Άρθρο της Χριστίνας Αλεξοπούλου, τ. Υφυπουργού Υποδομών και Μεταφορών, Βουλευτού ΝΔ Αχαΐας,

Στον «Οικονομικό» του Ξενοφώντα, η γεωργία περιγράφεται ως «μήτηρ και τροφός» των άλλων τεχνών. Μια φράση αιώνων που συμπυκνώνει μια διαχρονική αλήθεια: όταν η γη παράγει, δημιουργείται γύρω της ένας ολόκληρος οικονομικός κύκλος και κρατούνται ζωντανές οι τοπικές κοινωνίες.
Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που βρίσκεται αυτές τις ημέρες στο επίκεντρο της κοινοβουλευτικής συζήτησης, δίνει την αφορμή για μια ευρύτερη συζήτηση γύρω από τον πρωτογενή τομέα. Μια συζήτηση που αφορά όχι μόνο στους ανθρώπους της παραγωγής, αλλά κάθε επαγγελματία που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με αυτήν και, τελικά, την ίδια την ελληνική περιφέρεια και τη δυνατότητά της να κρατά τους ανθρώπους της στον τόπο τους.
Υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Ο αγροτικός κόσμος έχει βρεθεί αντιμέτωπος με διαδοχικές και ιδιαίτερα έντονες δοκιμασίες τα τελευταία χρόνια. Πανδημία, ενεργειακή κρίση, αύξηση του κόστους παραγωγής, ακραία καιρικά φαινόμενα, φυσικές καταστροφές και σοβαρές ζωονόσοι. Η ευλογιά των αιγοπροβάτων έπληξε χιλιάδες κτηνοτρόφους και οδήγησε στη θανάτωση εκατοντάδων χιλιάδων ζώων. Στην Αχαΐα γνωρίζουμε πολύ καλά τι σημαίνει αυτή η δοκιμασία.
Ωστόσο, σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον που αλλάζει διαρκώς, η Πολιτεία οφείλει να διαθέτει αντανακλαστικά, σχέδιο και, κυρίως, τη δυνατότητα να παρεμβαίνει όταν αυτό απαιτείται.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο συναντώνται η οικονομική με την κοινωνική πολιτική. Μια οικονομία, όπως είναι σήμερα αυτή της Ελλάδας, που αναπτύσσεται σταθερά και διατηρεί τη δημοσιονομική της ισορροπία, επιστρέφει με συνέπεια το μέρισμα της ανάπτυξης στους πολίτες. Παράλληλα, δημιουργεί τα αναγκαία περιθώρια για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών και την προστασία της κοινωνίας στη δύσκολη στιγμή.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν ένα μέρος αυτής της προσπάθειας. Μόνο στο πρώτο εξάμηνο του 2026 καταβλήθηκαν πανελλαδικά 1 δισεκατομμύριο 126 εκατομμύρια ευρώ σε αγροτικές ενισχύσεις, πάνω μάλιστα από τον αρχικό προγραμματισμό. Σε αυτά προστίθενται οι αποζημιώσεις του ΕΛΓΑ και οι έκτακτες παρεμβάσεις για τις ζωονόσους. Παράλληλα, παραμένουν σε ισχύ τα μέτρα που μειώνουν το κόστος παραγωγής: φθηνότερο αγροτικό ρεύμα, επιστροφή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο πετρέλαιο στην αντλία, μειωμένος ΦΠΑ στα λιπάσματα και στις ζωοτροφές.
Στην Αχαΐα, αυτή η στήριξη έχει πολύ συγκεκριμένο αποτύπωμα. Οι κτηνοτρόφοι που χτυπήθηκαν από την ευλογιά στηρίχθηκαν για την απώλεια του ζωικού τους κεφαλαίου και του εισοδήματός τους. Υπήρξε ενίσχυση για το αυξημένο κόστος των ζωοτροφών, ενώ οι παραγωγοί μηδικής εντάχθηκαν σε ειδική στήριξη λόγω των περιορισμών στη διακίνηση που επέβαλαν τα μέτρα για την ευλογιά. Στα παραπάνω προστίθενται οι αποζημιώσεις του ΕΛΓΑ για ζημιές στη φυτική και ζωική παραγωγή.
Η αναφορά σε όσα έχουν γίνει δεν σημαίνει ότι καλύφθηκαν όλες οι ανάγκες. Μας επιτρέπει, όμως, να γνωρίζουμε πού βρισκόμαστε και, κυρίως, τι απομένει να γίνει. Όσο υπάρχουν πραγματικές ανάγκες, η προσπάθεια πρέπει να συνεχίζεται και κάθε διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο να αξιοποιείται με ευθύνη.
Μαζί με τη στήριξη, απαραίτητες είναι και οι αλλαγές. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Υπήρξαν στρεβλώσεις δεκαετιών, καθυστερήσεις και αστοχίες. Αυτά δεν κρύβονται. Η μεταφορά των αρμοδιοτήτων στην ΑΑΔΕ αποτελεί μια μεγάλη μεταρρύθμιση, με έναν σαφή στόχο: οι αγροτικές ενισχύσεις να φτάνουν στους πραγματικούς δικαιούχους, με διασταυρώσεις, διαφάνεια και αξιόπιστους ελέγχους. Να μπει τάξη εκεί όπου για χρόνια υπήρχαν γκρίζες ζώνες.
Στη μετάβαση αυτή απαιτείται ταχύτητα. Οι δυσκολίες που προκύπτουν πρέπει να αντιμετωπίζονται άμεσα, γιατί ο συνεπής αγρότης δεν μπορεί να «πληρώνει» ούτε τις αμαρτίες του χθες ούτε τυχόν καθυστερήσεις του σήμερα. Στην ίδια λογική εντάσσονται το ψηφιακό Μητρώο Αγροτών και η Καρτέλα Αγρότη: καθαρή εικόνα της πραγματικής παραγωγικής δραστηριότητας, λιγότερα περιθώρια καταστρατήγησης και μεγαλύτερη ασφάλεια για εκείνον που πραγματικά παράγει.
Στην ίδια κατεύθυνση, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει παρεμβάσεις σε συγκεκριμένα ζητήματα. Στον ΕΛΓΑ το συνολικό ανώτατο όριο αποζημίωσης ανά δικαιούχο φτάνει στις 200.000 ευρώ. Με το «e-honey» ενισχύεται η ιχνηλασιμότητα του ελληνικού μελιού και προστατεύεται ο συνεπής μελισσοκόμος. Εκσυγχρονίζονται οι Σχολές Επαγγελμάτων Κρέατος και αυστηροποιούνται οι κυρώσεις για την παραβίαση των μέτρων υγείας των ζώων.
Στην αλιεία δημιουργείται ένα σύγχρονο σύστημα ελέγχου και ψηφιακής εποπτείας. Οι κανόνες, όμως, πρέπει να συμβαδίζουν με τη συνεχή ενδυνάμωση των αλιέων μας, οι οποίοι αντιμετωπίζουν αυξημένες προκλήσεις: τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, τα ξενικά είδη και την παράνομη αλιεία. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε κάθε επόμενο βήμα.
Μέσα σε αυτή τη συζήτηση, ακούμε συχνά από την αντιπολίτευση μια ρητορική παλαιότερων δεκαετιών, που μηδενίζει όσα έχουν γίνει. Εύκολες υποσχέσεις, χωρίς καθαρή απάντηση για το πού θα βρεθούν τα χρήματα και χωρίς πειστικό σχέδιο εφαρμογής. Θα μπορούσε κανείς να φοβηθεί ότι το κόστος όλων αυτών θα μεταφερόταν τελικά στον ελληνικό λαό. Θεωρώ, όμως, ότι πρόκειται κυρίως για ανέξοδες υποσχέσεις από εκείνους που γνωρίζουν ότι δεν θα κληθούν να τις εφαρμόσουν.
Η κριτική είναι απαραίτητη στη Δημοκρατία. Ο μηδενισμός, όμως, δεν είναι πολιτική πρόταση.
