Γράφει ο Ευριπίδης Νικολάου Εισαγγελέας Εφετών ε.τ.
Ήταν μια πανέμορφη καμπαρντίνα, σε χρώμα καφέ-λαδί, με επωμίδες σαν αυτή που φορούσε ο Humphrey Bogart στην ταινία «Καζαμπλάνκα» όταν τον ερωτεύτηκε η Ingrid Bergman… Μόλις την είχε αγοράσει από την Αθήνα και την καμάρωνε στην ντουλάπα του, όταν πρωί-πρωί χτύπησε το τηλέφωνο... Η φωνή του Γιάννη, γραμματέα της Εισαγγελίας Καλαβρύτων, ακούστηκε επιτακτική και ανήσυχη...
— Κύριε Εισαγγελέα, αργήσατε... Σήμερα έχουμε ασφαλιστικά μέτρα και πρέπει να πάμε για αυτοψία στο Λαγοβούνι.
Όντως, η υπόθεση αφορούσε τη διαφορά ανάμεσα στην κοινότητα του Λαγοβουνίου και ιδιώτη (τότε η εκδίκαση ήταν αρμοδιότητα του Εισαγγελέα). Ιδιώτης ήταν μια ηλικιωμένη κυρία, χήρα και καλοστεκούμενη, με αστραφτερό μάτι. Ο Πρόεδρος της κοινότητας ζητούσε να παραχωρηθεί ένα μικρό τμήμα από το χωράφι της για να διαπλατύνει έναν κοινοτικό δρόμο και εκείνη αντιδρούσε πεισματικά.
Ήταν ένα ηλιόλουστο αλλά παγερό πρωινό του Μαρτίου, οπότε ευκαιρία ήταν να εγκαινιάσει την καμπαρντίνα του. Πράγματι, την φόρεσε, ξεκίνησε με το ταξί του κυρ Παναγιώτη για το χωριό, καμαρωτός, λες και πήγαινε επίσκεψη στο ανάκτορο του Μπάκινχαμ... Όταν έφτασαν εκεί, ξεκίνησαν για το χωράφι όλη η κουστωδία... Ο Πρόεδρος, οι δικηγόροι, οι χωρικοί κτλ. Οι προηγούμενες μέρες ήταν βροχερές και η διαδρομή ήταν γεμάτη λακκούβες με λάσπη και κοπριά από αγελάδες και μοσχάρια που έβοσκαν εκεί, και που ήταν αθέατες, γιατί ο ήλιος είχε αποξηράνει τις επιφάνειες. Έτσι, ο άσχετος περί τα αγροτικά και βουκολικά δικαστικός λειτουργός πάτησε σε μία από αυτές και, χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε σε έναν λάκκο γεμάτο σβουνιά-κοπριά μέχρι και πιο πάνω από τη μέση. Έτρεξαν όλοι να τον βοηθήσουν να βγει και, αφού τίναξε την κοπριά από πάνω του, συνέχισε απτόητος στο καθήκον. Ευτυχώς, με την παρέμβαση των δικηγόρων, η κυρία πείστηκε και παραχώρησε ένα τμήμα από το χωράφι της για το καλό της κοινότητας και έτσι η υπόθεση έληξε συμβιβαστικά.
Παρά την ευτυχή κατάληξη, ο Εισαγγελέας ήταν απαρηγόρητος για το κατάντημα της καμπαρντίνας του, αλλά όλοι τον καθησύχαζαν.
— Έλα, θα την δώσεις στο καθαριστήριο και όλα μια χαρά...
Αμ δε... Τα καθαριστήρια ήταν δύο... Πρώτα την παρέλαβε ο Βασιλάκης ο Αρμπής, ο οποίος την καθάρισε από τις κοπριές, όμως η μυρωδιά σε σκότωνε στα 50 μέτρα... Την έδωσε και στον Νίκο τον Καράμπελα, που, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του, πάλι τα ίδια...
«Θα την πάω στην Αθήνα...» σκέφτηκε και την άλλη μέρα το πρωί την φόρεσε και μπήκε στο λεωφορείο... Στον ίδιο δεν μύριζε τίποτα, όμως πραγματικά τρόμαξε όταν ένα πιτσιρίκι που καθόταν πίσω του άρχισε να γκρινιάζει.
— Καλέ, μαμά, κάτι βρωμάει εδώ σαν τον στάβλο του παππού...
— Ησυχία, αγόρι μου...
Του είπε εκείνη και χαμογέλασε αμήχανα.
Ο Εισαγγελέας την έβγαλε γρήγορα-γρήγορα και την τύλιξε. Μόλις μπήκε στο σπίτι του στο Παγκράτι, κατάλαβε τι θα γινόταν από το ύφος της μητέρας του...
— Καλέ, σε στάβλο κοιμήθηκες;
Ρώτησε έκπληκτη και, όταν της εξήγησε τα συμβάντα, αυτή του είπε ότι θα την δώσει για καθάρισμα στο καλύτερο καθαριστήριο στην πλατεία Ομονοίας... Όμως και πάλι τίποτα δεν έγινε και η μητέρα του ήταν κάθετη.
— Η ντουλάπα μας μυρίζει σαν στάβλος, αύριο πρωί-πρωί αυτό το πράγμα πάει στα σκουπίδια.
Ε, όχι και πράγμα η πανέμορφη καμπαρντίνα του, που δεν πρόλαβε να την χαρεί...
— Θέλω να την δω πριν την πάρεις για τελευταία φορά...
— Σιγά μην της δώσουμε και τον τελευταίο ασπασμό...
Είπε και έφυγε φουρκισμένη αλλά γελώντας...
Δυστυχώς, δεν την ξαναείδε από τότε και ήταν όλο θλίψη... Που και που, όμως, έβλεπε τον εαυτό του να την φοράει μέσα στο κατακαλόκαιρο, μοσχομυριστή, δροσερή και φρεσκοσιδερωμένη, και να περιδιαβαίνει τους δρόμους των Καλαβρύτων καμαρωτός-καμαρωτός, αγκαλιά με τους καθαριστές του, τον Βασιλάκη και τον Νίκο... και γύρω τους να χοροπηδούν χαρωπά μοσχαράκια και αγελάδες, που οι κοπριές τους, όμως, δεν μύριζαν αλλά μοσχοβολούσαν σαν γαλλικά αρώματα... Γιατί τέτοιες εικόνες ξεπηδούν από το υποσυνείδητο και ξεπροβάλλουν στα όνειρά μας... Σαν τους πίνακες του Πικάσο και των άλλων σουρεαλιστών ζωγράφων, όπου βλέπεις πράγματα αλλόκοτα και εξωπραγματικά που όμως σου αρέσουν και τα θαυμάζεις... Και μετά χάνονταν όλα με το ξύπνημα και, ευτυχώς, ένα γλυκόπικρο καφεδάκι στον «Σταθμό» και ένα αηδόνι που λαλούσε από ψηλά έδιωχναν τις κακές αναμνήσεις και έστρωναν το χαλί για μια καλή μέρα.
Σημ. 1: Ο Βασιλάκης και ο Νίκος ζουν σήμερα στα Καλάβρυτα.
Σημ. 2: Ο κυρ Παναγιώτης, ο ταξιτζής, έχει φύγει από τη ζωή.
Σημ. 3: Το Λαγοβούνι είναι ένα πανέμορφο καλαβρυτοχώρι λίγο έξω από τα Καλάβρυτα.