ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΝΗΜΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΛΥΚΟΥΡΙΑΣ ΩΣ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
«……..πρόεδρε μην ανακατεύεσαι με το κάψιμο της Λυκούριας γιατί θα βρεθούν τα κόκκαλά σου σε κανα ρέμα………»
Ήμουν πρόεδρος του Συλλόγου Λυκουριωτών της Αθήνας από το 1986 μέχρι το 1994, ο τελευταίος Πρόεδρος της τότε αυτόνομης αυτοδιοικητικής Κοινότητας Λυκούριας από το 1994 μέχρι το 1998, υποψήφιος Δήμαρχος του «Καποδιστριακού» Δήμου Κλειτορίας και Δημοτικός Σύμβουλος – αρχηγός της μειοψηφίας από το 1998 μέχρι το 2002, πρόεδρος, (σήμερα επίτιμος) της Παγκαλαβρυτινής Ένωσης (βραβείο Ακαδημίας Αθηνών) μέχρι το 2012 λόγω της παράλληλης επί είκοσι τέσσερα χρόνια συμμετοχής μου στο Δ.Σ. της ιστορικής αυτής Ένωσης, αντιδήμαρχος του Δήμου Λυκόβρυσης -Πεύκης Αττικής από το 2006 έως το 2010. Και όλα αυτά παράλληλα με το βιοποριστικό επάγγελμά μου, του Δικηγόρου παρ΄ Αρείω Πάγω, το οποίο συνεχίζω να ασκώ ανελλιπώς μέχρι σήμερα, ταυτόχρονα με τη συμμετοχή μου στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ως μέλος και αναπληρωτής πρόεδρος του Β΄ Τμήματος.
Από τότε που μου ανατέθηκαν οι παραπάνω θέσεις ευθύνης από τους συμπολίτες μου, με απασχολούσε πολύ και το γεγονός ότι κυρίως οι Λυκουριώτες εξακολουθούμε να παραλείπουμε τη μέγιστη υποχρέωση που έχουμε, της διατήρησης άσβεστης της ιστορικής μνήμης του τόπου μας. Ουδείς από εμάς είχε απασχοληθεί με το γεγονός της πυρπόλησης του χωριού από τους Γερμανούς στις 20 Ιουλίου 1944 και των δώδεκα εκτελεσθέντων συγχωριανών μας από τα στρατεύματα κατοχής την ίδια αποφράδα ημέρα. Κανένας δεν κατάφερε να καταγραφεί στις επίσημες σελίδες της ιστορίας και το ολοκαύτωμα της Λυκούριας και ουδείς εκπρόσωπος της Εκκλησίας ή της τοπικής κοινωνίας εισηγήθηκε την καθιέρωση έστω και μιας Τελετής Μνήμης στις 20 Ιουλίου κάθε χρόνο για τους δώδεκα αδίκως εκτελεσθέντες Λυκουριώτες και για την ολοκληρωτική καταστροφή του χωριού.
Στις παραλείψεις αυτές συντέλεσαν τα μέγιστα οι διχογνωμίες τοπικών «παραγόντων» γύρω από τα αίτια και τα αιτιατά της πυρπόλησης της Λυκούριας, οι διαφωνίες και οι έριδες που προκαλούνταν στις συζητήσεις για τη συμμετοχή ή μη «Γερμανοτσολιάδων» στο έγκλημα της καταστροφής του χωριού, αλλά και οι φόβοι κάποιων ότι αν εξακολουθούν να επιμένουν στην αναφορά της πρόσφατης ιστοριογραφίας και στην ανεξίτηλη καταγραφή της, θα επροκαλούντο επικίνδυνοι διαπληκτισμοί. Τώρα τελευταία όμως και σχετικά πρόσφατα, επειδή έφυγαν από τη ζωή όλοι οι πρωταγωνιστές του δράματος και οι κατηγορηθέντες από τη μικρή κοινωνία ως συνεργάτες των Γερμανών κατακτητών, είναι ευνόητο ότι το κλίμα της κριτικής και των κοινωνικών εντάσεων έχει κατά πολύ αλλάξει.
Ο ομιλών, παρά ταύτα, λόγω του γνωστού «θράσους» αλλά και του θάρρους που αποδεδειγμένα με διέπει, είχα προκαλέσει πολλές συζητήσεις καθόλη τη διάρκεια της συμμετοχής μου στις παραπάνω θέσεις ευθύνης, τις οποίες υπηρέτησα με πάθος ως απλός στρατιώτης και όχι ως έχων πρωταγωνιστικές τάσεις λόγω των θεσμικών μικρών «θώκων» στους οποίους ήμουν διαπιστευμένος.
Από μικρό παιδί, η γιαγιά μου, μου προκάλεσε κατ’ επανάληψιν το ενδιαφέρον, όταν μου περιέγραφε το πώς κάηκε από τους Γερμανούς το σπίτι μας στο χωριό. Δακρυσμένη μου έλεγε ότι η Εκκλησία του Αϊ Γιώργη δεν λειτούργησε εκείνη την ημέρα που ήταν η γιορτή του Προφήτη Ηλία και το χωριό θα έπρεπε να πανηγυρίζει , διότι είχαν έλθει Γερμανοί από το διάσελο του Σαϊτά από τη Φράγκα και από τα Παγκρατέϊκα και άρχισαν να καίνε τα σπίτια. Ελάχιστοι κάτοικοι είχαν παραμείνει στα σπίτια τους διότι ήσαν γέροι ή άρρωστοι και όλοι οι άλλοι είχαν φύγει για να γλυτώσουν. Οι περισσότεροι έτρεξαν για να σώσουν και τα γιδοπρόβατά τους, διότι είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι οι Γερμανοί θα έκαιγαν και τα ποιμνιοστάσια. Μάλιστα ο πατέρας μου που ήταν είκοσι ενός χρόνων τράβηξε κατά τις Κλάπες να συναντήσει τους θείους του, τους Κολλιοπουλαίους, διότι οι δύο οικογένειες ήσαν «σμίχτες». Ο παππούς μου και ο θείος μου ο Θοδωράκης φορτώθηκαν ό,τι μπορούσαν και κατέφθασαν μαζί με πολλούς άλλους στο Χόβα. Σε μια στιγμή που το χωριό είχε αρχίσει να καίγεται από βορρά προς νότον (από τη δεξαμενή προς τη σπαρτιά), μπήκε μέσα στο σπίτι ένας Γερμανός με το όπλο προτεταμένο, κρατώντας και ένα σακουλάκι με την πολυσυζητημένη εμπρηστική σκόνη. Το γειτονικό σπίτι του γέρο Ντρίπιρη ήδη έβγαζε καπνούς. Η γιαγιά μου όμως που έμεινε με πείσμα στο σπίτι «για να το γλυτώσει», παρά τις πιέσεις, τις φοβίες και τις γκρίνιες του παππού μου και των παιδιών τους, είδε στο πρόσωπό του εισβολέα πυρπολητή «ένα Λυκουραίο ντυμένο Γερμανό στρατιώτη». Τον αναγνώρισε, είδε ποιος ήταν και μου έλεγε πάντα το όνομά του. Πλην όμως το όνομα αυτό θα το πάρω μαζί μου στον τάφο. Ξαφνιάστηκε η γιαγιά μου και του είπε επί λέξει: «εσύ είσαι ρε κοψοκέφαλο; φεύγα και άιντε στα κομμάτια καταραμένε». Ο «Γερμανός» της απάντησε λέγοντάς της, «θεια Γιώργαινα έβγα έξω γιατί το σπίτι θα καεί και θα καείς και σύ μαζί». Η γιαγιά μου όμως δεν έφευγε και εκείνος της έδωσε μία με τον υποκόπανο στην πλάτη και την τράβηξε βίαια μέχρι το δρόμο, όπου εκεί σώζεται μέχρι σήμερα το βαρύ μεταλλικό κουφάρι της τότε κοινόχρηστης «βρύσης του Κοσμά». Ο «στρατιώτης» έριξε και μία με τον υποκόπανο στον καθρέφτη που ήταν κρεμασμένος στον τοίχο και τον έσπασε. Έριξε τη σκόνη, έβαλε τη φωτιά, το σπίτι άρχισε να λαμπαδιάζει, ο εμπρηστής έφυγε τρέχοντας προς το σπίτι του Μανωλέση, και η γιαγιά μου η Σοφιά πρόλαβε, μπήκε στο σπίτι και πέταξε στο δρόμο το γιούκο και ένα γεμάτο μπαούλο που το είχε φέρει από την Αμερική ο αδελφός του παππού μου, ο Γιάννης, το 1927. Πήρε και τον σπασμένο καθρέφτη που τον είχε πάρει προίκα από τον πατέρα της τον Κωνσταντίνο Κολλιόπουλο και βγήκε «ασφαλής» στο χώρο της βρύσης. Δεν έχασε καιρό και με μία λάτα (τενεκέ) πήρε πολλές φορές νερό από δύο λεβέτια που ήσαν γεμάτα δίπλα στη βρύση για να πιούν τα μεγάλα ζώα και κατάφερε και έσβησε τη φωτιά που είχε αρχίσει να κατακαίει το σπίτι του Ντρίπιρη. Το δικό της σπίτι πολύ γρήγορα έγινε παρανάλωμα του πυρός. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι μέχρις ότου έγινα δώδεκα χρόνων η γιαγιά μου φύλαγε το σπασμένο καθρέφτη στο παραπάνω μπαούλο. Έκτοτε τον καθρέφτη τον πέταξε ο παππούς μου για να μην του θυμίζει τη συμφορά, ενώ το μπαούλο σώζεται μέχρι σήμερα και βρίσκεται στο πατρικό μου σπίτι.
Σχετικά με την προέλευση της επικεφαλίδας αυτού του κειμένου, υπενθυμίζω σε πολλούς ότι κατά τη διάρκεια της θητείας μου ως προέδρου του Συλλόγου Λυκουριωτών Αθήνας, αλλά και κατά τα χρόνια της θητείας μου ως Κοινοτάρχη της Λυκούριας, πάντα προκαλούσα συζητήσεις στα καφενεία, στις παρέες και στις εκδηλώσεις των φορέων που εκπροσωπούσα, για την αναγκαιότητα της διατήρησης της ιστορικής μνήμης που αφορά την πυρπόληση του χωριού.
Τις παραμονές των Χριστουγέννων του 1997, μετά από συνεδρίαση του Κοινοτικού Συμβουλίου και στο καφενείο του Ροδάκη, άνοιξα συζήτηση για το εν λόγω θέμα. Αξίωσα την καθιέρωση μνημοσύνου και Τελετής Μνήμης στις 20 Ιουλίου κάθε χρόνο, όπως γίνεται στην Κλειτορία στις 14 Δεκεμβρίου, στο Παγκράτι στις 20 Ιουλίου και στου Φίλια στις 23 Ιουνίου, κάθε χρόνο, για τις παρόμοιες, μικρότερες ή μεγαλύτερες, καταστροφές στα γειτονικά αυτά χωριά μας, από τους κατακτητές. Πλην όμως σε πολλούς δεν άρεσε η ιδέα διότι «θα γινόσαν φασαρίες στο χωριό». Το ίδιο επαναλήφθηκε πολλές φορές και κατά τη διάρκεια της θητείας μου ως επικεφαλής της αντιπολίτευσης στο Δήμο Κλειτορίας.
Το 2013 στις 15 Ιουνίου στο «τραπέζι» της κηδείας του πατέρα μου, είπα σε κάποιους παρευρισκόμενους ότι ζήτησα από τον πατέρα μου περίπου δύο μήνες πριν πεθάνει, διότι το μυαλό του ήταν γερό μέχρι την ημέρα του θανάτου του, και μου υπαγόρευσε τα ονόματα των εκτελεσθέντων Λυκουριωτών κατά το ολοκαύτωμα του χωριού στις 20 Ιουλίου 1944. Τα ονοματεπώνυμα και τις ηλικίες των περισσοτέρων από τους δώδεκα τα θυμήθηκε και τα σημείωσα, των υπολοίπων δεν θυμόταν την ηλικία τους αλλά και τα πατρώνυμα κάποιων.
Στα μέσα Αυγούστου της ίδιας χρονιάς (2013), στο ίδιο καφενείο σε μεγάλη παρέα όπου βρίσκονταν ένας από τους φερόμενους ως «Γερμανοτσολιάδες», τον οποίο ο φίλος μου ο Χρήστος Κοντογιάννης σε άλλες συζητήσεις είχε αποκαλέσει «κυνηγό κεφαλών», που έχει ήδη αποβιώσει, καθώς και ο γιός ενός άλλου που ο πατέρας του είχε προ πολλού αποβιώσει (και εκείνων τα ονόματα δεν θα τα αναφέρω), με «απείλησαν» «εν ενί στόματι και μία καρδία» με τις λέξεις που αναγράφω στην επικεφαλίδα «……..πρόεδρε μην ανακατεύεσαι με το κάψιμο της Λυκούριας γιατί θα βρεθούν τα κόκκαλά σου σε κανα ρέμα………» . Δεν φοβήθηκα, δεν φοβάμαι και πείσμωσα περισσότερο. Η «απειλή» εκφράστηκε μπροστά σε πολλούς συμπατριώτες, στους οποίους περιελαμβάνοντο και δύο αγέρωχοι ενενηνταπεντάχρονοι, μόνιμοι κάτοικοι του χωριού, που δεν αρνούνταν να αποκαλύψω τα ονοματεπώνυμά τους. Σέβομαι και καμαρώνω την παλικαριά τους. Οι ίδιοι ήταν μαζί μου στις 25 Μαρτίου 2018 κατά τη διάρκεια τέλεσης του τρισάγιου και της κατάθεσης στεφάνων στο Ηρώον των πεσόντων της Λυκούριας με την ευκαιρία της επετείου της εθνικής μας παλιγγενεσίας. Όταν ολοκληρώθηκε η τελετή και πηγαίναμε όλοι οι συμμετέχοντες προς τα καφενεία, με πλησίασαν και μου ζήτησαν με συγκινητικό και αφοπλιστικό ύφος να πάρω επιτέλους την πρωτοβουλία για να λήξει αυτή η απαράδεκτη συμπεριφορά μας, η συνέχιση δηλαδή της αγνωμοσύνης μας προς εκείνους τους ηρωικούς νεκρούς μας, της ημέρας της πυρπόλησης του χωριού.
Στις 31-12-1998 η Κοινότητα Λυκούριας καταργήθηκε, όπως έγινε και με 5.000 περίπου Κοινότητες σ’ ολόκληρη τη χώρα. Έκτοτε εντάχθηκε αρχικά στον τότε νεοσύστατο «Καποδιστριακό» Δήμο Κλειτορίας και από την 1-1-2011 μέχρι σήμερα έχει ενταχθεί στον διευρυμένο «Καλλικρατικό» Δήμο Καλαβρύτων.
Είναι γνωστή η ιστορία των τελευταίων χρόνων της Λυκούριας και της ευρύτερης περιοχής της, της επαρχίας Καλαβρύτων. Και η γνώση αυτή προέρχεται από συζητήσεις, διαλέξεις και συνέδρια αλλά και από πληθώρα σχετικών βιβλίων που έχουν εκδοθεί στην Αθήνα, κυρίως από τις εκδόσεις «Παρασκήνιο» του Σπύρου Μαρίνη και αναφέρονται στην Αντίσταση 1941-1944, στη Γερμανοϊταλοβουλγαρική κατοχή 1941 -1944 και στον εμφύλιο σπαραγμό 1946 -1949. Τα πραγματικά περιστατικά εκείνης της εποχής επιβεβαιώνονται πληρέστατα και από συμπατριώτες μας, που βρίσκονται στη ζωή, είναι ηλικίας από 85 ετών και άνω και έζησαν τα γεγονότα καθ’ όν χρόνον άλλοι από αυτούς ήσαν σε προεφηβική ηλικία και άλλοι ενήλικες.
Πέραν αυτών, έχουμε συμμετάσχει στις προσπάθειες διεκδίκησης των Γερμανικών αποζημιώσεων - επανορθώσεων για τα ολοκαυτώματα όλης της τέως επαρχίας Καλαβρύτων, με μελέτες και δημοσιευμένα άρθρα μας σε τοπικές εφημερίδες, στο διαδίκτυο και σε περιοδικά αλλά και σε ραδιόφωνα και τηλεοράσεις. Σ’ αυτό το σημείο υπενθυμίζω ότι το 1995, καθ’ όν χρόνον ήμουν Πρόεδρος της Κοινότητας Λυκούριας, ασκήθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων και η αγωγή κατά της Γερμανίας, με ενάγοντες περισσότερους από 4.000 Καλαβρυτινούς της επαρχίας Καλαβρύτων, για τα θύματα και τις καταστροφές των πόλεων και των χωριών μας.