Από τη δική μας πλευρά, δεν υπάρχει χώρος για ωραιοποίηση. Έχει παραχθεί έργο, υπάρχουν όμως και ζητήματα που παραμένουν. Στο κόστος παραγωγής, στη διαχείριση του νερού για τον πρωτογενή τομέα, στην ταχύτητα των αποζημιώσεων. Υπάρχουν κτηνοτρόφοι που καλούνται να ξαναστήσουν τις μονάδες τους και αλιείς που περιμένουν περισσότερα. Υπάρχει η νέα ΚΑΠ, όπου η Ελλάδα καλείται να διεκδικήσει στην Ευρώπη τους πόρους που χρειάζεται ο παραγωγικός της κόσμος.
Δεν ισχυριζόμαστε, λοιπόν, ότι λύθηκαν όλα. Λέμε κάτι πιο συγκεκριμένο: γνωρίζουμε πού υπάρχουν ακόμη ζητήματα, έχουμε αποδείξει ότι μπορούμε να παρεμβαίνουμε και τώρα οφείλουμε να κινηθούμε γρηγορότερα.
Υπάρχει, άλλωστε, ένα πολιτικό δεδομένο που μεγαλώνει αυτή την ευθύνη. Έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, αλλεπάλληλες κρίσεις και εκλογικές αναμετρήσεις, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να καταγράφεται πρώτη στις μετρήσεις της κοινής γνώμης και μάλιστα με μεγάλη διαφορά από το δεύτερο κόμμα.
Αυτό δεν αποτελεί πιστοποιητικό επιτυχίας για να το κορνιζάρουμε, ούτε λόγο επανάπαυσης λόγω της απουσίας πειστικής εναλλακτικής πρότασης εξουσίας. Αντίθετα, αυξάνει την ευθύνη μας να ανεβάσουμε ταχύτητα και να υλοποιήσουμε συνολικά το πρόγραμμά μας έως το τέλος της θητείας.
Η εμπιστοσύνη δημιουργεί υποχρεώσεις: να ακούμε περισσότερο τους ανθρώπους της παραγωγής και να αντιμετωπίζουμε τα ζητήματα πριν εξελιχθούν σε αδιέξοδα.
Εδώ βρίσκεται και ένα ακόμη μεγάλο στοίχημα για τον πρωτογενή τομέα: να δώσουμε στους νέους ανθρώπους περισσότερους πραγματικούς λόγους για να μείνουν και να δημιουργήσουν στον τόπο τους. Με την ολοκληρωμένη εφαρμογή ενός συνεκτικού κυβερνητικού σχεδίου που ενισχύει σταδιακά το εισόδημα, βελτιώνει τις υποδομές, ανοίγει την πρόσβαση στην τεχνολογία και αξιοποιεί τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία.
Για την Αχαΐα η εν λόγω συζήτηση έχει ιδιαίτερη σημασία. Από την κτηνοτροφία των Καλαβρύτων μέχρι τις καλλιέργειες της Δυτικής Αχαΐας και της Αιγιαλείας και τους αλιείς του Πατραϊκού, ο πρωτογενής τομέας παραμένει κομμάτι της οικονομικής και κοινωνικής ταυτότητας του τόπου μας.
Η Ελλάδα διαθέτει ανθρώπους που επιμένουν να παράγουν για όλους μας. Σε αυτούς τους ανθρώπους οφείλουμε σταθερούς κανόνες, διαφάνεια και προοπτική.
Η κατεύθυνση είναι σαφής: αναγνωρίζουμε όσα πρέπει να διορθωθούν, αλλάζουμε όσα δεν λειτουργούν, στηρίζουμε εκεί όπου υπάρχει πραγματική ανάγκη και επιταχύνουμε εκεί όπου καθυστερήσαμε. Για να μπορούν οι επαγγελματίες και οι νέοι άνθρωποι να λένε για τον τόπο τους: Εδώ μπορούμε να μείνουμε και να δημιουργήσουμε. Εδώ υπάρχει μέλλον.

Χριστίνα Αλεξοπούλου
τ. Υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών
Βουλευτής ΝΔ Αχαΐας