Navigation

ΛΕΙΒΑΡΤΖΙ: Ο Ναός του Ιωάννου του Προδρόμου και η συνοικία Μεσοχώρι


Του Νίκου Χρ. Παπακωνσταντόπουλου
Ο σημερινός Ναός του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, στη συνοικία Μεσοχώρι, στο Λειβάρτζι, κτίσθηκε, πιθανότατα, το 1857, επί δημάρχου Χαράλαμπου Παπαδόπουλου, στο ίδιο σημείο, όπου προϋπήρχε ομώνυμος ναός μικρότερων διαστάσεων, αφού και οι κάτοικοι της συνοικίας ήσαν λιγότεροι τότε. Ο παλαιός εκείνος ναός είχε καταστραφεί («είχε διαρραγή εις τέσσερα») από σεισμό, που έγινε την ώρα του εσπερινού της Τετάρτης 9 Φεβρουαρίου του 1743 και είχε διάρκεια μισή ώρα! Η ανέγερσή του χρονολογείται μεταξύ των ετών 1700 και 1720, χωρίς να υπάρχουν περισσότερα ακριβή στοιχεία. Είναι βέβαιο όμως ότι ήταν μεταγενέστερος της Αγίας Τριάδος στα Θουγαίικα και του Αγίου Θεοδώρου στον ίδιο μαχαλά.
Εκτός των πολλών προσφορών των συγχωριανών μας σε εκκλησιαστικά βιβλία και ιερές εικόνες, ο εκ Σοπωτού ιερέας Ιωάννης Λεοντοτοκαίρης προσέφερε τον Εσταυρωμένο της Αγίας Τραπέζης, το 1761. Η εικόνα δε του Προδρόμου, που βρίσκεται στο δεξιό μέρος του τέμπλου είναι αφιέρωμα του πρωθυπουργού Ι. Κωλέτη, το έτος 1845. Ιδιαίτερα άξια αναφοράς είναι η μεγάλη δωρεά της συγχωριανής μας – Μεσοχωρίτισσας Αικατερίνης Μέγαρη, το 1846, που ζούσε στην Τεργέστη: Το καμπαναριό, η μεγάλη καμπάνα βάρους 141 κιλών, οι πολυέλαιοι, ιερά σκεύη και εκκλησιαστικά βιβλία. Δωρεά της ίδιας είναι ακόμα καμπάνες στην Αγία Τριάδα και στον Άγιο Γεώργιο, καθώς και ιερά άμφια στον Άγιο Θεόδωρο.
Η εκκλησία ξεχωρίζει για τη μεγάλη ευρυχωρία της και το σκαλιστό-ξυλόγλυπτο τέμπλο, εφάμιλλο του ναού του Ιωάννου του Θεολόγου, «τ’ α-Γιαννιού» στην ομώνυμη συνοικία του χωριού. Στο παρελθόν, και πιθανότατα μέχρι και τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, ήταν ο ενοριακός ναός της συνοικίας. Έχει πλακοστρωμένη αυλή, σχετικά μεγάλη, χώρος που προσφέρεται για εκδηλώσεις, αλλά και για παιχνίδι των παιδιών. 
Ο Πρόδρομος ξεχωρίζει ακόμα, γιατί έχει κτιστεί πάνω σε πηγή από την οποία βγαίνει άφθονο νερό όλο το χρόνο. Είναι «το νερό του Προδρόμου», με το οποίο υδρευόταν και αρδευόταν στο παρελθόν ο περισσότερος μαχαλάς. Δίπλα ακριβώς (νότια της εκκλησίας) ευρίσκεται και η «βρύση του Προδρόμου», μία από τις πολλές παραδοσιακές πέτρινες του χωριού μας. 
«Ένα γύρο» από την εκκλησία ήσαν χτισμένα και τα σπίτια των αρχόντων του χωριού.
Ο ναός του Προδρόμου γιορτάζει στις 7 του Γενάρη και στις 24 Ιουνίου, ενώ στις 29 Αυγούστου ο εορτασμός είναι ιδιαίτερα πανηγυρικός.
Η συνοικία Μεσοχώρι, ή «Μισοχώρι» είναι μία από τις έξι συνοικίες του Λειβαρτζίου (στις έξι συμπεριλαμβάνονται το Λειβάδι και το Λειβαρτζινό) και η ονομασία του οφείλεται στο ότι ευρίσκεται στο κέντρο του χωριού, μεταξύ Απανάκρης (επάνω άκρη) και Κατάκρης (κάτω άκρη).
Μετά τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας (1460, περίπου), οι κατακτητές έκαναν τσιφλίκια τους τις καλλιεργήσιμες περιοχές, με αποτέλεσμα οι μέχρι εκείνη την εποχή Έλληνες ιδιοκτήτες τους να αναζητούν ασφάλεια στα ορεινά. Έτσι, οι κάτοικοι του Μεσοχωριού (όπως και όλου του χωριού μας και των άλλων χωριών), συνέχισαν να αυξάνονται και όλα τα επόμενα χρόνια, βρίσκοντας καταφύγιο στις ορεινότερες περιοχές, όπου μπορούσαν να βόσκουν τα κοπάδια τους και να καλλιεργούν τη γη και να ζουν εν γένει με σχετικά περισσότερη ανεξαρτησία. Τα ξύλα των δασών ήταν ακόμα μια καλή λύση για την κατασκευή των νέων τους σπιτιών, όπως και στην αντιμετώπιση του χειμώνα. Μια, επίσης, προσοδοφόρα απασχόληση σίγουρα ήταν και το κυνήγι. 
Μετά το 1720 ή 1730 ήλθε στο Μεσοχώρι η πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια Παπαδόπουλων από το Μυστρά ή τη Σπάρτη, φέρνοντας μαζί τους και τον υπολογίσιμο πλούτο τους, μη μπορώντας να μείνουν άλλο εκεί, αφού ένας γιός τους σκότωσε τούρκο αξιωματούχο. Από την οικογένεια αυτή προέρχονται και οι πρώτοι άρχοντες του μαχαλά, που έχτισαν αρχοντόσπιτα και πύργους. Η αρχιτεκτονική τους ήταν εν είδη φρουρίων, με ψηλούς τοίχους περιμετρικά, με πολεμίστρες, με στέρνες για λάδι, με υπόγεια ύδρευση και λουτρά, με πολύ πιθανή την υπόγεια επικοινωνία μεταξύ τους, καθώς και με κάθε άλλη σχετική αρχοντιά για την εποχή. Έτσι εξηγείται και η προσωνυμία του μαχαλά, ως «αρχοντομαχαλάς».
Σε ένα από αυτούς τους μεγαλοπρεπείς πύργους, του κυρ-Χριστόδουλου, πλέχθηκε το ειδύλλιο της μιας από τις δυο κόρες του, της πανέμορφης Ελένης, με τον τούρκο (ή τουρκαλβανό) Λιμάζ Αγά (Λιμάζαγα): Συνορεύοντας τα κτήματά του με αυτά του κυρ-Χριστόδουλου, γνωρίστηκαν οι δύο άρχοντες και μεταξύ τους. Όταν ο Λιμάζαγας ήλθε στο πανηγύρι στο Λειβάρτζι, θαμπώθηκε από την ομορφιά της Ελένης, η οποία και ανταποκρίθηκε στα αισθήματά του. Από τότε ερχόταν συχνά στο χωριό, καθόταν στο κοντινότερο με τον πύργο του κυρ-Χριστόδουλου μαγαζί και έπαιζε τον ταμπουρά του για χάρη της. Παρ’ όλο που ο κυρ-Χριστόδουλος ήταν αρνητικός για έναν τέτοιο γάμο, λόγω του θρησκεύματος, ο Λιμάζαγας απήγαγε με τη θέλησή της την Ελένη και σε αυτό συνήργησε η θεία της η Γιαννού, η οποία θαμπώθηκε από το χρυσάφι του. Πρωτάκουστη για τα χρόνια εκείνα στον τόπο μας η απαγωγή μιας αρχοντοπούλας από έναν τούρκο, θεωρήθηκε πραγματικό ανοσιούργημα. Ο ίδιος ο κυρ-Χριστόδουλος πήγε στην Τρίπολη και κατήγγειλε το γεγονός στον πασά, ο οποίος έστειλε Κατή (δικαστή) στα Τριπόταμα και το δικαστήριο έγινε κάτω από τον πλάτανο (στα Τριπόταμα), που τότε ανήκε στην Αρκαδία. Περίλυπος ο ίδιος (ο κυρ-Χριστόδουλος) άκουσε από το στόμα της κόρης του ενώπιον του δικαστή να του λέει «άντρα χρώσταγα, άντρα πήρα», τράβηξε το μαχαίρι του από τη θήκη και έκοψε τη μακριά γενειάδα του! Πήρε τη γυναίκα του και φύγανε, αφήνοντας στην κόρη τους την κατάρα τους! 
Η συμφορά της οικογένειας του Λιμάζαγα αργότερα, αποδόθηκε στην κατάρα των γονιών της γυναίκας του: Κατά την επανάσταση τα ίχνη του ίδιου χάθηκαν, οι δε συγγενείς παρέλαβαν σε μεγάλη ηλικία τα παιδιά τους και τα βάφτισαν, δίνοντάς τους τα ονόματα των παππούδων τους, Χριστόδουλος και Μαρία. Κατά άλλη εκδοχή, η Ελένη έμεινε Χριστιανή και βάφτισε και μεγάλωσε η ίδια τα παιδιά της. Έμειναν όμως περισσότερο γνωστά ως Τουρκο-Χριστόδουλος και Τουρκο-Μαρία! Ο Χριστόδουλος, ράφτης στην Τρίπολη, επισκέφθηκε το Λειβάρτζι κατά το 1878, η δε Μαρία έγινε καλόγρια.
Κατά άλλη εκδοχή, που αναφέρεται και στην εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη, ο Λιμάζαγας έφυγε για το χωριό Λάλα Αχαΐας, μετά το κάψιμο του πύργου του στη Μοστενίτσα (σημερινή Ορεινή) από τον άρχοντα του Λειβαρτίου Ινταρέ. Από το Λάλα πήγε στη Μακεδονία και ξαναπαντρεύτηκε. Το 1865, τα παιδιά του από τη δεύτερη γυναίκα του, ήλθαν στο Λειβάρτζι, αναζητώντας συγγενείς τους και το μερίδιο της περιουσία τους!
Το ειδύλλιο του Λιμάζαγα και της Ελένης τραγουδήθηκε από τη δημοτική μας μούσα με το παρακάτω δημοτικό:
- Πού πας Ελένη από σπερνού, τώρα το βράδυ – βράδυ;
- Πάω στη θειά μου τη Γιαννού, στη θειά μου τη Ροδούλα,
να νέσω τα μπαμπάκια μου, να φτιάξω τα προικιά μου,
να φτιάξω μπόλια του γαμπρού, της πεθεράς μαντήλι,
να φτιάξω του Λιμάζαγα ολόχρυση σορβέτα.
Λιμάζης με τον τάμπουρα κι Ελένη με τη ρόκα,
εσυναπαντηθήκανε στου μαγαζιού την πόρτα.
Σκύβ’ ο Λιμάζης, τη φιλεί, στα μάτια και στα φρύδια
και στο δεξί το μάγουλο, που ’χε το κοκκινάδι.
- Μη με φιλείς, Λιμάζαγα, μη με σφιχταγγαλιάζεις,
τι μ’ έχει ο κύρης μ’ ακριβή κι η μάνα μου χαϊδιάρα.
Τι το μαθαίν’ η μάνα μου, το λέει τ’ αφεντός μου
και σου χαλάει τα χωριά, σου καίει και τους πύργους.
- Λιμάζαγας να ’ναι καλά και πύργους φτιάχει κι άλλους!
Και του Σεΐζη μίλησε και του Σεΐζη λέει:
- Σεΐζη, σέλωσ’ τ’ άλογο και βάλ’ του και τη σέλα
να καβαλήκει το Λενιό, να πάει στη Μοστενίτσα!
Εκτός από το παραπάνω δημοτικό τραγούδι, η Ελένη και το χωριό μας τραγουδήθηκαν και με το «Ένας Ασίκης από το Λειβάρτζι» και το «Στης Αρκαδιάς τον πλάτανο» που έχουν ερμηνεύσει και οι κορυφαίοι του δημοτικού μας τραγουδιού Χρήστος Πανούτσος και Τάκης Καρναβάς, τα οποία και παρατίθενται: 
και
Στο πάνω μέρος του μαχαλά, στα «Θουγαίικα», ήταν και το πρώτο μοναστήρι του χωριού μας η Αγία Τριάδα, για την ανέγερση του οποίου δεν υπάρχουν στοιχεία. Από το 1650, περίπου, λειτουργεί σαν ξωκλήσι, αφού το μοναστήρι μεταφέρθηκε στην Κατάκρη. Είναι δε άξιο αναφοράς και το θρησκευτικό φρόνημα των κατοίκων της συνοικίας, που στα μέσα του 18ου αιώνα είχε 18 ιερατικές οικογένειες!
Αγρότες οι περισσότεροι κάτοικοι του μαχαλά, δεν έλειπαν όμως και άλλα επαγγέλματα, όπως οι καταστηματάρχες, σιδηρουργοί, κασσιτερωτές, υποδηματοποιοί, σαμαροποιοί, αλλά και μικρές επιχειρήσεις, όπως καφενεία-παντοπωλεία, οι τελευταίες των οποίων έκλεισαν το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα. 
Η «αποψίλωση» της συνοικίας άρχισε λίγο μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, για να φτάσει στο τέλος του 20ου αιώνα οι λιγοστοί κάτοικοί του να είναι στη μεγάλη τους πλειοψηφία γέροντες. 
Δεν θα μπορούσε το Μεσοχώρι και το Λειβάρτζι να αποτελέσει εξαίρεση απ’ όλη την άλλη Ελλάδα!
=====
Πηγές:
1. «Ιστορία της κωμοπόλεως Λειβαρζίου των Καλαβρύτων» του Περικλή Δουδούμη, ή Ντουντούμη, έκδοση 1941
2. «Ιστορία της Αρχαίας Ψωφίδος και Λειβαρζίου», του Αθανασίου Θ. Λέλου, έκδοση 1953.
3. «Λειβάρτζι, σ’ ευχαριστώ!», του γράφοντος, έκδοση 2002.
Νίκος Παπακωνσταντόπουλος
Ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος γεννήθηκε στο Λειβάρτζι του Δήμου Καλαβρύτων. Πέραν του λειτουργήματός του (Διπλωματούχος Νοσηλευτής) δραστηριοποιείται και στο λογοτεχνικό χώρο, με εκδόσεις βιβλίων και δημοσιεύσεις άρθρων στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Είναι παντρεμένος με την Ελένη Γάλλιου από το Γοργόμυλο Πρέβεζας και έχουν δύο παιδιά.

(φωτογραφίες Νίκος Παπακωνσταντόπουλος και η "8" Λευτέρης Αβραμίδης)

Κυριαζής Νίκος

Τα σχόλια σας εδώ: