Navigation

Προσκύνημα στον «Αϊ-Νικόλα», στην «Απάνου Χόζοβα»

του Νίκου Παπακωνσταντόπουλου 
Μια παλιά υπόσχεση στον εαυτό μου με έφερε φέτος στις 9 Μάη στον «Αϊ-Νικόλα», στην «Απάνου Χόζοβα» (Ψωφίδα), εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε η γιαγιά μου.
Δεν είχε πάει η ώρα εννιά το πρωί και το πολλών ίππων «4Χ4», «απόγονος» του ενός και μόνο «ίππου» (αν ήταν και τόσο!) συμπαθητικού τετράποδου, μάς «ξεφόρτωνε» έξω από το ξωκλήσι. Ένα γύρω, «δεμένα» και πολλά ακόμα «4Χ4», που μόνο το μυαλό των μεγαλύτερων θα μπορούσε να γυρίσει κάποια χρόνια πίσω και να θυμηθεί τον καιρό που όλα αυτά ήσαν «4Χ4» «παλαιάς τεχνολογίας» με… «βιολογική καύσιμο ύλη»: το χορταράκι που δίνει απλόχερα ο Δημιουργός! Κάποιοι άλλοι, τηρώντας με ευλάβεια το τάμα τους ανηφόριζαν με τα πόδια, κρατώντας τη μεγάλη λαμπάδα-τάμα, προσευχή και ελπίδα στον Άγιο.
Φτάνοντας, χτύπησε η «τρίτη» καμπάνα. Μια μοσχοβολιά μας έκανε να νοιώσουμε θεία αγαλλίαση, πριν ακόμα μπούμε στην εκκλησία: Ήταν η μοσχοβολιά από το λιβάνι, που «ανακατεμένο» με το μυρωμένο από χιλιάδες αγριολούλουδα αγέρι, ήλθε να μας καλωσορίσει το μαγιάτικο πρωινό στο βουνό! Νοιώσαμε πραγματικά μια Λειτουργία με τόση αγαλλίαση και τόση κατάνυξη, που ο καθένας μας έζησε εκείνη τη στιγμή όπως ακριβώς βρισκόταν στο βουνό: μεταξύ Θεού και ανθρώπων!
Έξω από την εκκλησία, ένα πραγματικό πανηγύρι: Πολλοί άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες απ’ όλα τα γύρω χωριά, είχαν καιρό να ειδωθούν. Μπορεί κι από μικρά παιδιά, και τώρα τα πρόσωπά τους ήσαν ρυτιδιασμένα και τα μαλλιά τους «χιονισμένα»! Χαιρετούρες, αγκαλιές, φιλιά, γέλια και κλάματα μαζί!... Λίγο πιο κει, και πίσω από το απάγκιο της εκκλησίας, κάποιοι ετοίμαζαν τα ψητά του Συλλόγου1, ενώ οι νοικοκυρές τα κεράσματα που είχε φέρει από το σπίτι της καθεμιά, φτιαγμένα με περισσή τέχνη και μεράκι! Όλοι ήθελαν τιμήσουν τον Άγιό τους και να περιποιηθούν τους προσκυνητές με το παραπάνω: Τι ψητά ολόζεστα και φρέσκο ζυμωτό ψωμί σε σπιτικό ξυλόφουρνο, τι γλυκά και πίτες πολλών λογιών, τι κρασί και αναψυκτικά!...
