιάβροχη. Με το ίδιο υλικό ύφαιναν και το σάσμα* (ή σάισμα).
Ήταν χειμερινό ένδυμα η καπότα και κάλυπτε τον τσοπάνη αρκετά κάτω από το γόνατο. Μπορούμε να το φανταστούμε σαν σημερινό παλτό με κουκούλα, αλλά πολύ πιο χοντρό. Το πάχος της έφτανε το ένα με ενάμισι εκατοστό και είχε αρκετό βάρος. Γι’ αυτό και πολλές φορές τυλίγονταν σε κάποιο απάγκιο του βουνού μ’ αυτή και κοιμόντουσαν, χωρίς ν’ «ακούνε» κρύο.
Παρόμοιο, αλλά ημιεπίσημο ανδρικό ένδυμα ήταν και η τσουκνόμπολκα, επίσης από κοζά και δεν είχε κουκούλα. Τη φόραγαν στο καφενείο, στις επισκέψεις, μπορεί και στην εκκλησία. Κάλυπτε το σώμα όπως ένα σημερινό ημίπαλτο.

Το σελάχι
Το σελάχι, ή συλάχι*, ήταν συμπλήρωμα της φουστανέλας, μέσα στο οποίο οι πολεμιστές έβαζαν τις μπιστόλες, τα μπαρουτόβολα και άλλα απαραίτητα αντικείμενα. Λόγω της πρακτικότητάς του, οι τσοπάνηδες το διατήρησαν και μεταγενέστερα. Το έφτιαχναν μόνοι τους από δέρμα και οι πιο μερακλήδες το κεντούσαν. Ιδιαίτερα εύχρηστο στις καθημερινές μικρομετακινήσεις, επανήλθε στη ζωή μας τα τελευταία χρόνια με τη μορφή της γνωστής μας «μπανάνας».
Μέσα στο συλάχι, που είχε κάμποσες θήκες, έβαζαν τα είδη πρώτης ανάγκης: ίσκα, στουρνάρι, πριόβολο και μεταγενέστερα τσακ(ου)μάκι, καπνό και χαρτί για το τσιγάρο τους, τη σογιά τους (ο σουγιάς) ή μαχαίρι με το θηκάρι του, σουγλί*, σακοράφα, κερί, σπάγκο, αγκάθια από το φυτό αθάνατος (αγαύη), κοπίδια.
Με το κερί κέρωναν το σπάγκο, όταν χρειαζόταν να περάσουν δυο-τρεις πρόχειρες βελονιές στα τσαρούχια τους, μέχρι να γυρίσουν σπίτι. Με τα κοπίδια σκάλιζαν τις (γ)κλίτσες, τις βεζές*, τα ραβδιά τους κι άλλα αντικείμενα για τις ανάγκες του σπιτιού, όπως ρόκες*, σφοντύλια*, αδράχτια*, ταμπακιέρες, κούπες, χουλιάρες*, χουλιάρια*, βαρέλες* κ.ά.. Με τ’ αγκάθια του αθάνατου παρείχαν τις πρώτες βοήθειες στα ζώα που τα δάγκωνε φίδι: τα χρησιμοποιούσαν σαν βελόνα και τους έκαναν πολλές τρύπες στο δέρμα γύρω από το δάγκωμα και πίεζαν την περιοχή να βγει το δηλητήριο. Πολλά προβατόγιδα και αρνοκάτσικα σώζονταν με τη μέθοδο αυτή, που είχε εφαρμογή και στους ανθρώπους, όταν χρειαζόταν (διαβάστε εδώ:
http://www.kalavrytanews.com/2014/04/blog-post_5222.html ). Για την ίσκα, τον πριόβολο και το τσακ(ου)μάκι, που εκτός από τσιγάρο άναβαν και φωτιά μ’ αυτά για να ζεσταθούν, διαβάστε περισσότερα εδώ:

Η γκλίτσα ή αγκλίτσα
Περισσότερο γνωστή στον τόπο μας ως κλίτσα, προσφέρει πολλές υπηρεσίες στο βοσκό: Τον στηρίζει στα ανώμαλα κι επικίνδυνα μονοπάτια των βουνών, σαλαγάει και καθοδηγεί το κοπάδι του και πιάνει τα ζωντανά από το πόδι, όταν αυτό είναι απαραίτητο. Ακόμα, πέραν του συμβόλου κύρους και εξουσίας στα ζώα, επιβάλλει την ηγετική παρουσία του κατόχου της και σε ομάδες ανθρώπων, σε συμβολικό επίπεδο. Για παράδειγμα, δεν είναι ασυνήθιστη η χειρονομία πολιτών να χαρίζουν γκλίτσες σε πολιτικούς! Γενικότερα, ως σύμβολο εξουσίας είναι γνωστή από τα προχριστιανικά χρόνια, π.χ., το σκήπτρο του Μωυσή.
Μέχρι και σαν όπλο μπορεί ακόμα να τη χρησιμοποιήσει ο βοσκός, αν του επιτεθούν τ’ αγρίμια του βουνού. Γνωστή είναι, εξάλλου, από το δημοτικό σχολείο και η ιστορία με τον Έλληνα τσοπανάκο στη μάχη των Δερβενακίων, που όταν τον ρώτησε ο Κολοκοτρώνης γιατί δεν πολεμάει, εκείνος απάντησε ότι δεν έχει όπλο. «Και η γκλίτσα όπλο είναι, βρε Έλληνα! Πήγαινε να σκοτώσεις μ’ αυτή έναν τούρκο και πάρ’ του τ’ άρματα», τον συμβούλεψε ο Γέρος του Μοριά!
Το απαραίτητο αυτό στήριγμα και συντροφιά του τσοπάνη αποτελείται από δυο κομμάτια: την ίδια την κλίτσα (χειρολαβή) και το ραβδί, γνωστό ως κλιτσόραβδο, που και τα δυο μαζί πάλι κλίτσα λέγονται.
Η χειρολαβή της, που μοιάζει με τελικό σίγμα (ς) και χωράει στη μια παλάμη, είναι από κέρατο, ξύλο ή ανοξείδωτο μέταλλο. Έχει μια κατάλληλη υποδοχή (τρύπα), μέσα στην οποία εφαρμόζει και στερεώνει πολύ καλά στο κλιτσόραβδο.
Παραδοσιακότερο πάντα το κέρατο από το ξύλο, δείχνει περισσότερο επαγγελματισμό και δίνει άλλη χάρη στο αρχηγικό σκήπτρο του τσοπάνη. Προέρχεται από τα τραγιά και τα κριάρια του κοπαδιού, ενώ κατασκευαστής είναι, συνήθως, ο ίδιος ο βοσκός. Η θερμοκρασία, π.χ. βρασμός, βοηθάει στην καλύτερη επεξεργασία. Με τα κοπίδια του, την υπομονή του, την τέχνη του και το μεράκι του του δίνει το κατάλληλο σχήμα και χαράζει επάνω στην έτοιμη, πλέον, κλίτσα διάφορα σχέδια, πραγματικά αριστοτεχνήματα. Τα σχέδια αυτά ποικίλουν, ανάλογα με τις προτιμήσεις του δημιουργού. Συνηθέστερα είναι τα φίδια, τα γεωμετρικά σχήματα, οι σταυροί, τα πουλιά, οι αετοί και τα γεράκια, τα κριάρια, ενώ σπανιότερα μπορούμε να δούμε μορφές αγίων ή γυναικείες φιγούρες.
Το ξύλο που επιλέγεται για τη χειρολαβή πρέπει να είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό, που να μπορεί όμως και να δουλευτεί, για να σχηματιστεί και να σκαλιστεί. Ανάλογα σχέδια όπως στο κέρατο χαράσσονται και εδώ.
Η μεταλλική κλίτσα είναι η εύκολη λύση για τον τσοπάνη, ιδιαίτερα όταν δυσκολεύεται στην τέχνη του κέρατου και του ξύλου.
Τα πιο συνηθισμένα ξύλα από τα οποία γίνεται το κλιτσόραβδο είναι η ακρανιά (κρανιά), το πουρνάρι, το σφεντάμι, η κυδωνιά και η αγριλιά, επειδή είναι πιο ανθεκτικά. Επιλέγεται πάντα, ή σχεδόν πάντα, κωλορίζι (παραφυάδα) που είναι ίσιο, ευλύγιστο και δουλεύεται ευκολότερα. Το καψάλισμα στη φλόγα είναι απαραίτητο για να ξεφλουδίζει και να ισιώνει με μεγαλύτερη ευκολία. Εκτός από τη χειρολαβή, πολλοί μερακλήδες κάνουν σχέδιο και στο κλιτσόβαβδο. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να προέρχεται από σκιζάρι. Σκίζοντας, δηλαδή, τον κορμό του δέντρου και διαλέγοντας ένα (κατά μήκος) κομμάτι από το εσωτερικό του, που δεν έχει ρόζους (κόμπους).
Θα την διακρίναμε σε τρεις υποκατηγορίες: για το βουνό, για τον κάμπο και για την αγορά, το καφενείο ή τον περίπατο.
Η κλίτσα για το βουνό είναι πιο λιτή. Έχει ελάχιστο ή καθόλου σκάλισμα, λόγω της φθοράς που προκαλεί η καθημερινή χρήση. Το κλιτσόραβδό της είναι χοντρό και ανθεκτικό, για να στηρίζει και ν’ αντέχει το βάρος του τσοπάνη και ιδιαίτερα του γιδοτσοπάνη, αφού τα γίδια βόσκουν σε δύσβατες περιοχές και περνάνε από απόκρημνα μονοπάτια. Το ύψος της δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Φτάνει, συνήθως, στο λαιμό του βοσκού, για να μην τον εμποδίζει να περνάει κάτω από χαμηλά δέντρα και ανάμεσα σε θάμνους.
Αυτή που συνηθίζεται στις πεδινές περιοχές μπορεί και να έχει μεγαλύτερο ύψος από αυτό του βοσκού. Έτσι, αφού δεν τον εμποδίζουν δέντρα, βράχια και θάμνοι εκεί, μπορεί ευκολότερα να σαλαγήσει και να ξαμώσει* το κοπάδι, για να μη βοσκήσει στα σπαρμένα. Στο βουνό και στον κάμπο συναντάμε και τη σιδερένια κλίτσα.
Η κλίτσα για την αγορά ή για το καφενείο είναι ακόμα πιο κοντή, στο ύψος της λαγούσας*, περίπου. Προσθέτει γοητεία, προβάλει την αρχοντιά, το μεράκι, την αξιοσύνη, τη δεξιοτεχνία στο σκάλισμα και την υπομονή του καλλιτέχνη! Την κρατάει με υπερηφάνεια και μ’ αυτήν κάνει τις επίσημες εμφανίσεις του στα μαγαζιά ή τις επισκέψεις του σε συγγενικά και φιλικά σπίτια, σε ονομαστικές γιορτές κλπ.
Οι εμπορικές ανάγκες τα τελευταία χρόνια έχουν φέρει την αγορά και την πλαστική κλίτσα. Το μόνο που τη συνδέει με την παράδοση είναι το σχήμα της και τίποτ’ άλλο.
Ας θυμηθούμε, τέλος, και μερικές παροιμιώδεις φράσεις για το σκήπτρο με το οποίο ο βοσκός εξουσιάζει το κοπάδι του:
- Να μάθεις δυο κλίτσες γράμματα (να μάθεις λίγα γράμματα).
- Ξύνεται στην κλίτσα του τσοπάνη («πάει γυρεύοντας»).
- Την κρέμασε την κλίτσα του («χάλασε», πούλησε το κοπάδι).
Ευχαριστούμε από καρδιάς τον εκλεκτό συμπατριώτη μας και συλλέκτη Ανδρέα Κακαβά για την πολύτιμη συνεργασία του στη σύνταξη του παρόντος άρθρου και άλλων που θα ακολουθήσουν.
Συνεχίζουμε, με επόμενο θέμα τ’ αγγειά και τα σύνεργα για το τυροκομιό.
==================================
* Παραπέμπει στο «Καλαβρυτινό λεξικό»: ΕΔΩ

