Ο Οχτώβρης στα Καλαβρυτοχώρια δεν ήταν ένας μήνας σαν τους άλλους. Ήταν ο καιρός που το χινόπωρο κατέβαινε από τα βουνά, τα πρωτοβρόχια μούσκευαν τις πλαγιές και ο άνθρωπος ξανάπιανε τη γη στα χέρια του. Τα χωράφια περίμεναν το αλέτρι, τα καματερά έμπαιναν στη δουλειά, τα κοπάδια ετοιμάζονταν για τα χαμηλότερα μέρη και στα χωριά άρχιζε ένας καινούργιος κύκλος δουλειάς και προσμονής.
Ήταν ο μήνας της σποράς, αλλά και ο μήνας που ο Καλαβρυτινός νοικοκύρης έπρεπε να λογαριάσει το κάθε τι. Τον σπόρο, το στάρι, το άλεσμα, τα ζωντανά, το κρασί, το χειμαδιό. Γιατί τότε η ζωή δεν είχε περιθώρια για σπατάλες. Ό,τι έδινε η γης, αυτό θα είχε το σπίτι.
Και η γης, όπως έλεγαν οι παλιοί, ήθελε και το καμάτι της.
Το αλέτρι και το καματερό
Με τα πρώτα νερά του Οχτώβρη, ο χωριανός περίμενε να «γλυκάνει» το χώμα. Έπειτα έπιανε το αλέτρι και έβγαζε τα καματερά στο χωράφι.
Στην καλαβρυτινή ντοπιολαλιά, καματερό ήταν το ζώο που όργωνε, ενώ «καματερά» λεγόταν και το ζευγάρι των ζώων που τραβούσε το αλέτρι. Ακόμη και η δουλειά μιας ημέρας στο χωράφι είχε το δικό της όνομα: καματίκι.
Κι έτσι, από τα χαράματα, πριν ακόμη πάρει καλά-καλά φως, ξεκινούσε το καμάτι.
Ο γεωργός στο χωράφι, τα ζώα μπροστά, το αλέτρι πίσω και το χώμα να γυρίζει αυλάκι-αυλάκι. Το κάθε καματίκι ήταν ένας μικρός αγώνας για την αυριανή σοδειά.
Στο δισάκι έμπαινε ο σπόρος που θα έπεφτε στη γη. Και ο σπόρος δεν ήταν απλώς σιτάρι. Ήταν το ψωμί της επόμενης χρονιάς.
«Οκτώβρη και δεν έσπειρες…»
Ο λαός το ήξερε καλά και το έλεγε με παροιμίες. Ο Οκτώβρης ήταν ο μήνας της σποράς και η καθυστέρηση μπορούσε να στοιχίσει στη σοδειά.
«Οκτώβρη και δεν έσπειρες, οκτώ σωρούς δεν έκανες», έλεγε η παλιά παροιμία, ενώ άλλη λαϊκή ρήση συνέδεε ευθέως τη βροχή του Οκτώβρη με την καρποφορία.
Και στα Καλάβρυτα, όπου η ζωή ήταν δεμένη με τη γη και τα ζωντανά, τέτοιες κουβέντες δεν ήταν απλώς λόγια. Ήταν συμπυκνωμένη εμπειρία γενεών.
Το χωράφι είχε τη δική του γλώσσα.
Η βραγιά ήταν το τμήμα της σποριάς. Το δεμάτι αποτελούνταν από δεμένα χερόβολα και το χερόβολο ήταν το μικρό δεμάτι που χωρούσε στη μία παλάμη.
Λέξεις που σήμερα ακούγονται παράξενες στους νεότερους, κάποτε ήταν καθημερινές. Ήταν η γλώσσα της δουλειάς, της σοδειάς και του ψωμιού.
Τα πρωτοβρόχια και η ευχή
Μα πριν από όλα αυτά έπρεπε να βρέξει.
Στον παλιό Καλαβρυτινό κόσμο η βροχή δεν ήταν απλώς ένα καιρικό φαινόμενο. Ήταν ευλογία.
Τα πρωτοβρόχια έδιναν ζωή στη γη και έκαναν το χωράφι κατάλληλο για το όργωμα και τη σπορά. Όταν όμως η βροχή αργούσε, οι παλιότεροι κατέφευγαν στην προσευχή, στις λιτανείες και στις παλιές λαϊκές δοξασίες για να ζητήσουν νερό από τον ουρανό.
Κι όταν επιτέλους έπιανε η βροχή, ο χωριανός την άκουγε πάνω στη σκεπή και έλεγε πως «έπιασε νερό η γης».
Δεν χρειαζόταν πολλά.
Ένα καλό πρωτοβρόχι και μια καλή σπορά μπορούσαν να αλλάξουν τη χρονιά.
Στα αμπέλια και στα κατώγια
Ο Οχτώβρης όμως ήταν και μήνας του κρασιού.
Ο τρύγος είχε αφήσει πίσω του γεμάτες κάδες, βαγένια και γιδιές. Η κάδη ήταν το ξύλινο δοχείο όπου γινόταν μέρος της διαδικασίας του τρύγου, ενώ το βαγένι δεχόταν τον μούστο μαζί με τα τσίπουρα. Η γιδιά, ο ασκός από κατεργασμένο δέρμα γίδας, ήταν ένα από τα παλιά μέσα μεταφοράς υγρών.
Και μέσα στο χωριό, η μυρωδιά του μούστου ανακατευόταν με την υγρασία του φθινοπώρου και τον καπνό από τις γωνιές των σπιτιών.
Η γωνιά δεν ήταν μόνο η γωνία του σπιτιού. Στην καλαβρυτινή λαλιά ήταν και το τζάκι, ο τόπος γύρω από τον οποίο μαζευόταν η οικογένεια.
Εκεί, δίπλα στη φωτιά, οι παλιοί έλεγαν τις ιστορίες τους και περίμεναν τον χειμώνα.
Τα κοπάδια παίρνουν τον δρόμο
Στα ορεινά χωριά, ο Οχτώβρης ήταν και ο καιρός της κτηνοτροφικής μετακίνησης.
Τα κοπάδια άφηναν σιγά-σιγά τις ψηλές βοσκές και έπαιρναν τον δρόμο για τα χαμηλότερα και πιο προστατευμένα μέρη.
Το γρέκι ήταν ο χώρος όπου κατέφευγε το κοπάδι, αλλά και, μεταφορικά, το ίδιο το σπίτι και το καταφύγιο. Η στρούγκα ήταν ο περιφραγμένος χώρος όπου φυλάγονταν τα πρόβατα.
Ο βαλμάς είχε τη δική του ευθύνη: κατεύθυνε τα ζώα και έλεγχε το αλώνισμα. Άλλοι φρόντιζαν το άρμεγμα, άλλοι τα ζώα, άλλοι τα χωράφια.
Έτσι ήταν οργανωμένη η παλιά κοινωνία του χωριού.
Ο καθένας είχε το χουσμέτι του.
Η τέμπλα, τα καρύδια και το φθινόπωρο
Κι όταν ερχόταν η ώρα για τα καρύδια, το χωριό άλλαζε πάλι ρυθμό.
Με τη τέμπλα, το μακρύ λεπτό ξύλο που χρησιμοποιούνταν για το ράβδισμα των δέντρων, έπεφταν οι καρποί από τα κλαδιά.
Στα καλαβρυτινά χωριά η εικόνα ήταν γνώριμη: άνθρωποι κάτω από τις καρυδιές, παιδιά να μαζεύουν τους καρπούς, χέρια λερωμένα από τα πράσινα φλούδια και καλάθια να γεμίζουν σιγά-σιγά.
Κι ύστερα, το βράδυ, η επιστροφή στο σπίτι.
Το γιοματινό φαγητό, η φωτιά στη γωνιά, τα βρεγμένα ξύλα, η κουβέντα και η προσμονή για την αυριανή δουλειά.
Η γλώσσα που έμεινε πίσω
Ίσως αυτό να είναι το πιο μεγάλο λαογραφικό αποτύπωμα του Οχτώβρη στα Καλάβρυτα.
Όχι μόνο τα έθιμα.
Αλλά οι λέξεις.
Καματερό. Καματίκι. Βραγιά. Δεμάτι. Χερόβολο. Βαλμάς. Γρέκι. Στρούγκα. Κάδη. Βαγένι. Γιδιά. Τέμπλα. Αλώνι.
Λέξεις που περιγράφουν έναν ολόκληρο τρόπο ζωής και μαρτυρούν πόσο στενά ήταν δεμένος ο άνθρωπος με το χώμα, τα ζώα, τον καιρό και την οικογένεια. Η καταγραφή του Καλαβρυτινού λεξιλογίου δείχνει ακριβώς αυτή τη σχέση της ντοπιολαλιάς με την καθημερινή ζωή, την αγροτική εργασία και την παράδοση.
Και μέσα σε αυτές τις λέξεις κρύβεται ένας κόσμος που σιγά-σιγά χάνεται.
Ο Οχτώβρης που θυμούνται οι παλιοί
Σήμερα τα χωριά των Καλαβρύτων έχουν αλλάξει. Τα αλέτρια δεν ακούγονται όπως παλιά, τα καματερά δεν γυρίζουν στα χωράφια με τον ίδιο τρόπο, τα αλώνια σώπασαν και πολλές από τις παλιές δουλειές έγιναν μηχανικές.
Όμως, όταν έρθουν τα πρώτα νερά και η μυρωδιά της βρεγμένης γης ανέβει από τα χωράφια, κάτι από εκείνον τον παλιό Οχτώβρη επιστρέφει.
Στις πλαγιές. Στα χωράφια. Στα παλιά αλώνια. Στις καρυδιές. Στα γρέκια. Στις γωνιές των σπιτιών.
Και κυρίως στη λαλιά των παλιών ανθρώπων, που ήξεραν να λένε πολλά με λίγες λέξεις.
«Οκτώβρης βροχερός – χρόνος καρπερός».
Γιατί για τον παλιό Καλαβρυτινό ο Οχτώβρης δεν ήταν απλώς η αρχή του χειμώνα.
Ήταν η ώρα που η γης έπαιρνε τον σπόρο.
Και μαζί με τον σπόρο, έπαιρνε και την ελπίδα.