Navigation

Θέρος και Aλώνι: O ξεσηκωμός του Kαλοκαιριού!

Παραδοσιακό αλώνισμα στην Κέρτεζη! 
του Νίκου Παπακωνσταντόπουλου Όταν πολύ μικρός άκουσα για πρώτη φορά τη γνωστή παροιμιώδη έκφραση, δεν την αποστήθισα σωστά και κάποια στιγμή την επανέλαβα στο σπίτι: «τρύγος-θέρος-πόλεμος». «Δεν το λένε έτσι!», με διόρθωσε η γιαγιά. «Το σωστό είναι “θέρος-τρύγος-πόλεμος”, γιατί η πρώτη δουλειά του χρόνου που θέλει μεγάλο ξεσηκωμό είναι ο θέρος, δεύτερος είναι ο τρύγος και ο τρίτος (δεν ήθελε να λέει τη λέξη “πόλεμος”) να μην έλθει ποτέ»!
Η πρώτη δουλειά της χρονιάς, λοιπόν, είναι ο θέρος, που απαιτεί «μεγάλο ξεσηκωμό». Θα «μπει» στο σπίτι το ψωμί, που είναι και το «στημόνι»1 της διατροφής. Γι’ αυτό και στη λαϊκή παράδοση ο Ιούνιος και ο Ιούλιος «βαφτίστηκαν» με τα ονόματα των εργασιών αυτών που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη ζωή των ανθρώπων: «Θεριστής» και «Αλωνάρης». Καθόλου, έως ελάχιστα γνωστά όμως τα έθιμα, οι συνήθειες και οι διαδικασίες της μεγάλης αυτής «γιορτής» του καλοκαιριού, όπως και του αλωνιού που την ακολουθεί. Κι αν είναι γνωστές στους νεότερους, είναι σε ελάχιστους και σίγουρα όχι με το γνήσιο παραδοσιακό τρόπο.
Αρχές του θεριστή όλα σχεδόν είναι έτοιμα, γιατί από τη στιγμή που τα στάρια (και όλα τα άλλα σιτηρά) έχουν «κιτρινίσει» - αληθινό χρυσάφι στους κάμπους -, η ώρα του θέρου φτάνει. Με τις πρώτες ζέστες που τα στάχια θα ψάσουνε2, τρίβονται εύκολα και το στάρι πέφτει και μένει στο χωράφι. Γι αυτό και οι θεριστές πρέπει να προκάμουνε. Ακόμα και με μια μέρα καθυστέρηση θα έχουνε μεγάλη ζημιά.
Όπως σε κάθε άλλη δουλειά, ίσχυε και εδώ, το ίδιο με τον γραπτό, ο άγραφος νόμος της δανεικαριάς3 και της ξέλασης4. Με τα δρεπάνια στον ώμο (το «εσωτερικό» τόξο «εφαρμόζει» στον ώμο και τα χέρια είναι ελεύθερα στο βάδισμα), με ανοιχτόχρωμα και χοντρά ρούχα για προστασία από τον ήλιο και τους μικροτραυματισμούς της καλαμιάς και του άγανου, με άσπρα τσεμπέρια οι γυναίκες και με ψάθινες ντρίτσες5 οι άνδρες είχαν φτάσει στο χωράφι πολύ νωρίς, με το πρώτο φως της ημέρας. Πριν σκύψουν για την πρώτη δρεπανιά, έβγαζαν το καπέλο τους, κοίταζαν κατά την ανατολή κι έκαναν το σταυρό τους:
«Καλή δύναμη!». «Και του χρόνου!». «Καλοφάγωτο!», εύχονταν ο ένας στο άλλον.
Σίγουρα δεν έλειπαν και τα «χρόνια πολλά!», αφού ο θέρος ήταν και γιορτή!
Τα χέρια «παίρνανε φωτιά»! Μα στ’ αστεία, μα στα σοβαρά οι «διαγωνισμοί» για το πιο «γρήγορο δρεπάνι» είχαν την τιμητική τους και ο καλός και γρήγορος θεριστής ήταν πάντα περιζήτητος εργάτης.
Το θερισμένο στάρι δένονταν χερόβολα με δεματικό6 και τα χερόβολα δεμάτια, που γίνονταν μικρές θεμωνιές στις άκρες του χωραφιού, έτοιμα να φορτωθούν για το αλώνι7. Το κολατσιό κάτω από ένα μεγάλο δέντρο με παχύ ίσκιο, είχε «προδιαγραφές» μεσημεριού, κι αυτό γιατί μετά η δουλειά σταμάταγε, αφού ο ήλιος άρχιζε να καίει και τα στάχια να τρίβονται. Το κουβάλημα, που άρχιζε σχεδόν αμέσως μετά το θέρο, έπρεπε να γίνει κι αυτό τις πρώτες ώρες της ημέρας, για τον ίδιο λόγο. Μετά το φαγοπότι, σίγουρα «πιάνανε» και κάνα τραγουδάκι! Λίγο παραπέρα, σε κάποιο άλλο σκιερό δέντρο και μακριά από τα αδιάκριτα μάτια, οι μανάδες βυζαίνανε τα παιδιά τους, που την ώρα του θερισμού τα είχε το νου της μία απ’ όλες, εκ περιτροπής.
Κάθε μαχαλάς είχε ένα ή και περισσότερα αλώνια, που είχαν καθαριστεί από πριν με μεγάλη προσοχή και καθένας «έμπαινε» με τη σειρά που είχε φέρει τα δεμάτια του και είχε στήσει τη θεμωνιά του εκεί. Από την αρχή μέχρι το τέλος η δουλειά ήταν ένα ακόμα πραγματικό «πανηγύρι» και τα κεράσματα με σπιτικές πίτες και γλυκά από τα χέρια κάθε άξιας νοικοκυράς, «έβγαιναν» το ένα μετά το άλλο. «Πληρωμή» σε κάθε κέρασμα, τι άλλο; Οι πολύ γνωστές από τα τρίσβαθα της καρδιάς ευχές: «καλή σοδειά!», «καλοφάγωτο!», «και του χρόνου!».
Ο νοικοκύρης που ερχότανε η σειρά του να αλωνίσει, είχε γανωμένο το κακάβι και «κανονισμένο» το μάγειρα. Οι εργάτες ήσαν πολλοί και έπρεπε να φάνε καλά: και για να δουλέψουνε, αλλά και να μην τον «κουβεντιάζουνε»! Μεγάλη η αφθονία και στο κρασί και στο τσίπουρο, στο πείραγμα, στο κέφι και στο τραγούδι.
Εκτός από τα κοινοτικά κάθε χωριού, αλώνια είχαν και κάποια νοικοκυρόσπιτα, που και εδώ η σειρά προτεραιότητος ήταν απόλυτα σεβαστή. Τόσο η αμοιβή του βαλμά8, όσο και του ιδιοκτήτη του αλωνιού ήταν σε είδος: Από το ίδιο το γέννημα9 (στάρι, βρώμη, σίκαλη, κριθάρι) ή άχερο10, που είχε συμφωνηθεί από την αρχή. Η αδυναμία πολλών νοικοκυραίων να έχουν δυο ζα, γεννούσε και εδώ την ανάγκη να «σεμπριάζουν», που ήταν μια πολύ ισχυρή σχέση συνεργασίας και σεβαστή σαν συγγένεια. Μέρος της αμοιβής (συνήθως το 1/3) έπαιρνε και ο σέμπρος. Από μεγαλύτερους μαθαίνουμε και πως ορισμένοι είχαν άλογα που τα χρησιμοποιούσαν μόνο στο αλώνισμα, ενώ τον περισσότερο καιρό έβοσκαν ελεύθερα στα βουνά. Ήταν τα λεγόμενα «λακινιάρικα» άλογα.