Νίκος Παπακωνσταντόπουλος

Ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος γεννήθηκε στο Λειβάρτζι του Δήμου Καλαβρύτων. Πέραν του λειτουργήματός του (Διπλωματούχος Νοσηλευτής) δραστηριοποιείται και στο λογοτεχνικό χώρο, με εκδόσεις βιβλίων και δημοσιεύσεις άρθρων στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Είναι παντρεμένος με την Ελένη Γάλλιου από το Γοργόμυλο Πρέβεζας και έχουν δύο παιδιά.




1: Ταγάρι βοσκού, γνωστό και με άλλες ονομασίες, όπως: τορβάς, βούργια, σουρούνι
2: Τσοπάνης με κάπα
3: Ύφασμα κάπας/σάσμα, φθαρμένο από τη χρήση και το χρόνο
4: Συλάχι (φωτο: http://www.to-tsarouxi.gr/index.php?pid=product_view&id=12 )
5: Πριόβολος


1: Ίσκα ακατέργαστη
2: Τσακ(ου)μάκι
3: Το φυτό αθάνατος (αγαύη)
4: Σογιά (η) (από τη συλλογή Ανδρέα Κακαβά)
5: 4: Σουγλί (από τη συλλογή Ανδρέα Κακαβά)


1: Κοπίδια με το θηκάρι τους και με χαραγμένο το επώνυμο του κατασκευαστή και συλλέκτη Ανδρέα Κακαβά
2: Στουρνάρι
3: Χειρολαβή κλίτσας (συλλογή Κωνσταντίνου Αν. Καλογήρου)
4: Από αριστερά προς τα δεξιά: Κλίτσα κάμπου, κλίτσα βουνού, κλίτσα αγοράς (από τη συλλογή Ανδρέα Κακαβά)
5: Κλίτσες «αγοράς» (από τη συλλογή Ανδρέα Κακαβά)


1: Ηπειρώτικη κλίτσα (από τη συλλογή Ανδρέα Κακαβά)
2: Σιδερένια κλίτσα (από τη συλλογή Ανδρέα Κακαβά)
3: Κλίτσα μακρυκώλα (από τη συλλογή Ανδρέα Κακαβά)
4: Πλαστική κλίτσα
5: Κλίτσες (από τη συλλογή Ανδρέα Κακαβά)
6: Αυτό που αγαπάει κανείς (Ανδρέας Κακαβάς), και τα απλά διακοσμητικά του σπιτιού του το μαρτυρούν: Ξύλινη βεζά με πραγματικό τσοκανάκι!

Κυριαζής Νίκος

Τα σχόλια σας εδώ: