Navigation

Καλάβρυτα, Πασχαλιά και Παράδοση

γράφει ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος
Από τις χαρμοσυνότερες, ή μάλλον η χαρμοσυνότερη γιορτή το Πάσχα, συνδυάζει έντονα συναισθήματα χαρμολύπης, κάτι χαρακτηριστικό της ορθόδοξης λατρείας μας.

Η άνοιξη, σαν η εποχή της νιότης και της αναγέννησης, βάζει τη δική της πινελιά με τα αισιόδοξα και χαρούμενα συναισθήματα που πλημυρίζει όλους μας, μα περισσότερο τους ξωμάχους των χωριών μας: Αρχίζουν οι καλλιέργειες στα χωράφια που είναι και αρχή για κάθε συνέμπαση1, αλλά και οι τσοπάνηδες σε λίγο καιρό θα «πάρουν τα βουνά» με τα ζωντανά τους, ξεφεύγοντας από τους περιορισμούς στο μαντρί και τη «λασπουριά» του χειμώνα.

Οι πνευματικές προετοιμασίες για τη Λαμπρή έχουν αρχίσει ήδη από την Καθαρά Δευτέρα, που οι περισσότεροι νήστευαν από το πρωί της ημέρας εκείνης, μέχρι να ακουστεί από το στόμα του παπά το Χριστός Ανέστη. Λέγανε μάλιστα χαρακτηριστικά, πως «το αυγό είναι η τελευταία αρτυμή2 της αποκριάς και η πρώτη της Λαμπρής»!
Οι εντατικές ετοιμασίες των σπιτιών αρχίζουν το Σάββατο του Λαζάρου. Χαράς ευαγγέλια η «μεγάλη» εκείνη ημέρα για τους μαθητές που «πετάνε» βιβλία και τσάντα! Έχουν κι έναν ακόμη λόγο τα παιδιά να χαίρονται περισσότερο την ημέρα αυτή: Είναι λίγος ο καιρός που μένει για σχολείο από τη Δευτέρα του Θωμά μέχρι τις καλοκαιρινές διακοπές! Χαράς ευαγγέλια και για όσους περιμένουν ξενιτεμένους να κάνουνε μαζί Πάσχα. Άνθρωποι και σπίτια πραγματικά πανηγυρίζουνε!

Παλιότερα, που το Σάββατο ήταν εργάσιμη μέρα, πολλά ήταν τα παιδιά που προτιμούσαν να μην πάνε σχολείο και να πάνε για τα «κάλαντα του Λαζάρου». Έχουν οργανωθεί ήδη από πριν σε μικρές ομάδες και ξεχύνονται πρωί-πρωί. Ένα λουλουδένιο στεφάνι, στηριγμένο σ’ ένα ξύλο ή καλάμι, που κρατάνε σαν «λάβαρο», συμβολίζει κατά πολλούς και τη ζωή που γεννιέται από το θάνατο: Τον παραλληλισμό που έχει η ανάσταση του Λαζάρου, με την αναγέννηση της φύσης. Απαραίτητο «αξεσουάρ» τους κι ένα καλάθι, που είναι κι αυτό στολισμένο με αγριολούλουδα. Μέσα θα βάλουν τα αυγά, γιατί αυτή είναι η «αμοιβή» τους από την νοικοκυρά κάθε σπιτιού που θα περάσουν να πουν τα κάλαντα. Η μοιρασιά είναι δίκαιη στο τέλος και θα τα δώσουν στις νοικοκυρές να βαφούν τη λαμπρή στο δικό τους σπίτι. Κάποιες ακόμα δοξασίες θέλουν τα αυγά από τα κάλαντα του Λαζάρου να τα βάνουνε στην κλώσα, για να βγαίνουν γερά πουλιά. Δεν λείπουν, βέβαια, και οι μικροκαυγάδες στη «μοιρασιά», αφού για τους απρόσεκτους που τα σπάζουν, αφαιρούνται από το… μερίδιό τους!
Κάλαντα των χωριών μας, με μικρές παραλλαγές είναι και αυτά:

Ήρθ’ ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια,
ήρθε των Παθών η εβδομάδα,
ήρθ’ η Μάρθα κι η Μαρία
μέσ’ από τη Βηθανία.
Δόξα τω Θεώ φωνάζουν
και το Λάζαρο ξετάζουν.
Πες μας Λάζαρε τι είδες
κει στον Άδη που επήγες;
Είδα φόβους, είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους.
Φέρτε μου λίγο νεράκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι,
το φαρμάκι των χειλέων
και μη με ρωτάτε πλέον.

Το «και του χρόνου», που είναι πάντα ο επίλογος σε όλα τα κάλαντα, εδώ συνοδεύεται απαραίτητα και με το «Καλή Ανάσταση». Αν δεν έβγαινε η νοικοκυρά στην πόρτα να μας δώσει την «αμοιβή» μας, τότε το «και του χρόνου» λεγόταν πολύ φωναχτά. Τάχα πόσα αυγά να είχε καθεμιά να δώσει σε όλες τις παιδικές ομάδες που πέρναγαν από το σπίτι της; Και στην… επιμονή της να μη βγαίνει, λέγαμε πολύ δυνατά το δίστιχο που ακολουθεί, να την αναγκάσουμε να βγει με το αυγό στο χέρι:

Το Λάζαρο, το Λάζαρο, τ’ αυγό το κολοκύθι,
δωσ’ μου θειακούλα έν’ αυγό, να πάου και στ’ άλλο σπίτι»!

Λίγες οι δάφνες (βαγιές) στα χωριά μας, γι αυτό και του Λαζάρου πραγματικά λεηλατούνται! Πρέπει τα βάγια να είναι πολλά, ώστε να πάρει κάθε σπίτι για τα φαγητά όλου του χρόνου! Πρωί-πρωί, με την πρώτη καμπάνα, ήταν καθιερωμένο να τα πηγαίνουν στην εκκλησία οι νέες νύφες του χωριού.
Ο ξαρμυρισμένος παστός μπακαλιάρος γεμίζει το τραπέζι της μεγάλης και επίσημης ημέρας. Η ευχή σε κάθε σπίτι ίδια:
«Καλό μεγαλοβδόμαδο και καλή Ανάσταση»!
Και από τη Μεγάλη Δευτέρα το πρωί, μέχρι την Κυριακή του Πάσχα, πολύ αυστηρή νηστεία: ούτε λάδι! Εξαίρεση αποτελεί μόνο η Μεγάλη Πέμπτη, και μόνο για το λάδι.
Αμέσως μετά οι πολύ εντατικές ετοιμασίες: Ασπρίσματα μέσα κι έξω από τα σπίτια, ξεσκονίσματα, τινάγματα… Τα αυτοσχέδια «ράφια» με σανίδες στον τοίχο έπρεπε κι αυτά να καθαριστούν και να στρωθούν με καθαρή-καινούρια εφημερίδα, κομμένη με το ψαλίδι, σαν δαντέλα! Έπειτα, πρέπει να πλυθούν και τα στρωσίδια για να μπουν στη θέση τους: στο γιούκο.
Μέρα ξαργοτιμάρικη3 η Μεγάλη Τετάρτη για τα κουλούρια κάθε νοικοκυριού. Χρονοβόρα η συνταγή σε αρκετά χωριά μας, που γίνονται με προζύμι και μένουν για να «γίνουν» μέχρι την άλλη μέρα, τη Μεγάλη Πέμπτη, που θα μπουν στο φούρνο.
Μέχρι τη Μεγάλη Πέμπτη, οι «ολονυχτιές» είναι κάπως «χαλαρές», με λίγο κόσμο στην εκκλησία. Από εκείνο το βράδυ όμως, στα Δώδεκα Ευαγγέλια, οι εκκλησιές αρχίζουν να γεμίζουν.

Αν τα κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής έχουν διαφορές από εκείνα άλλων περιοχών, αυτές είναι ελάχιστες.

«Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται
σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι εβραίοι
οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρισκαταραμένοι
για να σταυρώσουν το Χριστό, τον πάντων βασιλέα…»

Θεωρείται καλό να πίνουμε και δυο -τρεις γουλιές ξύδι εκείνη την ημέρα και να τρώμε κάτι πολύ πικρό (π.χ. πικρά ραδίκια χωρίς λάδι), σε ανάμνηση του «όξους μετά χολής μεμιγμένον» που δόθηκε στο Χριστό. Τη Μεγάλη Παρασκευή ακόμα, απαγορεύεται αυστηρά να καρφώσουμε, ακόμα και να πιάσουμε στα χέρια μας καρφί. Οι δε λευκές λαμπάδες που «έρχονται» στο σπίτι από τα μαγαζιά, είναι τα πρώτα «δείγματα» της χαράς που θα ακολουθήσει τα πένθιμα συναισθήματα.
Σε μερικά χωριά (π.χ. στο Αγρίδι) φτιάχνουν και κόλλυβα για τις ψυχές, αφού η «εις Άδου κάθοδος» του Κυρίου για τους νεκρούς έγινε.

Ο στολισμός των Επιταφίων γίνεται τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί με αγριολούλουδα, κυρίως, που μαζεύουνε κορίτσια στους αγρούς και στις ρεματιές. Το απόγευμα της ίδιας μέρας γίνεται η Αποκαθήλωση, με γεμάτες τις εκκλησίες και σε κλίμα βαθειάς κατάνυξης. Ο πένθιμος ήχος της καμπάνας δονεί κάθε ψυχή. Το βράδυ στα εγκώμια και στην περιφορά «δεν πέφτει βελόνα». Γεμίζει η εκκλησία, αφού έχει γεμίσει με τους ξενιτεμένους του και το κάθε σπίτι.
Ένα έθιμο που συναντάμε σε κάποια χωριά μας, είναι να παίρνουν λουλούδια την ώρα της περιφοράς, με αποτέλεσμα να επιστρέφει ο Επιτάφιος στην εκκλησία, σχεδόν όπως ήταν πριν στολιστεί. Θεωρείται σημαντικό φυλαχτό το λουλούδι αυτό για το σπίτι, τη σοδειά, την καλή παραγωγή στα ζωντανά. Με λουλούδι του Επιταφίου λιβανίζουνε και τους ματιασμένους και τα άρρωστα ζωντανά και γίνονται καλά. Θεωρείται ακόμα σημαντικό φυλαχτό για το σπίτι, να μπορέσουμε να πάρουμε «ένα κομμάτι» κερί, πολύ μικρό, έστω, από αυτά που καίνε καθ’ όλη τη διάρκεια της ακολουθίας στις τέσσερις γωνίες του Επιταφίου. Απαραίτητο είναι και το λούσιμο για κάποιους τη Μεγάλη Παρασκευή, για να μην τους πιάνει πονοκέφαλος.

Το Μεγάλο Σάββατο σφάζουνε το αρνί και βάφουνε τα αυγά. Οι νοικοκυρές φροντίζουνε για τελευταίες ετοιμασίες του σπιτιού και από το μεσημέρι και μετά αρχίζουν να φτιάχνουν τη μαγειρίτσα, με ντόπια Καλαβρυτινή συνταγή, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο έχει ο μάραθος. Τα σπίτια, οι γειτονιές, οι μαχαλάδες μοσχοβολάνε και τα σάλια τρέχουνε! Όμως είναι ακόμα νηστεία! «Όλα τα Σάββατα καταλύονται, πλην του Μεγάλου Σαββάτου»!
«Το νου σας, μη βάλετε τίποτα στο στόμα σας! Αν δεν ειπεί ο παπάς το Χριστός Ανέστη, είναι ακόμα σαρακοστή!» μας έλεγαν αυστηρά οι γονείς μας και οι παππούδες μας.

Η Ανάσταση γινότανε μέχρι και την προτελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα ξημερώματα. Αφού είχαν μαζέψει έγκαιρα τις δουλειές τους, πέφτανε νωρίς για ύπνο. Η καμπάνα χτύπαγε κατά τις δύο ή τρεις το πρωί και η Αναστάσιμη Λειτουργία τέλειωνε κατά τις πεντέμισι. Γυρίζανε σπίτι, τρώγανε τη μαγειρίτσα και «σκροπάγανε» για τις δουλειές τους, που εκείνη την ημέρα περιορίζονταν στα ζωντανά μόνο. Τυχερά ήσαν τα μικρότερα παιδιά, που συνεχίζανε τον ύπνο τους!
Και στις μέρες όμως, που η ανάσταση γίνεται τα μεσάνυχτα, οι δρόμοι προς την εκκλησία γεμίζουν, πριν το χτύπημα της καμπάνας! Όλοι οι χωριανοί λαμπροφορεμένοι με τις λαμπάδες στα χέρια ανταμώνουνε και οι χαιρετούρες και οι ευχές δίνουνε και παίρνουνε!
Λίγο μετά το «Χριστός Ανέστη», αρχίζει να αδειάζει η εκκλησία, κάτι που ήταν αδιανόητο τα παλαιότερα χρόνια! Αδειάζουν και… οι τσέπες των παιδιών, από τα αυγά και τα κουλούρια και τα πρώτα τσουγκρίσματα αρχίζουν! Τις τελευταίες δεκαετίες «έφτασαν» τα βεγγαλικά και οι κροτίδες και στα πιο «ήσυχα» χωριά.
Όποιος πιάσει κόκκινο αυγό, δεν πρέπει να πιάσει τα ζωντανά (πρόβατα, αρνιά, γίδια, κατσίκια) μέχρι να νυχτώσει, γιατί αρρωσταίνουνε. Κάνουν τα «μαστάρια» τους «αυγουλήθρες» (μικρούς ή μεγάλους όζους) και χάνουν το γάλα τους. Μπορεί ακόμα και να ψοφήσουν. Γι αυτό εκείνοι που ασχολούνται με τα ζωντανά, πιάνουν με τα χέρια τους και τρώνε κόκκινο αυγό μόνο το βράδυ.
Κάποια χρόνια πριν, μετά την ανατολή του ήλιου, πέρναγε ο παπάς να ευλογήσει το αρνί, που ήτανε σφαγμένο και κρεμασμένο στη μέση κάθε σπιτιού. Φυσικά, έπαιρνε και το φιλοδώρημά του!
Ο οβελίας, σαν ξενόφερτο έθιμο στα περισσότερα χωριά μας, έχει πάρει τη θέση της πατροπαράδοτης Καλαβρυτινής Πασχαλινής συνταγής, που ήταν αρνί λαδορίγανη, στο φούρνο ή στην κατσαρόλα. Η φρέσκια-τρυφερή ρίγανη μόλις έχει «σκάει» και δυο-τρεις χούφτες στην κατσαρόλα ή στο ταψί στο φούρνο, κάνουν το αρνί δέκα φορές πεντανόστιμο!
Ούτε όμως από τον εσπερινό της Αγάπης έλειπε κανείς, λαμπροφορεμένοι πάντα, και με τις λαμπάδες τους στο χέρι. Στο σπίτι έμεναν μόνο οι πολύ ανήμποροι. Με το σχόλασμα, όλοι «πιάνανε σειρά» απ’ έξω από την εκκλησία, χαιρετιόντουσαν, και με το «Χριστός Ανέστη»-«Αληθώς Ανέστη» αγκαλιαζόντουσαν και φιλιόντουσαν, χωρίς καμία εξαίρεση. Ακόμα και οι ορκισμένοι εχθροί! Ίσως από την επόμενη στιγμή η έχθρα να… συνεχιζόταν! Και μετά την εκκλησία, αληθινό πανηγύρι στην πλατεία, με όργανα, τραγούδια και χορούς!
Μια, τουλάχιστον, λαμπάδα της Ανάστασης, την κρατάνε στο σπίτι για «το καλό». Την ανάβουνε σε χαλαζόπτωση, σε δυνατά μπουμπουνιχτιά, σε έντονες καταιγίδες και δυνατούς ανέμους, για να κοπάσουν.
Τις επόμενες μέρες της Λαμπρής, συνηθίζεται να γίνονται Λειτουργίες στα ξωκλήσια.
==========================
1 Σοδειά.
2 Αρτύσιμο φαγητό.
3 Ξεχωριστή, ειδική, «αφιερωμένη».

Νίκος Παπακωνσταντόπουλος

Ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος γεννήθηκε στο Λειβάρτζι του Δήμου Καλαβρύτων. Πέραν του λειτουργήματός του (Διπλωματούχος Νοσηλευτής) δραστηριοποιείται και στο λογοτεχνικό χώρο, με εκδόσεις βιβλίων και δημοσιεύσεις άρθρων στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Είναι παντρεμένος με την Ελένη Γάλλιου από το Γοργόμυλο Πρέβεζας και έχουν δύο παιδιά.




Κυριαζής Νίκος

Τα σχόλια σας εδώ: