2

Γράφει ο Δημήτρης Σταθακόπουλος 
Και αυτό τον Αύγουστο ( 2013 ) είχα την τύχη να βρεθώ στα πάτρια εδάφη και από τον Χελμό ( Μάζι ) ν’ αγναντέψω την κοιλάδα της Κατσάνας ( Κατζάνας ).
Paul Baron des Granges, 1869, Καλάβρυτα.
Με αφορμή συζήτηση που είχα με το φίλο Λεωνίδα Πετρόπουλο ( Σουδενά και Ντούνιτσα ) σχετικά με τους παλαιούς νομάδες περιφερόμενους Τσέλιγκες ( отшельник = ερημίτης στα σλάβικα και σήμερα στα ρώσικα. Μάλλον δεν σημαίνει γενάρχης/  оснивач / όσνιμπατς όπως πιστεύεται μιάς και  η λέξη δεν ομοηχεί προς το τσέλιγκας, όπως το  отшельник / ατσέλνικ = ερημίτης) , καθώς και τους ποιμένες/ τσοπαναραίους (  çoban στα τούρκικα) , αγναντεύοντας την ποτιστική από ποτάμια , κοίλη ( ως φυσική δεξαμενή υδάτων ) κοιλάδα της Κατσάνας ( Κατζάνας ) από το χωριό Μάζι  ( Ελατόφυτο ) του Χελμού,  με φίλους Μαζαίους και ειδικά τον Χρ. Καμπέρο πιάσαμε κουβέντα για τις ετυμολογήσεις των ονομάτων ΧΕΛΜΟΣ ( Αροάνια όρη )  και  ΚΑΤΣΑΝΑ ( Κατζάνα- στους νεώτερους χρόνους , κοιλάδα των αρχαίων Κλειτορίων Αζάνων  ) .
Γλωσσολόγος δεν είμαι, και ότι θα αναφέρω παρακάτω σημειώνεται με πάσα επιφύλαξη:
Διαβάζοντας παλαιές Καλαβρυτινές πηγές,  το ΧΕΛΜΟΣ που ορίζει τα Αροάνια όρη ( Α επιτατικό + ροή = Συνεχής/ πολλή ροή ( εννοείται υδάτων ))  ετυμολογείται είτε από μια Αρβανίτικη ρίζα helm που σημαίνει δηλητήριο, είτε από μια Σλαβική ρίζα Хълм ( χλιούμ )  που σημαίνει λόφος και όχι «χιονισμένο βουνό» όπως συχνά αναφέρεται .
Προσωπικά  κλείνω προς την 1η ετυμολογία από το Αρβανίτικο helm (δηλητήριο ) και όχι το σλαβικό Хълм ( χλιούμ )  που σημαίνει λόφος, διότι ο Χελμός κάθε άλλο παρά λόφος είναι !!!!
Σύμφωνα με το Albanische Etymologien (Untersuchungen zum albanischen Erbwortschatz), Bardhyl Demiraj, Leiden Studies in Indo-European - Amsterdam - Atlanta 1997, η λέξη helm (δηλητήριο ) προέρχεται από μια πρωτοαλβανική ρίζα hal(i)m και αυτή με τη σειρά της από την  Proto-Indo-European ρίζα sKel που σημαίνει «κόβω» συγγενή με την πρωτογερμανική  scalmo που σημαίνει: «  μάστιγα λοιμός».
Ας πιθανολογήσουμε,  γιατί οι Αρβανίτες είπαν τα Αροάνια όρη helm-ο (δηλητήριο ):
Ως γνωστόν στα Αροάνια όρη πήγαζε ( πηγάζει ) η Στύγα , το «αθάνατο νερό» των αρχαίων ελλήνων το οποίο ήταν δηλητηριώδες/ θανατηφόρο , ουδείς μπορούσε να το πιεί και να το κρατήσει σε δοχείο, εκτός και το δοχείο ήταν από οπλή ( νύχι ) όνου ( γαϊδάρου ) , σύμφωνα με τον Ησίοδο ( Θεογονία, 361) και τον Παυσανία (8.1 Αρκαδικά ), εκεί  δε εμβαπτίστηκε και ο Αχιλλέας από την μητέρα του Θέτις  μία από τις Νηρηίδες της ελληνικής μυθολογίας, κόρη του Νηρέα και απόγονο (εγγονή) της Τιθύoς, προκειμένου ανεπιτυχώς να γίνει αθάνατος .
Έχουμε λοιπόν το 1ο στοιχείο που αναζητούμε: Αροάνια όρη = Στύγα = νερό Δηλητηριώδες δηλ. helm !!!
Αλλά το νερό της Στύγας ονομαζόμενο και «αθάνατο νερό», καθώς και «μαυρονέρι» ήταν/ είναι δηλητηριώδες ;
Σύμφωνα με τους αρχαίους , τη μυθολογία και τις δοξασίες των ντόπιων ποιμενικών πληθυσμών , τις οποίες άκουσαν και πιθανώς υιοθέτησαν και οι Αρβανίτες ποιμένες: ΝΑΙ.
   Συνεπικουρούμενα  και σύμφωνα με την τοξικολόγο Antoinette Hayes, ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Stanford των ΗΠΑ, η φήμη ότι το «αθάνατο νερό» ήταν δηλητηριώδες  πιθανώς να διαθέτει δόσεις αλήθειας, αφού περιέχει ένα βακτήριο ονόματι «Μicromonospora echinospora», που παράγει την ουσία καλιχεαμυκίνη (calicheamicin) , η οποία προξενεί βλάβες στο DΝΑ, με αρχικά συμπτώματα αίσθημα αδυναμίας, κόπωσης και πόνους, εν συνεχεία κατάρρευση των εσωτερικών οργάνων και του νευρικού συστήματος του ανθρώπου. Έχουμε λοιπόν και το 2ο στοιχείο, την επιστημονική τεκμηρίωση.
Έτσι κατά την άποψή μου  «δένουν» τα Αροάνια όρη, με τα δηλητηριώδη ύδατα της Στυγός των αρχαίων, τις δοξασίες και τις ποιμενικές παραδόσεις για το «μαυρονέρι»,  το αρβανίτικο  helm-οs (δηλητήριο ) και την σύγχρονη επιστήμη και επομένως Χελμός = δηλητηριώδες βουνό και όχι το σλαβικό Хълм ( χλιούμ )  που σημαίνει λόφος, ή όπως λένε «χιονισμένο βουνό» (sic ) .
Ας δούμε / πιθανολογήσουμε και το έτυμον της κοιλάδας της ΚΑΤΣΑΝΑΣ ( Κατζάνας ) στην ευρύτερη περιοχή της Κλειτορίας.
Απ’ ότι είδα σχεδόν όλοι το ετυμολογούν από το τουρκικό Kaçan                 ( Κατσάν ) που σημαίνει Φυγή ή και Αποστασία , το οποίο χρησιμοποιείται στην ελληνική ως συνθετικό άλλων λέξεων π.χ Καρά-Κατσάν-ος ( Σαρα-Κατσάν-ος ), με την έννοια των φευγαλέων νομάδων ποιμένων/τσοπάνηδων, ή ως επιθετικός προσδιορισμός , όπως στο όνομα Κατσ-Αντώνης ( ο αποστάτης/ φυγάς Αντώνης ), αλλά και ως επώνυμο π.χ : Κατσ-ής, Κάτσαν-ος ( ο φυγάς, αποστάτης , κυνηγημένος ). Όμως η ετυμολογία με αυτή την αιτιολογική βάση, δεν στέκει . Γιατί ένα μέρος να ονομάζεται Φυγή ή Αποστασία ;  Η μόνη περίπτωση να προέρχεται η ονομασία Κατσάνα/ Κατζάνα από το τουρκικό Kaçan είναι να θεωρείτο τόπος Κατσάν-ων ( φυγάδων, αποστατών ή νομάδων φευγαλέων ποιμένων/ τσοπάνηδων που εκεί είχαν τα κονάκια τους ). Ήταν όμως  τόπος φυγάδων, νομάδων  και μάλιστα σε τόσο έντονο και διαρκή βαθμό ούτως ώστε να πάρει η κοιλάδα ( και όχι τα δυσπρόσιτα βουνά ) το όνομα αυτό ;
Κάπου συνάντησα και την πιθανή παραφθορά τους ονόματος των  αρχαίων ΑΖΑΝΩΝ, κατοίκων της περιοχής σε Κ-αζάνες , Κ-α-τσ-άνες, η οποία είναι πολύ δελεαστική και αρχαιοπρεπής, όχι απίθανη να συμβαίνει μιάς και υπάρχουν πάμπολλα τέτοια γλωσσολογικά παραδείγματα, όπου το γράμμα Κε προφέρεται με δασυνόμενη προσφορά Τσε ( π.χ στην Κρήτη Τσε, αντί Και , Διφθέρα = defter = δεφτέρι, ή Ρωμαίος-Ρωμιός-Rum στα τούρκικα κλπ ), όμως δεν μπορώ να δικαιολογήσω το Kaçan από το Κ-αζάνες , αφού το αρχικό Κ φαίνεται ξεκρέμαστο. Το ενδιάμεσο  γράμμα  ç προφέρεται Τσ, αλλά θα μπορούσε να είναι και C προφερόμενο Τζ , γι’ αυτό ενίοτε προφέρεται Κατσάνα και παλαιότερα Κατζάνα.
    Όμως προσωπικά ρέπω προς μία άλλη ετυμολογία της λέξης ΚΑΤΣΑΝΑ/ ΚΑΤΖΑΝΑ που έχει Σλάβικη ρίζα και σχετίζεται με το σχήμα και τη μορφολογία της περιοχής, η οποία είναι Κοιλάδα, έχει κοίλο ως δεξαμενή σχήμα όταν την κοιτάς από ψηλά και ειδικά από τον Χελμό ( Μάζι ) και σ’ αυτή περνούν ποτάμια ενώ συχνά πλημμύριζε. Η σλάβικη ρίζα είναι Kaça ( Κάτσα ) και σημαίνει δεξαμενή ακόμα και σήμερα στα Σέρβικα, τα Κροατικά και τα Βοσνιακά, απ’ όπου πιθανολογώ το ελληνοποιημένο Κατσάνα/ Κατζάνα = μορφολογία εδάφους σαν δεξαμενή το οποίο «δένει» ως τοπωνύμιο που περιγράφει μορφολογία τόπου/ περιοχής.
    Αλλά και Kaça ( Κάτσα ) σημαίνει Κορυφή στα σημερινά σλαβογενή Τσέχικα και Σλοβάκικα, ενώ σημαίνει Φίδι στα ομοίως σλαβογενή Σλοβένικα  και  Πονοκέφαλος στα Πολωνικά, ενώ σημαίνει και Ξυλεία στα Ουγγρικά , λέξεις που δεν πιθανολογώ για την ετυμολογία που μας ενδιαφέρει, αν και οι λέξεις ομοηχούν.
    Τέλος,  Kaça ( Κάτσα ) σημαίνει στα Καταλανικά: Κυνήγι και ίσως Κατσάνα/Κατζάνα να σημαίνει : Κυνηγότοπος.  Πώς βρέθηκαν Καταλανοί στην περιοχή των Καλαβρύτων που ίσως έδωσαν και τοπωνύμια  ; Μας το λέει το Χρονικό του Μορέως. Η Βαρονία των Καλαβρύτων (Colovrate στη Γαλλική έκδοση του Χρονικού) , ήταν μία από τις 12 υψηλές Βαρονίες του Πριγκηπάτου της Αχαϊας, που είχαν δοθεί σε σημαντικούς ακόλουθους του Πρίγκηπα Γοδεφρείδου Βιλεαρδουίνου ως ανταμοιβή για τις στρατιωτικές υπηρεσίες τους κατά τη διάρκεια της κατακτήσεως της Πελοποννήσου :« Τὸν μισὲρ Ὄτον ντὲ Ντουρνᾶ ἐπρόνοιασεν ὡσαύτως νὰ ἔχῃ τὰ Καλάβρυτα καὶ φίε δέκα καὶ δύο». Πολλοί εκ των στρατιωτών τους ήταν Καταλανοί μισθοφόροι.

    Τα παραπάνω δημοσιεύονται με πάσα επιφύλαξη, από έναν ερασιτέχνη της γλωσσολογικής ετυμολογίας , με ερευνητική διάθεση και καθόλου αναιρετική των προηγούμενων ή σύγχρονων ερευνητών της περιοχής, ενώ δεν αποτελούν θέσφατα .
Δημήτρης Σταθακόπουλος


Δρ. κοινωνιολογίας της ιστορίας, Παντείου πανεπιστημίου Διπλωματούχου Βυζαντινής μουσικής - μουσικολόγου Μέλους του international society for ethnomusicology Bloomington Indiana Univ. Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω Μέλους του Δ.Σ του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά Μέλους της Ελληνικής αντιπροσωπείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση Δικηγόρων CCBE


Δημοσίευση σχολίου

 
Top