Με το που τελείωσε ο παπάς, ψάλαμε όλοι δυνατά το «Χριστός Ανέστη». Μα και σε όλη τη Θ. Λειτουργία σιγοσυνοδεύαμε τον ψάλτη, όχι μόνο με τα χείλη, αλλά και την καρδιά. Και βγαίνοντας έξω, γέμισε το μεγάλο προαύλιο, ένα μικρό οροπέδιο θα έλεγε κανείς, από κόσμο. Τα κεράσματα άρχισαν και οι παίνιες* για τις νοστιμιές, τα ευχαριστώ και οι ευχές έδιναν κι έπαιρναν! Οι πιατέλες έκαναν τρεις και τέσσερις γύρους μπροστά από τον καθένα μας. Όλοι είχαμε χορτάσει, αλλά είχαν μείνει ακόμα πάρα πολλά!
«Πάρτε ένα ακόμα! Είναι κρίμα να τα γυρίσουμε πάλι στο χωριό!», έλεγαν και ξανάλεγαν οι προσφέροντες!
Κι αμέσως μετά η κλήρωση των δώρων της λαχειοφόρου, υπέρ της Εκκλησίας και του Συλλόγου, και ο αγώνας ανηφορικού δρόμου για την κουλούρα3!
«Αναβαπτισμένοι» όλοι μας από τη χάρη του Αγίου, τη μαγεία της φύσης, τη μεγαλοπρέπεια του τοπίου, τα συναισθήματα του ανταμώματος, των εθίμων που αναβίωσαν και χορτασμένοι από κάθε λογής τοπικές-παραδοσιακές νοστιμιές, ανεβήκαμε και πάλι στα σύγχρονα «4Χ4» για το γυρισμό. Μόλις τα αυτοκίνητα μπήκαν κορνάροντας στο χωριό, εκείνοι που δεν ανέβηκαν στον Άγιο, «έπιασαν» το δρόμο! Έπρεπε οι προσκυνητές να περάσουν από το σπίτι τους! Κι αν κάποιος δήλωνε «βιαστικός», δεν… τη γλίτωνε εύκολα… Αλλά και μοσχοβολιές των παραδοσιακών γλυκών και φαγητών, που μας «πήραν» με το που ξαναφάναμε4 στο καταράχι, δεν άφηναν πολλά περιθώρια για αντίσταση!!!
Πολύ πιο πάνω φαίνονταν που κατηφόριζαν με τα πόδια εκείνοι που είχαν το τάμα τους. Μόλις έφρασαν κι αυτοί, τα σπίτια γέμισαν, όχι μόνο από κόσμο και χαρούμενες φωνές, αλλά και από ευχές, χαιρετούρες, τσουγκρίσματα, παίνιες για τα χέρια και την αξιοσύνη της νοικοκυράς!
Δεν θα μπορούσε να διαφέρει εδώ το έθιμο των χωριών μας, που δεν αφήνουμε τον κόσμο να φύγει χωρίς να περάσει από το σπίτι μας να «τον φιλέψουμε, να φάει να πιεί και να ξαποστάσει», όταν ο Άγιός μας γιορτάζει!
Και του χρόνου! Μείναμε όλοι με τις καλύτερες αναμνήσεις!





φωτογραφικό άλμπουμ του Νίκου Παπακωνσταντόπουλου

Δυο λόγια για το ξωκλήσι και τον Άγιο Νικόλαο
(Αφήγηση της Χοζοβίτισσας γιαγιάς μου, Αθανασίας Τριανταφυλλοπούλου-Παπακωνσταντοπούλου, 1887-1971).

Πολύ κοντά από εκεί που είναι σήμερα το ξωκλήσι του «Αϊ-Νικόλα» (του Αγίου Νικολάου του νέου, του εξ Ανατολής), στην «Απάνου Χόζοβα», υπήρχε παλαιότερα πολύ μεγάλο μοναστήρι του Αγίου (ανατολικά-νοτιανατολικά). Ήταν τόσο πλούσιο που οι καλόγεροι άδειαζαν τα λεφτά από το ένα τσουβάλι στο άλλο με το φτυάρι!
Κάποτε ένα καλογεροπαίδι ζήτησε να του βγάλουν ένα μικρό μερίδιο κι εκείνοι του φερθήκανε άσχημα. Όχι μόνο δεν του δώσανε, αλλά το μαλώσανε, μπορεί και να το βαρέσανε. Εκείνο στενοχωρήθηκε πολύ και έφυγε κλαίγοντας, λέγοντάς τους πως πάει στο Λειβάρτζι, που ήταν η τοπική τουρκική αρχή να τους μαρτυρήσει και να πει ότι το μοναστήρι έχει πολλά λεφτά και χρυσάφι. Τότε ένας καλόγερος το κυνήγησε με το γκρα και πριν σκαπετήκει5 στο διάσελο, να πέσει στα Λειβαρτζινά βουνά το πρόκαμε, του έριξε και το σκότωσε. Από τότε εκείνο το διάσελο το λένε «Φονισκοδιάσελο»6.
Ενώ ήτανε ξαστεριά και καλοκαιρία, αμέσως μετά το κακό που έκαμε ο καλόγερος συννέφιασε και σκοτείνιασ’ ο τόπος. Ένα κατάμαυρο σύννεφο ήρθε κι έκατσε πάνω από το μοναστήρι. Από τα μπουμπουνιχτιά έτρεμε η γης και έπιασε μια καταιγίδα, που σταματημό δεν είχε. Κανείς δεν ξέρει πόσες μέρες κράτησε εκείνο το κακό. Από την πολλή και μεγάλη βροχή, το μοναστήρι βούλιαξε ολόκληρο, όπως ήτανε, και κανένας από τους καλογέρους δεν πρόκαμε να σωθεί. Μόλις έγινε η καταστροφή7, πάλι αμέσως ξαστέρωσε και ο ήλιος έκαιγε, όπως και πρώτα. Το χωριό, που ήτανε παρακάτου, δεν πρέπει να έπαθε τίποτα. Λέγανε μάλιστα ο κόσμος τότε, πως σαράντα μέρες μέσα στα βουλιάματα ακουγότανε να λαλεί ένας κόκορας!!!
Το μοναστήρι είχε μεγάλο όνομα για τα θαύματα που έκανε Άγιος και ερχόσαντε όλο το χρόνο κι από πολύ μακριά, για να προσκυνήσουνε στη χάρη του. Περπατάγανε για πολλά ημερόνυχτα. Αλλά και στη «νέα εκκλησία» που χτίστηκε μετά ερχόσαντε πολλοί για προσκύνημα. Το τι γινότανε όμως κάθε 9 Μάη, δε λέγεται! Μάζευε τόσο κόσμο, μπορεί και πολλές χιλιάδες, «που δεν είχανε πού να δέσουνε τα ζα τους».
Αργότερα, (ίσως μετά το 1900) το χωριό «κατέβηκε» χαμπηλότερα, κοντά στην ποταμιά και το ονομάσανε Ζοριά (τα). Ψηλά, που ήτανε παλιά, μείνανε μόνο τα μαντριά και ανεβαίνουνε με τα ζωντανά και ξεκαλοκαιριάζουνε.

Αφήγηση εν ζωή μόνιμων κατοίκων του χωριού διαφοροποιείται κάπως, από την αφήγηση της γιαγιάς μου:
Μιλώντας στον γράφοντα ο κ. Δημοσθένης Μάντης 72χρονος σήμερα και ο πάνω-κάτω συνομήλικός του, ο … Σ., είπαν πως το παιδί που σκότωσε ο διάκος (και όχι ο καλόγερος), δεν ήταν καλογεροπαίδι, αλλά κάποιο παιδάκι (από τον γειτονικό Αστρά, ίσως), που πέρναγε να πάει στο σχολείο, στο Λειβάρτζι. Είδε τους καλογέρους να «λυχνάνε» τα λεφτά με το φτυάρι και τους είπε να του δώσουνε για να βρει λίγο ψωμάκι να φάει. Εκείνοι όχι μόνο δεν του δώσανε, αλλά το βρίσανε και του είπανε να φύγει. Τότε εκείνο πήγε πιο πέρα και τους φώναξε ότι μόλις πάει στο Λειβάρτζι θα τους μαρτυρήσει.
Τέσσερις ακόμα λεπτομέρειες από τους σύγχρονους αφηγητές: Η πρώτη είναι πως το παιδί το θάψανε εκεί που το σκότωσε ο διάκος και βάλανε μια «όρθια» πέτρα πάνω στον τάφο του, που μπορεί και να υπάρχει ακόμα. Η δεύτερη, πως ο διάκος του «έριξε» και το σκότωσε από τη θέση «Διακόπι». Η τρίτη, πως πριν το κακό η εικόνα του Αγίου έφυγε και πήγε στον Άγιο Νικόλαο του Σπάτα. Η τέταρτη, δια στόματος κ. Δημοσθένη Μάντη: Ο ίδιος θυμάται την πύλη του μοναστηριού «να στέκει ακόμα» στα παιδικά του χρόνια και έδειξε το σημείο (βλ. φωτογραφία).

Ο Άγιος Νικόλαος ο νέος, ο εξ Ανατολής, προερχόμενος από τα μέρη της Ανατολής, ασκήτευσε στην περιοχή της Βουνένης της Θεσσαλίας, όπου και μαρτύρησε σε πολύ νέα υλικία, πιθανότατα τον 7ο αιώνα. Σήμερα, κοντά στο χωριό Βούνενα της Θεσσαλίας, μισή ώρα έξω από τη Λάρισα, υπάρχει Ναός εντός του οποίου βρίσκεται και ο τάφος του Αγίου, η δε αγία θαυματουργός Κάρα του, καθώς και κάποιο τεμάχιο του Λειψάνου του, βρίσκονται στην Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου στο νησί της Άνδρου, κοντά στο χωριό Ώρες.
=================

1 Ο τοπικός πολιτιστικός Σύλλογος, με την ονομασία «Ερυκίνη Αφροδίτη» επαναδραστηριοποιήθηκε τον τελευταίο καιρό, με εξαιρετικά ενθαρρυντικά «δείγματα γραφής»!
2 Έπαινοι, παινέματα.
3 Κουλούρα: Είδος γλυκού αρτοσκευάσματος, που παρασκευάζεται, κυρίως, όταν γιορτάζουν ξωκλήσια ή μοναστήρια. Συνήθως είναι έπαθλο «αγωνιστών» (βλ. φωτογραφία) ή «μπαίνει» σε λαχειοφόρο για την οικονομική ενίσχυση της εκκλησίας.
4 Ξαναφαίνω: Ερχόμενος, γίνομαι ορατός από σημείο πίσω από το οποίο δεν φαινόμουν πριν (π.χ. από το καταράχι ή από τον ορίζοντα).
5 Σκαπετάω ή σκαπετάου (το ουσιαστικό: «σκαπέτημα»): «Χάνομαι» φεύγοντας (π.χ. στον ορίζοντα). Το αντίθετο: ξαναφαίνω.
6 «Φονισκοδιάσελο» (και όχι «Φονικοδιάσελο») η ονομασία του.
7 Το γεγονός πρέπει να συνέβη τον 16ου αιώνα.

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος

--------------------------
Ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος γεννήθηκε στο Λειβάρτζι του Δήμου Καλαβρύτων και είναι υγειονομικός (Διπλωματούχος Νοσηλευτής).
Στο χώρο των γραμμάτων εμφανίστηκε εδώ και αρκετά χρόνια, δημοσιεύοντας αρχικά άρθρα και κείμενά του στον Επαρχιακό – Καλαβρυτινό Τύπο, καθώς και σε διάφορα περιοδικά. Το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Λειβάρτζι σ’ ευχαριστώ!» εξέδωσε το 2002. Δύο χρόνια αργότερα προχώρησε σε μια προσπάθεια μετάφρασης για «Τα Ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης και του Μεγάλου Σαββάτου», καθώς και άλλων περικοπών της Μεγάλης Εβδομάδος (περιορισμένος αριθμός αντιτύπων). Ακολούθησε η συλλογή ποιημάτων με τίτλο «Έμμετρα», το 2008, από τις Εκδόσεις «Άπειρος Χώρα». Το 2009 ολοκλήρωσε την ογκώδη έρευνά του με τίτλο «“Καταθέσεις” από την Νοσηλευτική μου διαδρομή». Το 2011 εκδόθηκαν τα βιβλία του «Η Φωτογραφία» και «Όταν η ελπίδα άρχισε ν’ ανατέλλει» («Άπειρος Χώρα»). Αναμένεται να εκδοθεί ακόμα και το σχεδόν ολοκληρωμένο βιβλίο του (μυθιστόρημα), με τίτλο «Αθόρυβοι εργάτες». Παράλληλα, συνεχίζει να δημοσιεύει πολύ συχνά άρθρα, κείμενα και ποιήματα σε εφημερίδες και περιοδικά (έντυπος και ηλεκτρονικός Τύπος). Ακόμα, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι ομιλίες του για διάφορα λογοτεχνικά και κοινωνικά θέματα.
Είναι παντρεμένος με την Ελένη Γάλλιου από το Γοργόμυλο Πρέβεζας και έχουν δύο παιδιά.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: