γράφει ο Νίκος Κυριαζής - Δημοσιογράφος
Ο Αύγουστος είναι εδώ και τα Καλάβρυτα, κυρίως όμως τα χωριά, αλλάζουν πρόσωπο. Τα σπίτια ανοίγουν, οι αυλές καθαρίζονται, οι καμινάδες ασπρίζονται, οι πλατείες γεμίζουν κόσμο. Συγγενείς, φίλοι, απόδημοι και επισκέπτες επιστρέφουν στον τόπο τους. Τα πανηγύρια ανάβουν, τα τραπέζια στρώνονται, οι μουσικές δυναμώνουν και τα γέλια ακούγονται μέχρι αργά τη νύχτα.Είναι η όμορφη εικόνα. Και κανείς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει.
Τα πανηγύρια, άλλωστε, είναι κομμάτι της ιστορίας, της παράδοσης και της κοινωνικής ζωής των χωριών μας. Είναι οι συναντήσεις των ανθρώπων, οι αναμνήσεις, οι παρέες, τα τραγούδια και οι στιγμές που συνδέουν γενιές. Είναι ένας τρόπος να ξανασυναντιούνται άνθρωποι που μπορεί να έχουν να βρεθούν έναν ολόκληρο χρόνο.
Το ερώτημα, όμως, είναι άλλο.
Τι μένει όταν σβήσουν τα φώτα της γιορτής;
Μετά τις φωτογραφίες, τα βίντεο, τις αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα πανηγυρικά λόγια, τι απομένει πραγματικά στον τόπο;
Για ακόμη μία χρονιά θα χρησιμοποιήσουμε το χωριό μας σαν σκηνικό διακοπών. Θα το απολαύσουμε για λίγες ημέρες, θα ικανοποιήσουμε την ανάγκη μας για διασκέδαση, θα συγκινηθούμε με τις «ρίζες» μας και ύστερα θα κλείσουμε ξανά τα σπίτια και θα φύγουμε.
Και το χωριό θα επιστρέψει στη γνώριμη μοναξιά του.
Οι πλατείες θα αδειάσουν, τα καφενεία θα ξαναμετρήσουν τους ίδιους λίγους θαμώνες, οι νέοι θα συνεχίσουν να λείπουν, τα σχολεία θα αγωνιούν για μαθητές και η καθημερινότητα θα επιστρέψει αθόρυβα στην πραγματικότητα.
Από τον Σεπτέμβριο θα δούμε και πάλι την πραγματική εικόνα.
Την εικόνα της ερήμωσης των χωριών και της υπαίθρου. Την εικόνα των ανθρώπων που έμειναν πίσω. Των ηλικιωμένων που κρατούν ανοιχτά τα σπίτια και τις ζωές των χωριών, των λίγων επαγγελματιών που επιμένουν, των οικογενειών που προσπαθούν να μεγαλώσουν παιδιά σε έναν τόπο όπου οι ευκαιρίες λιγοστεύουν.
Και εδώ πρέπει να ειπωθεί κάτι που ίσως ξεχνάμε μέσα στη θερινή ευφορία:
Ήρωες δεν είναι όσοι επιστρέφουν για δέκα ημέρες τον Αύγουστο. Ήρωες είναι όσοι μένουν. Όσοι επιμένουν. Όσοι παλεύουν καθημερινά για να μη σβήσει ο τόπος.
Γιατί δεν αρκεί να συντηρούμε τα σπίτια μας, αν εγκαταλείπουμε την ίδια την κοινωνία τους.
Δεν αρκούν οι εθελοντικοί καθαρισμοί και τα ασβεστώματα, όσο αξιέπαινα κι αν είναι. Δεν αρκούν οι εκδηλώσεις του καλοκαιριού. Δεν αρκεί να γεμίζουν οι πλατείες για λίγες νύχτες.
Ένας τόπος δεν ζει μόνο με πανηγύρια.
Τα πανηγύρια πρέπει να υπάρχουν. Να συνεχιστούν. Να στηριχθούν. Να παραμείνουν ζωντανά, γιατί αποτελούν μέρος της ταυτότητάς μας.
Αλλά δεν μπορεί ολόκληρη η πολιτιστική ζωή ενός τόπου να εξαντλείται σε λίγες ημέρες του Αυγούστου.
Γιατί υπάρχει και ο Σεπτέμβριος. Υπάρχει ο Οκτώβριος. Ο Νοέμβριος. Ο Δεκέμβριος. Ο Ιανουάριος. Ο Φεβρουάριος. Η άνοιξη.
Και τότε τι κάνουμε;
Γιατί να μην υπάρξουν εκδηλώσεις και δράσεις όλο τον χρόνο;
Όχι μόνο μεγάλες διοργανώσεις και εκδηλώσεις που απαιτούν σημαντικούς πόρους. Ακόμη και μικρές δράσεις. Μια παρουσίαση βιβλίου. Μια συζήτηση. Μια μουσική βραδιά. Μια θεατρική παράσταση. Μια έκθεση. Ένα εργαστήριο για παιδιά. Μια ιστορική περιήγηση. Μια πολιτιστική συνάντηση.