Μόλις τα δεμάτια «έμπαιναν» στο αλώνι, λύνονταν κι απλώνονταν στην επίπεδη επιφάνειά του και το λόγο είχε ο βαλμάς με τ’ άλογα. Δεμένα από το στύλο11, τα έφερνε γύρες μέχρι να τυλιχτεί όλο το σχοινί σε αυτόν, συνεχίζοντας ύστερα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Από το πολύ πάτημα κόβονταν η καλαμιά και γινόταν άχερο, ενώ ο καρπός απελευθερωνόταν από το άγανο. Οι καμουτσικιές «χτύπαγαν» τον αέρα και πολύ λίγες φορές - και ελαφριά πάντα - στα ζα, που μαζί με τις φωνές του αφέντη τους δεν τους άφηναν περιθώρια να έχουν το νου τους να φάνε και να τεμπελιάσουν.
Μετά το βαλμά, το λόγο έπαιρνε ο… αέρας, χωρίς την πνοή του οποίου δε μπορούσε να γίνει το λίχνισμα. Αν δεν φύσαγε, το αλώνι «έμενε χάμου»12, ακόμα και για μέρες. Και μαζί με τον αέρα, τα δικριάνια13 και τα δριμόνια14, ξύλινα παλιότερα και «σιδερένια» αργότερα, με την «πρόοδο» της τεχνολογίας.
Η ώρα του κολατσιού, του διαλλείματος και του φαγητού σεβαστή όχι μόνο για τα αφεντικά και τους εργάτες, αλλά και για τα ζα: Ο βαλμάς τούς έδειχνε τη στοργή του και τα «ξεκούραζε» μ’ ένα παρατεταμένο χάδι του στο καθένα, τα σκέπαζε που ήταν ιδρωμένα, του έβγαζε τον τορβά να μπορούν να φάνε, τους έφερνε νερό και τα πότιζε.



Τα αλώνια δεν άδειαζαν από κόσμο και ζωντανά ούτε τα βράδια, αφού λίγοι ήσαν εκείνοι που γύριζαν σπίτι. Οι υπόλοιποι έπρεπε να κοιμηθούν εκεί, για να φυλάξουν τη σοδειά τους.
Παρ’ όλο που την Κυριακή, σαν «μέρα του Θεού», οι δουλειές έπρεπε να παραμείνουν, εδώ υπήρχε εξαίρεση. Ένα ψιλόβροχο και μόνο, έφτανε να χαλάσει σε μια στιγμή τους κόπους και το ψωμί όλης τη χρονιάς. Σίγουρα όμως την Κυριακή δεν πήγαιναν πρωί-πρωί για δουλειά, μέχρι να κοντοζυγώσει η ώρα να σχολάσει η εκκλησία. Κάποιοι θεωρούσαν καλό να πάρουν και συχώρεση από τον παπά. Με την ίδια ευλάβεια «κράταγαν» και τις γιορτές, όπως της αγίας Μαρίνας, «τ’ αϊ-Λιώς», της αγίας Παρασκευής, του αγίου Παντελεήμονα. Η γιορτή της Παναγίας της «Καψοδεματούς» (η κατάθεση της Εσθήτος της Θεοτόκου), στις 2 Ιούλη, θεωρείται πολύ μεγάλη και έπρεπε οπωσδήποτε να «κρατηθεί» από το πρωί μέχρι το βράδυ. Πίστευαν πως την ημέρα εκείνη η εκδήλωση φωτιάς στο αλώνι μπορούσε να σημειωθεί χωρίς την ανθρώπινη υπαιτιότητα, αν δεν είχαν σεβαστεί τη γιορτή της Θεομήτορος.