Όπως αναλυτικά εκτίθεται, είναι πασίγνωστο ότι η Λυκούρια καταστράφηκε ολοκληρωτικά με την πυρπόληση του συνόλου των σπιτιών της (εκτός από λίγα σπίτια που «εξαιρέθηκαν» της πυρπόλησης, για λόγους που θα κρίνει οριστικά η ιστορία στο μέλλον), και με δώδεκα Λυκουριώτες νεκρούς που εκτελέστηκαν από τις κατοχικές δυνάμεις, την ίδια ημέρα της φωτιάς στις 20 Ιουλίου 1944.
Είναι γνωστή και η «τύχη» της παραπάνω αγωγής, διότι όταν συζητήθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων στις 13 Μαΐου 1998, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 70/1998 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία κάποιοι επίορκοι Δικαστές με βάση το «σκεπτικό» τους ότι «η Γερμανία απολαμβάνει του προνομίου της ετεροδικίας», απέρριψαν καθ’ ολοκληρίαν την αγωγή, σε αντίθεση με τους Δικαστές του Πρωτοδικείου της Λιβαδιάς που έκαναν δεκτή την αγωγή των Διστομιτών.
Σημειωτέον ότι στα υπ’ αριθ. 7, 8, 9, 16, 17, 22, 23, 57 και 58 φύλλα της παραπάνω απόφασης του Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, αναφέρονται οι 262 ενάγοντες Λυκουριώτες, ο δε ομιλών σημειώνομαι στο φύλλο 58 της απόφασης ως πρόεδρος και εκπρόσωπος της επίσης ενάγουσας Κοινότητας Λυκούριας. Εξυπακούεται ότι στους ενάγοντες Λυκουριώτες περιλαμβάνονται και οι συγγενείς των εκτελεσθέντων δώδεκα Λυκουριωτών στις 20 Ιουλίου 1944.
Όταν είχα την ευθύνη της Κοινότητας Λυκούριας ως πρόεδρός της, μαζί με τον αείμνηστο Δήμαρχο Καλαβρύτων Πάνο Πόλκα απευθυνθήκαμε το έτος 1998 στην αρμόδια Επιτροπή που είχε οριστεί από το έτος 1997 για το χαρακτηρισμό των Μαρτυρικών Πόλεων και Χωριών περιόδου 1940-1945, η οποία με απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών συνεδριάζει για το σκοπό αυτό σχεδόν κάθε χρόνο. Ζητήσαμε να χαρακτηριστεί και η Λυκούρια Μαρτυρικό Χωριό και να ενταχθεί στο δίκτυο αυτό . Όμως τα κριτήρια που προβλέπονται από το νόμο δεν «ευνόησαν» τη Λυκούρια. Για το χαρακτηρισμό αυτό απαιτείται η ολική καταστροφή των κατοικιών από πυρπόληση που να προσεγγίζει τουλάχιστον το ογδόντα τοις εκατό του συνόλου των κατοικιών (που η προϋπόθεση αυτή πληρούται για τη Λυκούρια) και η εκτέλεση - απώλεια του πληθυσμού του χωριού που να προσεγγίζει το δέκα τοις εκατό επί του συνόλου των κατοίκων αυτού. Το τελευταίο όμως δεν συνέβη διότι τότε η Λυκούρια είχε 1.200 κατοίκους και εκτελέστηκαν δώδεκα Λυκουραίοι, γέροντες οι περισσότεροι ή κατάκοιτοι που παρέμειναν μέσα στο χωριό όταν κάηκε. Όλοι δε οι άλλοι κάτοικοι της Λυκούριας, όπως προεκτίθεται, κατέφυγαν στα βουνά και κατάφεραν να γλυτώσουν.
Όμως αδικήθηκε ιστορικά η Λυκούρια και θα έπρεπε να αποκατασταθεί άμεσα η ιστορική αλήθεια. Επιβαλλόταν δε αυτό και για την ικανοποίηση του περί δικαίου αισθήματος των όπου γης Λυκουριωτών για το ολοκαύτωμα του χωριού μας και για τους αδίκως εκτελεσθέντες συμπατριώτες μας.
Περιήλθε σε γνώση μας και το πολύτιμο πόνημα «Η ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ», που εκδόθηκε στην Αθήνα το 2012, με υπεύθυνο έκδοσης τον Μανώλη Γλέζο, που συμμετείχε στην Επιτροπή της Α΄ έκδοσης.
Ευχαριστώ πολύ τον Μιλτιάδη Παπαϊωάννου, που στο σπίτι του στη Λυκούρια, μου παρέδωσε αυτό το βιβλίο και μου είπε ‘Γιώργο κοίτα τι θα κάνεις, υπηρέτησες τόσες θέσεις ευθύνης και θα τα καταφέρεις, διότι η Λυκούρια δεν συμμετέχει πουθενά ως Ολοκαύρωμα και ως Μαρτυρικό Χωριό’.
Με κατάπληξη και αγανάκτηση διαπιστώσαμε τη σοβαρή παράλειψη της αναγραφής του ολοκαυτώματος της Λυκούριας στο τμήμα του πονήματος που αναφέρεται στις ημερομηνίες, στα γεγονότα, στα χωριά και στις πόλεις της Ελλάδας που καταστράφηκαν με πυρκαγιά από τους Γερμανούς, και στα θύματά τους το έτος 1944 (από σελίδα 77 έως σελίδα 87 κλπ.), και ειδικότερα στο σημείο που αναφέρονται οι ημερομηνίες 20 Ιουλίου έως 21 Ιουλίου 1944.
Είναι πανθομολογούμενο ότι ο αείμνηστος Μανώλης Γλέζος γνώριζε καλύτερα από όλους μας το μέγεθος και τον αριθμό των ολοκαυτωμάτων στη χώρα μας. Ολόκληρος ο Ελληνικός Λαός γνωρίζει τους αγώνες του Μανώλη Γλέζου και προς αυτήν την κατεύθυνση. Την αναγνώριση δηλαδή και την καταγραφή των ολοκαυτωμάτων.
Τον Αύγουστο του 2017, είχαμε εκτενή σχετική συζήτηση με τον συμπατριώτη μας πρώην Υπουργό Μιλτιάδη Παπαϊωάννου. Μου δώρισε ταυτόχρονα και ένα ακόμα αντίτυπο της «Μαύρης Βίβλου της Κατοχής» και αποφασίσαμε να αναλάβω την πρωτοβουλία προσπαθειών για την αναφορά του ολοκαυτώματος της Λυκούριας στη νέα έκδοση του ως άνω πονήματος.
Στις 13 Μαρτίου 2018, ενώ είχα ήδη συγκεντρώσει το απαραίτητο ιστορικό υλικό και είχα εν τω μεταξύ συναντηθεί και συζητήσει με τον Μανώλη Γλέζο τη σοβαρή αυτή ιστορική παράλειψη που αφορά την Λυκούρια Καλαβρύτων, απηύθυνα επιστολή - αίτηση προς τους κ. κ. Γλέζο και Παπανικολάου, εκπροσώπους της Κίνησης «ΕΝΕΡΓΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ» οδός Ψαρών αριθ. 4 Ν. Ψυχικό, με πλήθος στοιχείων και επιχειρημάτων που επιβάλλουν την αναφορά του ολοκαυτώματος της Λυκούριας στη νέα έκδοση της «Μαύρης Βίβλου της Κατοχής».
Η συνάντησή μας αυτή με τον Γλέζο έγινε σε τελετή μνημοσύνου συγγενούς του και συγγενικού προσώπου της κ. Κυριακής (Κούλας) συζ. του Ανδρέα Μπράβου που έγινε στον Ιερό Ναό της Αγίας Γλυκερίας στο Γαλάτσι.
Επισύναψα στην επιστολή – αίτηση, φωτοτυπία του ως άνω πονήματος με τις σελίδες όπου είναι καταφανέστατη η παράλειψη της καταχώρησης για τη Λυκούρια.
Επισύναψα επίσης φωτοτυπία από το βιβλίο του αείμνηστου Περικλή Ροδάκη με τίτλο «ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 1941-1944 Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ, ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ», και επικαλέστηκα τις λεπτομερέστατες και τεκμηριωμένες αναφορές του συγγραφέα στις σελίδες 37, 398 και κυρίως στις σελίδες 466 και επόμενες , περί της απόφασης των Γερμανών να εξοντώσουν το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, που είχε προκαλέσει σοβαρά πλήγματα στα στρατεύματα κατοχής στις περιοχές της βόρειας Πελοποννήσου, και ειδικότερα της Κορινθίας, με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Εμμανουήλ Βαζαίο, με συνεπικουρούμενα στην αντίσταση τα τάγματα του Δημητρίου Μίχου ή Γερομίχου ή καπετάν Μίχου, αντισμήναρχου της Πολεμικής Αεροπορίας.
Τέλος επισύναψα πολλά άλλα σχετικά έγγραφα και στοιχεία μεταξύ των οποίων την παραπάνω αγωγή, αλλά και την απορριπτική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων.
Από τα παραπάνω αδιαμφισβήτητα και ξεκάθαρα ιστορικά γεγονότα, αποδεικνύεται πλήρως ότι η Λυκούρια καταστράφηκε ολοσχερώς με φωτιά από τους Γερμανούς στις 20 Ιουλίου 1944, αφού πρώτα λεηλατήθηκαν όλα τα σπίτια του χωριού που στη συνέχεια κάηκαν και ότι την ίδια ημέρα εκτελέστηκαν από τους κατακτητές οι παρακάτω συμπατριώτες μας:
- Δημήτριος Θεοδ. Μπουγιούκος,
- Σπυρίδων Μακρής,
- Παύλος Αθ. Μπράβος,
- Σωτήριος Μαγκλάρας,
- Αναστάσιος Βλασίου Ηλιόπουλος,
- Γεώργιος Μπράβος (Γιαννακάκης),
- Πολίτα Γεωρ. Παπαϊωάννου,
- Παρασκευή Αγησιλάου Καρατζά,
- Μιχαήλ Π. Σβίγγος,
- Ρόδης Δημ. Ρόδης,
- Γεώργιος Χρυσανθακόπουλος και
- Σπήλιος Παναγ. Γαλάνης .
Για τους λόγους αυτούς, για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, και για την απόδοση Τιμής και Μνήμης στους αδίκως εκτελεσθέντες Λυκουριώτες στις 20 Ιουλίου 1944 που πυρπολύθηκε το χωριό από τις κατοχικές δυνάμεις, επιβάλλεται και ζητήσαμε :
1. Να αναφερθεί και η Λυκούρια με το ολοκαύτωμά της και με τους δώδεκα νεκρούς της, στη νέα έκδοση ή συμπλήρωση του πολύτιμου ιστορικού πονήματος « Η ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ».
2. Να καθιερωθεί από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Λυκούριας, το Σύλλογο Λυκουριωτών Αθήνας και το Δήμο Καλαβρύτων, η τέλεση μνημοσύνου για τους παραπάνω αδίκως εκτελεσθέντες και εκδήλωση Τιμής και Μνήμης με ομιλίες αναφερόμενες στο ολοκαύτωμα της Λυκούριας κάθε χρόνο στις 20 Ιουλίου, αρχής γενομένης από τις 20 Ιουλίου 2019, που συμπληρώθηκαν 75 χρόνια από την καταστροφή του χωριού.
3. Να χαραχθούν και τα ονοματεπώνυμα των παραπάνω εκτελεσθέντων στις 20 Ιουλίου 1944, στο Μνημείο των Πεσόντων, που βρίσκεται στην κεντρική Κοινοτική Πλατεία της Λυκούριας. Αν δεν επαρκεί το μέγεθος του υπάρχοντος Μνημείου, να κατασκευαστεί και εγκατασταθεί στον ίδιο χώρο νέο Μνημείο των Πεσόντων Λυκουριωτών στους Αγώνες του Έθνους, με μέριμνα και δαπάνες του Συλλόγου Λυκουριωτών Αθήνας.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 2019 υπέβαλα στον Δήμο Καλαβρύτων έναν ογκώδη φάκελο πληρέστατο με τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται παραπάνω, με δεκάδες επίσημα έγγραφα, σελίδες βιβλίων, αναφορά σε χάρτες με επισημειωμένη και τη Λυκούρια ως ολοκαύτωμα και πολλά άλλα πολύτιμα στοιχεία. Στα αιτήματα προς τον Δήμο, περιλαμβάνονται όλα τα ως άνω αναφερόμενα, ήτοι να χαραχτούν τα ονόματα στη λευκή μαρμάρινη κάθετη πλάκα στο μνημείο των πεσόντων, να αναφερθεί και η Λυκούρια με το ολοκαύτωμά της στη Μαύρη Βίβλο της Κατοχής, να αναγνωριστεί το χωριό ως μαρτυρικό χωριό με προεδρικό Διάταγμα και να καθιερωθεί τελετή μνήμης κάθε χρόνο κατά την επέτειο της 20ης Ιουλίου. Σημειωτέον ότι στον φάκελο περιελήφθησαν και οι αντίστοιχες εξουσιοδοτήσεις προς τον ομιλούντα από τον Σύλλογο Λυκουριωτών Αθηνών, από το Τοπικό Συμβούλιο της Τοπικής Κοινότητας Λυκούριας και από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Λυκούριας.
Είχαμε συναντηθεί πολλές φορές με τον Δήμαρχο κ. Θανάση Παπαδόπουλο και είχαμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το περιεχόμενο του φακέλου ήταν απολύτως νόμιμο, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 18 του ν. 2503/1997 για τον χαρακτηρισμό των πόλεων και των χωριών που έχουν υποστεί μεγάλες καταστροφές σε ανθρώπινες ζωές και σε υλικές ζημίες κατά την αντίσταση εναντίον των δυνάμεων κατοχής 1941-1944, ως μαρτυρικών πόλεων και χωριών.
Αναφερθήκαμε επίσης στην 88/25 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά την συζήτηση της οποίας παρέστην στο Δικαστήριο για την υποστήριξη του αιτήματος. Υπόψιν ότι ο Δήμαρχος Καλαβρύτων κ. Παπαδόπουλος είναι και πρόεδρος του Πανελληνίου Ομίλου των Πόλεων και Χωριών της Ελλάδος, που έχουν καταστραφεί με ολοκαυτώματα της κατοχικής περιόδου.
Τον φάκελο τον παρέδωσα στα χέρια του Δημάρχου, ο οποίος τον μελέτησε λέξη προς λέξη και τον παρέδωσε στον πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου για να ενημερωθούν όλοι οι δημοτικοί σύμβουλοι. Καθορίστηκε ημερομηνία συζήτησης η 30η Ιουνίου 2022. Ευγενώς προσφερθέντες οι δημοτικοί σύμβουλοι, ο πρόεδρος του Δ.Σ. και ο Δήμαρχος, προτίμησαν να συζητηθεί πρώτο το εν λόγω θέμα ημερησίας διάταξης. Μου έδωσαν τον λόγο που κράτησε περίπου δύο ώρες. Πριν ερωτηθούν από τον πρόεδρο τι ψηφίζουν, δύο από εκείνους ο κ. Καούρης και ο κ. Τζιρτζιλάκης με ρώτησαν με απορία «καλά Γιώργο, αλλά γιατί μετά από τόσα χρόνια;», κι εγώ ευθαρσώς και χωρίς να σκεφτώ οποιεσδήποτε τυχόν συνέπειες, τους απάντησα επί λέξει «Μα δεν το καταλαβαίνετε ; Διότι όλοι φοβόντουσαν τους ‘γερμανοτσολιάδες’».
Η απόφαση που εκδόθηκε ήταν ομόφωνη και ο Δήμαρχος την διαβίβασε άμεσα για τα περαιτέρω στην Διευρυμένη Περιφέρεια, στο Υπουργείο Εσωτερικών, στην Προεδρία της Δημοκρατίας και στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Έκτοτε, με τον Δήμαρχο κ. Παπαδόπουλο ήμασταν σε συχνή επικοινωνία και για την τύχη του σοβαρού αιτήματος.
Πέρασαν τρία χρόνια και με τη δημοσίευση του Προεδρικού Διατάγματος 71/2025, ΦΕΚ 146/8-8-2025, η Λυκούρια εντάχθηκε και επίσημα στις μαρτυρικές Κοινότητες της χώρας. Με την ιστορική αυτή απόφαση ολοκληρώθηκε ένας πολυετής αγώνας για την ηθική δικαίωση του χωριού και την επίσημη αναγνώριση της θυσίας των κατοίκων του κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Η αναγνώριση αποτελεί επιστέγασμα προσπαθειών πολλών ετών.
Σας ευχαριστώ
Λυκούρια 15 Αυγούστου 2026
.jpg)

Σχόλια