Από τις 117.000 γεννήσεις του 2009 στις 68.000 το 2024 – Πάνω από 50% η μείωση σε Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα – Λιγότερες γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, λιγότερα παιδιά και συνεχής γήρανση του πληθυσμού
Η Ελλάδα αλλάζει με ταχύτητα το δημογραφικό της πρόσωπο και οι αριθμοί αποτυπώνουν πλέον μια εξέλιξη που δεν περιορίζεται στη μείωση των παιδιών ανά οικογένεια. Οι γεννήσεις μειώνονται δραστικά, ο πληθυσμός γερνά και σε αρκετές περιοχές της χώρας το ισοζύγιο ανάμεσα σε γεννήσεις και θανάτους έχει λάβει πλέον ιδιαίτερα αρνητικές διαστάσεις.
Τα νέα στοιχεία του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), στο Flash News 10/2026 του καθηγητή Δημογραφίας και διευθυντή ερευνών του Ινστιτούτου Βύρωνα Κοτζαμάνη, καταγράφουν με αριθμούς το μέγεθος της δημογραφικής μεταβολής.
Από τις 117.000 γεννήσεις στις 68.000
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι γεννήσεις στη χώρα από 117,44 χιλιάδες το 2009 περιορίστηκαν σε 68,31 χιλιάδες το 2024, καταγράφοντας μείωση περίπου 42% μέσα σε μόλις 15 χρόνια.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν εξεταστεί σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Από τον μέσο όρο των 148.000 γεννήσεων το 1979-80, η χώρα έφτασε στις περίπου 67.000 το 2024-25.
Παράλληλα, η μέση ηλικία στην οποία οι γυναίκες αποκτούν παιδιά αυξήθηκε σχεδόν κατά έξι χρόνια, από 26,2 έτη σε 32,2 έτη.
Δεν πρόκειται, επομένως, μόνο για μια κοινωνία που κάνει λιγότερα παιδιά. Πρόκειται για μια κοινωνία στην οποία υπάρχουν πλέον και λιγότερες γυναίκες στις ηλικίες όπου πραγματοποιούνται οι περισσότερες γεννήσεις.
480.000 λιγότερες γυναίκες 25-44 ετών
Ένα από τα πλέον κρίσιμα στοιχεία της μελέτης αφορά τον πληθυσμό των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας.
Μεταξύ των ετών 2009 και 2024, ο αριθμός των γυναικών ηλικίας 25-44 ετών μειώθηκε κατά περίπου 480.000, δηλαδή κατά 28%.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται κυρίως με τη μεγάλη πτώση των γεννήσεων που είχε προηγηθεί από τη δεκαετία του 1980, καθώς οι μικρότερες γενιές φτάνουν σήμερα στις ηλικίες τεκνοποίησης. Παράλληλα, το ΙΔΕΜ επισημαίνει και τη συμβολή του αρνητικού μεταναστευτικού ισοζυγίου στις συγκεκριμένες ηλικίες μετά το 2010.
Με απλά λόγια, η δημογραφική κρίση δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: λιγότερα παιδιά γεννιούνται σήμερα, άρα λιγότεροι νέοι θα βρίσκονται αύριο στις ηλικίες δημιουργίας οικογένειας, γεγονός που οδηγεί με τη σειρά του σε ακόμη λιγότερες γεννήσεις.
Η γονιμότητα υποχωρεί από γενιά σε γενιά
Η μεταβολή δεν αφορά μόνο τον αριθμό των γυναικών αλλά και τον αριθμό των παιδιών που αποκτούν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΔΕΜ, οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο 2 παιδιά, ενώ οι γυναίκες που γεννήθηκαν γύρω στο 1985 αναμένεται να ολοκληρώσουν τη γονιμότητά τους με λιγότερα από 1,5 παιδιά.
Την ίδια στιγμή, ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας υποχώρησε από περίπου 2.200 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 1979-80 σε 1.240 το 2024-25.
Η τάση αυτή έχει άμεση αντανάκλαση και στο φυσικό ισοζύγιο της χώρας.
Οι θάνατοι έχουν πλέον ξεπεράσει κατά πολύ τις γεννήσεις
Μετά το 2010, το φυσικό ισοζύγιο της Ελλάδας έγινε αρνητικό. Την περίοδο 2011-2020 καταγράφηκαν 267.000 περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις, ενώ μόνο στην πενταετία 2021-2025 η διαφορά έφτασε τους 290.000.
Το 2024 αντιστοιχούσαν σε εθνικό επίπεδο 184 θάνατοι για κάθε 100 γεννήσεις, έναντι 92 θανάτων ανά 100 γεννήσεις το 2009.
Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι ίδια σε ολόκληρη τη χώρα.
Έξι νομοί κατέγραψαν μείωση γεννήσεων άνω του 50%
Η γεωγραφία της υπογεννητικότητας παρουσιάζει μεγάλες διαφοροποιήσεις.