Ακόμη και για τους δέκα ανθρώπους που μπορεί να έχουν μείνει σε ένα χωριό.
Γιατί αυτοί οι δέκα δεν είναι λιγότερο σημαντικοί από τους χίλιους που θα βρεθούν στην πλατεία τον Αύγουστο.
Ίσως, μάλιστα, είναι περισσότερο σημαντικοί.
Γιατί αυτοί είναι εκεί κάθε μέρα.
Αυτοί ανοίγουν το πρωί το καφενείο. Αυτοί φροντίζουν τα σπίτια. Αυτοί κρατούν τα χωράφια. Αυτοί πηγαίνουν στην εκκλησία. Αυτοί αντιμετωπίζουν τον χειμώνα, το κρύο και τη μοναξιά. Αυτοί είναι η ζωντανή συνέχεια του χωριού.
Μια εκδήλωση για δέκα ανθρώπους δεν είναι αποτυχία. Είναι σεβασμός.
Μια επίσκεψη σε ένα απομακρυσμένο χωριό δεν πρέπει να γίνεται μόνο τον Αύγουστο, όταν γεμίζει από κόσμο.
Να πάμε και τον Νοέμβριο.
Να πάμε τον Ιανουάριο.
Να πάμε την άνοιξη.
Να δούμε αυτούς που μένουν. Να τους ακούσουμε. Να τους ρωτήσουμε τι χρειάζονται. Να τους δείξουμε ότι δεν υπάρχουν μόνο όταν το χωριό γεμίζει επισκέπτες.
Μια επίσκεψη είναι ένα νοιάξιμο.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο έλλειμμα σήμερα: όχι μόνο οι υποδομές, όχι μόνο οι πόροι, αλλά η αίσθηση ότι κάποιος θυμάται πως υπάρχεις.
Ένας τόπος ζει όταν παράγει πολιτισμό, γνώση, παιδεία και δημιουργία.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα.
Πού είναι η δημόσια βιβλιοθήκη που θα μπορούσε να γίνει σημείο αναφοράς για μαθητές, ερευνητές και επισκέπτες;
Πού είναι ένα σύγχρονο κέντρο μελέτης της τοπικής και εθνικής ιστορίας, αντάξιο της ιστορικής βαρύτητας των Καλαβρύτων;
Πού είναι μια ουσιαστική πολιτιστική πολιτική που να επενδύει στη γνώση, στην παιδεία, στη δημιουργία και όχι μόνο στην επανάληψη των ίδιων εκδηλώσεων κάθε χρόνο;
Δεν είναι υποτίμηση των πανηγυριών.
Είναι ακριβώς το αντίθετο.
Είναι προσπάθεια να προστατεύσουμε την παράδοση από το να γίνει απλώς ένα ακόμη τουριστικό προϊόν.
Γιατί άλλο πράγμα η παράδοση και άλλο η εξάντληση του πολιτισμού στο φολκλόρ.
Όταν ένας τόπος παύει να παράγει σκέψη και αρκείται μόνο στην κατανάλωση θεάματος, τότε σταδιακά χάνει το μέλλον του.
Γι’ αυτό χρειάζεται να δούμε τον πολιτισμό διαφορετικά.
Να υπάρξουν πολιτιστικές εκδηλώσεις το φθινόπωρο, τον χειμώνα και την άνοιξη. Όχι μόνο για τους επισκέπτες που θα έρθουν στα Καλάβρυτα, αλλά κυρίως για τους ανθρώπους που ζουν εδώ δώδεκα μήνες τον χρόνο.
Για τον μόνιμο κάτοικο που μένει σε ένα χωριό και βλέπει γύρω του να κλείνουν πόρτες.
Για τον νέο που σκέφτεται να φύγει.
Για τον ηλικιωμένο που αισθάνεται όλο και περισσότερο μόνος.
Για την οικογένεια που θέλει να παραμείνει, αλλά χρειάζεται λόγους και προϋποθέσεις για να το κάνει.
Ο πολιτισμός δεν πρέπει να είναι μόνο τουριστικό προϊόν.
Πρέπει να είναι κοινωνική ανάγκη.
Και ίσως χρειάζεται να αλλάξουμε ακόμη και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την παρουσία μας στον τόπο.
Δεν χρειάζεται να περιμένουμε το πανηγύρι για να επιστρέψουμε.
Δεν χρειάζεται να περιμένουμε τον Αύγουστο για να θυμηθούμε το χωριό.
Μπορούμε να πάμε ένα Σαββατοκύριακο τον Νοέμβριο.
Να ανοίξουμε το σπίτι.
Να πιούμε έναν καφέ με τον άνθρωπο που έμεινε.
Να επισκεφθούμε τον ηλικιωμένο γείτονα.
Να αγοράσουμε από τον τοπικό επαγγελματία.
Να περπατήσουμε στην πλατεία.
Να πάμε στην εκκλησία.
Να οργανώσουμε μια μικρή δράση.
Να δώσουμε ζωή, έστω και για μία ημέρα, σε ένα χωριό που τον χειμώνα αισθάνεται ξεχασμένο.
Γιατί η παρουσία έχει αξία.
Και μια μικρή παρουσία μπορεί να σημαίνει πολλά για κάποιον που ζει μόνος του έναν ολόκληρο χειμώνα.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο διοικητικό ή πολιτικό. Είναι βαθύτερο. Είναι και ανθρωπολογικό.
Όταν η αλήθεια αντικαθίσταται από την εικόνα, όταν η ουσία υποχωρεί μπροστά στην εντύπωση και όταν το συλλογικό συμφέρον παραδίδεται στις προσωπικές ματαιοδοξίες, τότε γεννιέται μια κοινωνία που μοιάζει ζωντανή αλλά αδειάζει εσωτερικά.
Καλλιεργείται ένας άνθρωπος που ενδιαφέρεται περισσότερο να φωτογραφηθεί δίπλα στην παράδοση παρά να τη συνεχίσει. Που αγαπά το χωριό του μόνο για λίγες ημέρες τον χρόνο. Που συγκινείται εύκολα, αλλά δεσμεύεται δύσκολα.
Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη, ο απλός πολίτης κουράζεται.
Βλέπει τα ίδια προβλήματα να επαναλαμβάνονται, τις ίδιες υποσχέσεις να ανακυκλώνονται και τις ίδιες ευκαιρίες να χάνονται.
Κάποια στιγμή παραιτείται.
Μαθαίνει να λέει «έτσι είναι».
Να χαμηλώνει τις προσδοκίες του.
Να συμβιβάζεται με το λίγο.
Εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ήττα μιας κοινωνίας.
Όχι όταν της λείπουν οι πόροι, αλλά όταν της λείπει η απαίτηση.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο όσοι διοικούν.
Είναι και όσοι συνηθίζουν.
Η ανοχή γίνεται συνενοχή. Η σιωπή γίνεται κανονικότητα. Και κάθε φορά που αποδεχόμαστε ότι «δεν γίνεται αλλιώς», ανοίγουμε τον δρόμο για να γίνει ακόμη χειρότερα.
Τα Καλάβρυτα αξίζουν κάτι περισσότερο από δέκα ημέρες καλοκαιρινής ευφορίας.
Αξίζουν χωριά ζωντανά και τον Νοέμβριο, τον Ιανουάριο, τον Μάρτιο.
Αξίζουν σχολεία με παιδιά, πλατείες με ανθρώπους, πολιτισμό με ουσία, νέους με προοπτική και κατοίκους που δεν αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι.
Αξίζουν έναν τόπο που παράγει ιδέες, γνώση, πολιτισμό και προοπτική δώδεκα μήνες τον χρόνο.
Και ίσως η αρχή να μην είναι πάντα κάτι μεγάλο.
Μπορεί να είναι μια επίσκεψη.
Ένα τραπέζι.
Μια εκδήλωση.
Μια συζήτηση.
Ένα βιβλίο.
Μια μουσική βραδιά.
Ένα παιδί που θα ξαναγελάσει στην πλατεία.
Ένα «είμαστε εδώ» προς αυτούς που έμειναν.
Ας μην περιμένουμε τον επόμενο Αύγουστο για να θυμηθούμε τα χωριά μας.
Ας τα θυμηθούμε τον Σεπτέμβριο.
Τον Οκτώβριο.
Τον Νοέμβριο.
Ας τα θυμηθούμε όλο τον χρόνο.
Όταν θα φύγουν οι επισκέπτες. Όταν θα κλείσουν τα πανηγύρια. Όταν θα αδειάσουν οι πλατείες.
Τότε θα φανεί η πραγματική εικόνα.
Και τότε πρέπει να αποφασίσουμε αν θέλουμε τα χωριά μας να είναι απλώς όμορφα για δέκα ημέρες ή πραγματικά ζωντανά για 365 ημέρες.
Γιατί τα Καλάβρυτα δεν έχουν ανάγκη μόνο από επισκέπτες.
Έχουν ανάγκη από κατοίκους.
Δεν έχουν ανάγκη μόνο από εικόνα.
Έχουν ανάγκη από περιεχόμενο.
Δεν έχουν ανάγκη μόνο από εκδηλώσεις.
Έχουν ανάγκη από πολιτισμό, παιδεία, δημιουργία και προοπτική.
Και πάνω απ’ όλα, έχουν ανάγκη να μην ξεχάσουμε αυτούς που μένουν πίσω και συνεχίζουν να παλεύουν.
Αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τον τόπο μας μόνο ως θερινό καταφύγιο, δεν θα μας τον πάρει κανείς.
Θα τον εγκαταλείψουμε μόνοι μας.
Και τότε δεν θα φταίει η μοίρα.
Θα φταίει η επιλογή μας.
Ας κάνουμε, λοιπόν, μια διαφορετική επιλογή.
Ας μην αγαπάμε τα χωριά μας μόνο όταν γεμίζουν.
Ας τα αγαπάμε κυρίως όταν αδειάζουν.
Γιατί τότε φαίνεται ποιος πραγματικά νοιάζεται.
.jpg)
Σχόλια