Μόλις τέλειωνε η δουλειά και το αλώνι σηκωνότανε7, έμπαινε το επόμενο. Στο «μεσοδιάστημα» το λόγο είχαν τραγούδια, χοροί και ντουφεκιές κι αμέσως άρχιζε το κουβάλημα, να γεμίσουν τα μεγάλα κασόνια με το πολύτιμο σταράκι. Σειρά είχαν τα άχερα, γιατί όχι μόνο για τους ανθρώπους, αλλά και για τα ζωντανά έπρεπε να κάνουνε κουμάντο στους αχεριάδες15 για το χειμώνα.
Ένα μέρος του σταριού που «έμπαινε» στο σπίτι, «έβγαινε» στην «άκρη» και το ράντιζαν με θειικό χαλκό (περισσότερο γνωστό σαν γαλαζόπετρα ή «αλογόπετρα»). Αυτό γινόταν για να μη ζωντανέψει16 και να μείνει για σπόρος το χινόπωρο που σε λίγο ερχόταν. Κάποιοι έδιναν μία ακόμα εξήγηση στο ράντισμα αυτό: Επειδή περιείχε «φάρμακο», ήταν προστατευμένο και από το να… φαγωθεί!
Αμέσως μετά «άνοιγαν» και οι δουλειές των μυλωνάδων, που πραγματικά δεν προλαβαίνανε να έχουν έτοιμα τα αλέσματα στην ώρα τους. Στο πρώτο ζύμωμα έφτιαχναν απαραίτητα και λειτρουγιές17 και τις πήγαιναν την Κυριακή στην Εκκλησία, δοξολογία στο Δημιουργό, «ότι ενέπλησας ημάς των επιγείων σου αγαθών», αλλά και δέηση «υπέρ ζώντων και τεθνεώτων», «υπέρ εφορίας των καρπών της γης».
Σημάδι πλούτου τα πολλά αλώνια στο ίδιο χωριό, η αρχιτεκτονική και οι ανάγκες της δουλειάς τα ήθελαν «φτιαγμένα» σε κάποιο ξάγναντο, που τα «έπιανε ο αέρας». Χώροι «πολλών χρήσεων» μέχρι λίγες δεκαετίες πριν, τα αντικρίζουμε βουβά και «ξεφτισμένα» σήμερα ή «στην καλύτερη» να έχουν «μετατραπεί» σε μικρές πλατείες, αν «στέκουν» ακόμα. Εικόνες χαμένες, μα ευδιάκριτες μέσα στην αχλή του χρόνου για τους μεγαλύτερους, με τα ζα φορτωμένα δεμάτια να έρχονται «συνοδευόμενα» από τα αφεντικά τους και άλλα να γυρνάνε να ξαναφορτώσουν. Ήταν, ίσως, οι πιο αδικημένοι «εργάτες» τα συμπαθή τετράποδα, αφού ποτέ δεν έμεναν «ξιφότωτα»: αν δεν μετέφεραν τα κάθε λογής πράγματα και προϊόντα της παραγωγής, «φορτώνονταν» τα αφεντικά τους, να τα ξεκουράσουν μέχρι να φτάσουν στη δουλειά τους!
Δεν σταμάταγε όμως εδώ η χρήση του αλωνιού. Εκεί γινόταν η επεξεργασία και πολλών ακόμα αγροτικών προϊόντων (π.χ. φακής, φασολιών κλπ), ενώ η επίπεδη επιφάνειά του ήταν ιδανική και για το άπλωμά τους και το λιάσιμό τους. Χρησίμευε επίσης και σαν μικρή «πλατεία» για παιχνίδι των παιδιών, όπως και για τις καλοκαιρινές οικογενειακές (και όχι μόνο) συνεστιάσεις και γλέντια, αλλά και σαν χώρος… κουτσομπολιού: Τα βραδάκια οι γυναίκες έπαιρναν το πλεχτό τους και μαζεύονταν εκεί, που πραγματικά «έκοβαν κι έραβαν» για τα καλά!