Κατά την περίοδο 2009-2024, σε έξι νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας η μείωση των γεννήσεων ξεπέρασε το 50%.
Πρόκειται για:
- Θεσπρωτία
- Γρεβενά
- Φθιώτιδα
- Κοζάνη
- Ευρυτανία
- Φλώρινα
Σε ακόμη δέκα νομούς, η μείωση κυμάνθηκε μεταξύ 45% και 50%.
Στον αντίποδα βρίσκονται αρκετές νησιωτικές περιοχές. Σε έξι νησιωτικούς νομούς η μείωση ήταν μικρότερη του 30%, ενώ στις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο περιορίστηκε σε λιγότερο από 15%.
Εκεί όπου οι θάνατοι είναι υπερδιπλάσιοι των γεννήσεων
Ακόμη πιο χαρακτηριστικός είναι ο λόγος θανάτων προς γεννήσεις.
Κατά την περίοδο 2009-2024, ο αριθμός των θανάτων ανά 100 γεννήσεις κυμάνθηκε στους νομούς από 79 έως 276, έναντι 133 σε εθνικό επίπεδο.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η εικόνα σε εννέα νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπου καταγράφηκαν τουλάχιστον δύο θάνατοι για κάθε γέννηση: Τρίκαλα, Αρκαδία, Κιλκίς, Καρδίτσα, Άρτα, Ευρυτανία, Φωκίδα, Γρεβενά και Σέρρες.
Το 2024, σε επίπεδο Περιφερειακών Ενοτήτων, η διαφορά έγινε ακόμη μεγαλύτερη: ο λόγος θανάτων ανά 100 γεννήσεις κυμάνθηκε από 49 έως 376.
Μόλις πέντε από τις 74 Περιφερειακές Ενότητες είχαν λιγότερους θανάτους από γεννήσεις: Θήρα, Μύκονος, Κως, Νάξος και Ρέθυμνο.
Γιατί η εικόνα είναι τόσο διαφορετική από περιοχή σε περιοχή;
Η μελέτη του ΙΔΕΜ δείχνει ότι η δημογραφική εικόνα κάθε περιοχής δεν εξαρτάται μόνο από τον συνολικό πληθυσμό της.
Καθοριστικό ρόλο παίζει ο αριθμός των γυναικών ηλικίας 25-45 ετών, αλλά και η γονιμότητα των συγκεκριμένων γενεών. Αντίστοιχα, ο αριθμός των θανάτων επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το μέγεθος του ηλικιωμένου πληθυσμού.
Οι περιοχές που εμφάνισαν τις μεγαλύτερες μειώσεις γεννήσεων χαρακτηρίζονται από χαμηλότερη γονιμότητα ήδη από τις γενιές του 1960 και από ταχύτερη συρρίκνωση του αριθμού των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας.
Αντίθετα, περιοχές με μικρότερη αναλογία θανάτων προς γεννήσεις εμφανίζουν νεανικότερο πληθυσμό, έχουν συγκρατήσει μεγαλύτερο μέρος των νέων τους ή έχουν προσελκύσει πληθυσμό από άλλες περιοχές της Ελλάδας και από το εξωτερικό.
Το δημογραφικό αποτύπωμα της επόμενης 20ετίας
Το ΙΔΕΜ εκτιμά ότι η μεγάλη πτώση του αριθμού των γυναικών ηλικίας 25-44 ετών θα επιβραδυνθεί την επόμενη εικοσαετία.
Παράλληλα, αναμένεται να επιβραδυνθούν τόσο η αύξηση της ήδη υψηλής μέσης ηλικίας κατά την απόκτηση παιδιού όσο και η μείωση της γονιμότητας των νεότερων γενεών.
Ωστόσο, χωρίς θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, οι γεννήσεις την περίοδο 2026-2045 εκτιμάται ότι θα κινηθούν, με μικρές διακυμάνσεις, γύρω από τις 65.000 ετησίως.
Η δημογραφική εικόνα, επομένως, δεν αποτελεί πλέον μια μακρινή πρόβλεψη. Έχει ήδη αποτυπωθεί στους αριθμούς των γεννήσεων, στη σύνθεση του πληθυσμού και στη σχέση γεννήσεων και θανάτων.
Και το πλέον κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η εξέλιξη δεν είναι ίδια σε όλη την Ελλάδα. Σε ορισμένες περιοχές η δημογραφική συρρίκνωση εξελίσσεται με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα, δημιουργώντας έναν νέο γεωγραφικό χάρτη της χώρας.
Τα στοιχεία του ΙΔΕΜ δείχνουν ότι το δημογραφικό δεν είναι απλώς ζήτημα του πόσα παιδιά γεννιούνται. Είναι ζήτημα του πόσοι νέοι υπάρχουν, πόσες οικογένειες δημιουργούνται, πού επιλέγουν να ζήσουν και τελικά ποια Ελλάδα θα υπάρχει τις επόμενες δεκαετίες.
.jpg)


Σχόλια