Αναμνήσεις από τα χρόνια που το αλώνισμα γινόταν γιορτή, τα χωριά ζωντάνευαν και τα παιδιά έτρεχαν ξυπόλυτα πίσω από τα άχυρα.
Υπήρχε κάποτε ένας ήχος που έκανε ολόκληρο το χωριό να αναστατώνεται. Ένας βαθύς, μεταλλικός βόμβος που ερχόταν από τον χωματόδρομο και έσμιγε με το αδιάκοπο τραγούδι των τζιτζικιών του Ιουλίου. Δεν χρειαζόταν να δει κανείς τη σκόνη που σηκωνόταν στον ορίζοντα. Όλοι ήξεραν.
«Ήρθε η ώρα για το αλώνισμα...»
Και μαζί της άρχιζε μια μικρή γιορτή του καλοκαιριού.
Οι θεμωνιές περίμεναν υπομονετικά στις άκρες του χωριού, χρυσαφένιες, δεμένες με τον ιδρώτα και τον κόπο μιας ολόκληρης χρονιάς. Οι νοικοκυραίοι είχαν το βλέμμα στραμμένο στη σειρά τους, γιατί από εκείνες τις μέρες εξαρτιόταν ο καρπός που θα γέμιζε την αποθήκη τους και το ψωμί της οικογένειας για όλον τον χρόνο. Κουβέντες, συνεννοήσεις, πειράγματα και αγωνία έδιναν ζωή στα αλώνια, που γίνονταν τόπος συνάντησης για μικρούς και μεγάλους.
Κι εμείς... εμείς τα παιδιά δεν μας ένοιαζε ούτε το σιτάρι ούτε η σοδειά. Περιμέναμε το μεγάλο σιδερένιο θηρίο.
Μόλις ακούγαμε τον χαρακτηριστικό του βόμβο, αφήναμε ό,τι κάναμε. Ξυπόλυτοι, με κοντά παντελονάκια και πρόσωπα καμένα από τον ήλιο, τρέχαμε στους χωματόδρομους σαν να μας καλούσε πανηγύρι. Θέλαμε να φτάσουμε πρώτοι, να σταθούμε όσο πιο κοντά γινόταν και να χαζεύουμε με τις ώρες το θαύμα που ξεδιπλωνόταν μπροστά στα μάτια μας.
Το τρακτέρ στεκόταν αγέρωχο και από δίπλα η μεγάλη αλωνιστική μηχανή, δεμένη μαζί του με εκείνο το τεράστιο λουρί που γύριζε ασταμάτητα, σφύριζε, έτρεμε και δούλευε σαν να είχε ψυχή.
Η δουλειά γινόταν με έναν απίστευτο συντονισμό. Δυο εργάτες ανέβαζαν τις δεματιές στο αναβατόριο. Ένας άλλος, πάνω στη μηχανή, τις έλυνε και τις έριχνε στη χοάνη. Από τη μία πλευρά έτρεχε ο χρυσός καρπός και γέμιζε τα τσουβάλια, ενώ από την άλλη τα άχυρα ξεχύνονταν από τον μακρύ σωλήνα, σχηματίζοντας τεράστιους σωρούς.
Εκεί πάνω ζήσαμε τις πιο ξέγνοιαστες στιγμές της παιδικής μας ηλικίας.
Σκαρφαλώναμε στους σωρούς, βουτούσαμε μέσα στα άχυρα, κυλιόμασταν, χανόμασταν και ξαναβρισκόμασταν μέσα σε σύννεφα σκόνης. Τα γέλια μας ακούγονταν πιο δυνατά κι από τη μηχανή. Τα ρούχα γέμιζαν άχυρα, τα χέρια και τα πόδια μας γρατζουνίζονταν, το δέρμα μας έτσουζε από τη φαγούρα, όμως ποιος έδινε σημασία; Η παιδική ηλικία δεν λογάριαζε ούτε σκόνη ούτε κόπο.
Μόνο τις φωνές των μανάδων ακούγαμε από μακριά.
«Μη σκορπάτε τα άχυρα! Θα τα χρειαστούν!»
Κι εμείς, τάχα πως υπακούαμε, περιμέναμε να μας χάσουν για λίγο από τα μάτια τους, για να ξαναβουτήξουμε στον δικό μας παράδεισο.
Όταν γέμιζαν τα τσουβάλια με τον χρυσό καρπό, η δουλειά δεν είχε ακόμη τελειώσει. Τα φόρτωναν στα κάρα ή στα τρακτέρ και τα πήγαιναν στην πλάστιγγα. Εκεί στεκόταν ο ζυγιστής, άνθρωπος της εμπιστοσύνης όλων. Ζύγιζε προσεκτικά κάθε τσουβάλι και σημείωνε το βάρος σε ένα χαρτί, γιατί από εκεί υπολογιζόταν η παραγωγή κάθε οικογένειας.
Οι συναλλαγές τότε είχαν άλλη αξία. Ο πατοζιέρης δεν πληρωνόταν με χρήματα, αλλά με τον ίδιο τον καρπό της γης. Η αμοιβή του ήταν συνήθως από οκτώ έως δέκα τοις εκατό της παραγωγής, ανάλογα με τη σοδειά. Και οι εργάτες πληρώνονταν σε είδος. Για κάθε οκτάωρο εργασίας έπαιρναν οκτώ οκάδες σιτάρι, μία οκά για κάθε ώρα μόχθου κάτω από τον καυτό ήλιο.
Ξεχωριστή θέση είχε ο μηχανικός της μηχανής. Ήταν ο άνθρωπος που έμενε μέρα και νύχτα δίπλα της, έτοιμος να διορθώσει οποιαδήποτε βλάβη. Από τη δική του γνώση εξαρτιόταν πολλές φορές αν θα συνεχιζόταν το αλώνισμα ή θα σταματούσε. Γι' αυτό και η αμοιβή του ήταν δύο τοις εκατό επί της παραγωγής.
Ύστερα ερχόταν το μπαλιαστικό. Κι αυτό δούλευε με λουρί συνδεδεμένο στο τρακτέρ. Μάζευε τα άχυρα και τα έδενε σε μεγάλες μπάλες, ολοκληρώνοντας τη δουλειά.
Οι μπάλες μεταφέρονταν στους αχυρώνες των σπιτιών. Σχεδόν κάθε οικογένεια είχε τον δικό της. Κι όσο μεγαλύτερος ήταν ο αχυρώνας, τόσο περισσότερο έδειχνε πως το σπίτι ήταν νοικοκυρεμένο, με ζώα, παραγωγή και προκοπή. Οι γεμάτοι αχυρώνες ήταν το καμάρι κάθε οικογένειας και η εγγύηση πως τα ζώα θα είχαν τροφή όλον τον χειμώνα.
Κάθε χωριό είχε τα δικά του αλώνια. Όταν τελείωνε η δουλειά στο ένα, ο πατοζιέρης, οι εργάτες, ο μηχανικός και όλο το συνεργείο μάζευαν τα εργαλεία τους και έπαιρναν τον δρόμο για το επόμενο χωριό. Έτσι, όλο το καλοκαίρι, ο γνώριμος βόμβος της μηχανής ταξίδευε από τόπο σε τόπο, κουβαλώντας ελπίδα, μόχθο και το ψωμί της χρονιάς.
Σήμερα όλα αυτά μοιάζουν μακρινά. Οι θεμωνιές χάθηκαν, τα λουριά σταμάτησαν να γυρίζουν, οι αχυρώνες άδειασαν και σε πολλά χωριά τα χωράφια δεν σπέρνονται πια. Η τεχνολογία προχώρησε και άλλαξε τον τρόπο της δουλειάς, όμως δεν μπόρεσε να αντικαταστήσει εκείνη τη ζεστασιά που ένωνε τους ανθρώπους.
Κάποιες φορές αρκεί μια μυρωδιά από ξερό άχυρο, ένας ζεστός αέρας του Ιουλίου ή ο μακρινός ήχος ενός τρακτέρ για να γυρίσει ο νους πίσω. Εκεί όπου ένα αλώνι ήταν τόπος συνάντησης, συνεργασίας και χαράς. Εκεί όπου τα παιδιά μάθαιναν την ευτυχία χωρίς παιχνίδια, χωρίς οθόνες, μόνο με μια στοίβα άχυρα, μια χούφτα φίλους και ένα ολόκληρο καλοκαίρι μπροστά τους.
Ο καρπός εκείνων των χρόνων καταναλώθηκε, τα άχυρα σκορπίστηκαν, οι μηχανές σώπασαν. Μα οι αναμνήσεις έμειναν. Και κάθε Ιούλη, σαν τα στάχυα που λικνίζονται στον άνεμο, ξαναζωντανεύουν μέσα στην καρδιά όσων πρόλαβαν να ζήσουν εκείνα τα όμορφα χρόνια, όταν ο Ιούλιος είχε πραγματικά ψυχή.
.jpg)


Σχόλια