Από τις μεγαλύτερες «γιορτές» του χρόνου το παραδοσιακό αλώνισμα, έδωσε μετά τη δεκαετία του 1960 τη σειρά του στην αλωνιστική μηχανή. Η τριών και τεσσάρων ημερών δουλειά μέχρι τότε, γινόταν τώρα σε λίγη ώρα μόνο, ανακουφίζοντας σημαντικά τα εργατικά χέρια και τα ζωντανά. Τα ενδιαφέροντα όμως, τα συναισθήματα, τα έθιμα, οι συνήθειες τηρούνταν στο ακέραιο, όχι πλέον υπό τις φωνές του βαλμά και τις καμουτσικιές που έσκιζαν τον αέρα, αλλά υπό τα «μουγκρητά» της τεχνολογίας. Πολύ περισσότερο από τους μεγάλους τα παιδιά, δεν έπαιρναν τα μάτια τους από τη μηχανή. Να την πλησιάσουν σε μικρή απόσταση ήταν κάτι το επικίνδυνο και, φυσικά, απαγορευμένο, γι’ αυτό και κοίταζαν με δέος από απόσταση, «προσπαθώντας» να… λύσουν τις απορίες το ένα στο άλλο για το «πώς δουλεύει»!
Μα και η αλωνιστική μηχανή «παραχώρησε» τη σειρά της στην θεριζοαλωνιστική, τη γνωστή μας «κομπίνα». Παρ’ όλο που λίγα χωράφια σπέρνονται σήμερα (με το τρακτέρ, φυσικά,) και θερίζονται μ’ αυτήν, παρ’ όλο που τα δικρυάνια, τα δριμώνια και τα δρεπάνια τα βλέπουμε μόνο σε μουσεία, παρ’ όλο που τα έθιμα έχουν χαθεί, παρ’ όλο που τα πέτρινα αλώνια έχουν «αλλάξει μορφή», η δουλειά δεν έχασε το όνομά της!
Τον Ιούλιο του 2007, σ’ ένα από τα πανέμορφα χωριά της επαρχίας μας, στην Κέρτεζη, ο δραστήριος Σύλλογος αναβίωσε με παραδοσιακό τρόπο τις εργασίες και τα έθιμα του θέρου και του αλωνιού, που η αρχή είχε γίνει από το σπαρτό το χινόπωρο. Η αγάπη στην παράδοση και στον τόπο έκανε τους μεγαλύτερους να θυμηθούν και να δακρύσουν και τους μικρότερους να δουν και να φανταστούν. Ήταν μια πολύ κορυφαία πολιτιστική εκδήλωση, μια πραγματική υπόκλιση στην παράδοση!


========================

1 Γνωστή και η λαϊκή ρήση: «Το φαΐ είναι υφάδι και το ψωμί στημόνι».
2 Ο όρος κυριολεκτεί σε σιτηρά και όσπρια, που στην προχωρημένη ωρίμανση ξηραίνεται και ανοίγει το στάχυ (ή η κάψα) και απελευθερώνεται ο καρπός.
3 Αλληλοβοήθεια σε εργασία/ες (χωρίς αμοιβή), με την υποχρέωση της ανταπόδοσης.
4 Η παροχή βοήθειας (χωρίς αμοιβή) από ομάδα συγχωριανών σε οικογένεια, που λόγω κάποιας αδυναμίας (π.χ. ασθένεια) δεν είναι σε θέση να κάνει η ίδια τις δουλειές της.
5 Ψάθινα καπέλα, με πλατύ προστατευτικό γείσο, γύρω-γύρω.
6 «Καλαμιά» από το ίδιο το σιτάρι, που χρησιμοποιούσαν αντί για σχοινί και έδεναν χερόβολα και δεμάτια.
7 Εκτός από τη γνωστή έννοια, «αλώνι» σημαίνει ακόμα: α. Τη διαδικασία του αλωνίσματος. β. Τα προϊόντα του αλωνίσματος, μέχρι να απομακρυνθούν από την επιφάνειά του («σηκώνω τ’ αλώνι» ή «σηκώθηκε τ’ αλώνι»: μάζεψα και μετέφερα τα «αλωνισμένα»). γ. «Αλώνι» λέγεται και το αλώνισμα με την αλωνιστική μηχανή μέσα ή μακριά από το χωράφι, όπως και το αλώνισμα με τη θεριζοαλωνιστική στο χωράφι.
8 Αυτός που κατευθύνει τα ζώα και ελέγχει το αλώνισμα.
9 (Το γέννημα – τα γεννήματα): Λέμε και έτσι τα σιτηρά, (πριν και μετά τη συγκομιδή).
10 Άχυρο.
11 Το καλά στερεωμένο ξύλο στο κέντρο του αλωνιού στο οποίο δένονται τα ζώα (κυρίως άλογα) και αλωνίζουν.
12 Καιρικές συνθήκες ή άλλα εμπόδια δεν επέτρεπαν να τελειώσει έγκαιρα το αλώνισμα, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να μεταφερθούν τα προϊόντα αλωνίσματος στους χώρους αποθήκευσης. Τότε το «αλώνι» «έμενε χάμου».
13 Μεγάλες πιρούνες, σε μέγεθος φτυαριού. Με αυτές πέταγαν ψηλά το άχυρο μαζί με το σιτάρι (πριν ακόμα «ξεχωρίσουν»). Η πνοή του αέρα παρέσυρε το άχυρο, σαν πιο ελαφρύ, και το μετέφερε λίγα μέτρα πιο κει. Το σιτάρι έπεφτε κάθετα κάτω, σαν βαρύτερο, και έτσι γινόταν ο διαχωρισμός.
14 Μεγάλα, «τετράγωνα» κόσκινα, χειριζόμενα από δύο άτομα.
15 Αχυρώνες.
16 Οι κακές συνθήκες συντήρησης γίνονται, συνήθως, αιτία για την ανάπτυξη ζωυφίων.
17 Πρόσφορα.



--------------------------


Ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος γεννήθηκε στο Λειβάρτζι του Δήμου Καλαβρύτων και είναι υγειονομικός (Διπλωματούχος Νοσηλευτής).Στο χώρο των γραμμάτων εμφανίστηκε εδώ και αρκετά χρόνια, δημοσιεύοντας αρχικά άρθρα και κείμενά του στον Επαρχιακό – Καλαβρυτινό Τύπο, καθώς και σε διάφορα περιοδικά. Το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Λειβάρτζι σ’ ευχαριστώ!» εξέδωσε το 2002. Δύο χρόνια αργότερα προχώρησε σε μια προσπάθεια μετάφρασης για «Τα Ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης και του Μεγάλου Σαββάτου», καθώς και άλλων περικοπών της Μεγάλης Εβδομάδος (περιορισμένος αριθμός αντιτύπων). Ακολούθησε η συλλογή ποιημάτων με τίτλο «Έμμετρα», το 2008, από τις Εκδόσεις «Άπειρος Χώρα». Το 2009 ολοκλήρωσε την ογκώδη έρευνά του με τίτλο «“Καταθέσεις” από την Νοσηλευτική μου διαδρομή». Το 2011 εκδόθηκαν τα βιβλία του «Η Φωτογραφία» και «Όταν η ελπίδα άρχισε ν’ ανατέλλει» («Άπειρος Χώρα»). Αναμένεται να εκδοθεί ακόμα και το σχεδόν ολοκληρωμένο βιβλίο του (μυθιστόρημα), με τίτλο «Αθόρυβοι εργάτες». Παράλληλα, συνεχίζει να δημοσιεύει πολύ συχνά άρθρα, κείμενα και ποιήματα σε εφημερίδες και περιοδικά (έντυπος και ηλεκτρονικός Τύπος). Ακόμα, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι ομιλίες του για διάφορα λογοτεχνικά και κοινωνικά θέματα.Είναι παντρεμένος με την Ελένη Γάλλιου από το Γοργόμυλο Πρέβεζας και έχουν δύο παιδιά.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: