Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ «ΖΑΛΟΓΓΟ» ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ - ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΑΚΙ- 5 ΜΑΙΟΥ 1826

Πρώτη επιδρομή του Ιμπραήμ στα Καλάβρυτα 4-8 Μάϊου 1826 Εκατοντάδες άμαχοι, γυναικόπαιδα, έπεσαν στους γκρεμούς κάτω από τα Ύδατα Στυγός ή αιχμαλωτίστηκαν από τον Ιμπραήμ Κα…

Εικόνα
  • Πρώτη επιδρομή του Ιμπραήμ στα Καλάβρυτα 4-8 Μάϊου 1826
  • Εκατοντάδες άμαχοι, γυναικόπαιδα, έπεσαν στους γκρεμούς κάτω από τα Ύδατα Στυγός ή αιχμαλωτίστηκαν από τον Ιμπραήμ
  • Κατέστρεψε: Καλάβρυτα- Αγία Λαύρα- Κερπινή-Ζαχλωρού- Βραχνί- Σούβαρδο- Περιστέρα-Σόλο- Μεσορρούγι-Αγία Βαρβάρα- Ζαρούχλα και ότι έβρισκε μπροστά του μέχρι την Τριπολιτσά.
  • Δεν μπόρεσε να εκπορθήση το Μέγα Σπήλαιο με τα χιλιάδες γυναικόπαιδα και αμάχους που είχαν καταφύγει εκεί
  • Πως άντεξε το Μέγα Σπήλαιο στην πρώτη επιδρομή του Ιμπραήμ


γράφει ο Φίλιππος Σαρδελιάνος
Ιστορικός ερευνητής     



Το Ιστορικό
Ενάμιση χρόνο μετά την απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο (24 Φεβρ. 1825) μια από τις περιοχές που δεν είχε ακόμα επιχειρήσει να εισβάλει ήταν τα Καλάβρυτα. Επιστρέφοντας όμως μετά την πτώση του Μεσολογγίου (10 Απρ. 1826) δριμύτερος στην Πάτρα σαν πρώτο στόχο του έβαλε το ισοπέδωμα των Καλαβρύτων και των γύρω απροσκύνητων χωριών, με 10000 στρατό, 9000 πεζούς και 600 Ιππείς.
Πληροφορίες και καθοδήγηση σ΄ αυτή την επιχείρηση πήρε από κάποιους Τούρκους «Καλαβρυτινούς» οι οποίοι πρόλαβαν και έφυγαν από την πόλη λίγο πριν την πολιορκία της από τους επαναστάτες (21.3.1821) και είχαν, μέσω Αιγίου με καράβι, καταφύγει στην Πάτρα.
Στα Καλάβρυτα ο Ιμπραήμ έφτασε «ατουφέκιστος», μόνο ο Γ. Λεχουρίτης τον παρενόχλησε ελαφρά στα Νεζερά. Αφού έκαψε Λαπαναγούς, Λαπατοχώρια και συνέλαβε αιχμαλώτους, όσους βρήκε μπροστά του, στις 3 Μαΐου 1826, το μεσημέρι, έστησε το στρατόπεδό του στη Σάλμενα (Βυσωκάς) απέναντι από την Αγία Λαύρα εκεί που και σήμερα, είναι το Μετόχι του Μεγάλου Σπηλαίου. Μαύρισε ο Ξερόκαμπος από αραπιά.
Την επόμενη μέρα, 4 Μαΐου και αφού οι Μοναχοί που ταλαντεύτηκαν αρνήθηκαν να προσκυνήσουν , έκαψε το Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας εκδικούμενος τον ξεσηκωμό της επανάστασης από εκεί. Την ίδια ημέρα έκαψε και τα έρημα Καλάβρυτα. Ο πληθυσμός της περιοχής είχε καταφύγει ή στους γκρεμούς γύρω από το Μέγα Σπήλαιο ή στις ανατολικές κορυφογραμμές του Χελμού. Πέντε έως οχτώ χιλιάδες άμαχοι, γυναικόπαιδα, πλημμύρα κατατρεγμένων ανθρώπων, όπως τον πληροφόρησαν οι πράκτορές του είχαν κατακλύσει τις σπηλιές, τους βράχους, τους γκρεμούς του Χελμού. Εκεί στα πυκνά ελατοδάση και τις απάτητες πλαγιές είχαν βρει καταφύγιο, νόμιζαν ότι ήταν ασφαλισμένοι, Κλουκιναίοι, Βραχνιώτες, Σουβαρδίτες, Καλαβρυτινοί. Πήχτρα άνθρωποι και τα ζωντανά κοπάδια. Τα μικρά παιδιά ήσαν δεμένα αριστερά και δεξιά στα άλογα και τα μουλάρια, αρμαθιές σαν κοτόπουλα, ξεφωνίζοντας και κλαίγοντας. Άνθρωπο-πορεύματα, μεγάλου πανικού.
Τους αμάχους υπερασπίζονταν ο Νικόλας Σολιώτης (Χριστοδούλου) ο Γκολφίνος Πετιμεζάς και Παν. Καλογραίας με περίπου τρείς εκατοντάδες ενόπλους. Ο όγκος της στρατιάς του Ιμπραήμ επιτέθηκε με μανία εναντίον των ελάχιστων Ελλήνων που δεν αντέξαν απροετοίμαστοι σε προμαχώνες, που μόλις άρχισαν να κατασκευάζουν στο Καστράκι και υποχώρησαν. Και τότε οι ΤουρκοΑιγύπτιοι έπεσαν σαν λύκοι στα γυναικόπαιδα, που τράπηκαν προς τα υψηλότερα άβατα του Χελμού. Εκατοντάδες καταβαραθρώθηκαν στους γκρεμούς και τα φαράγγια με τα παιδιά στην αγκαλιά προτιμώντας το θάνατο από την ατίμωση της σκλαβιάς. Εκατοντάδες φονεύθηκαν, πάνω από τριακόσιοι αιχμαλωτίστηκαν. Ήταν 5 Μαΐου 1826.
Σώθηκαν όμως από σίγουρη καταστροφή 4000 χιλιάδες γυναικόπαιδα όταν έκανε την εμφάνισή του ο Νικόλας Πετιμεζάς από το Μέγα Σπήλαιο «Ηκούσθη εις μέρος λεγόμενον Ξηρόκαμπον άνωθεν του Μ. Σπηλαίου πολύς τουφεκοβολισμός, όπου ο Νικόλαος Πετιμεζάς είχε φθάσει με 150 στρατιώτες και επυροβόλει εις σημείον ότι έρχεται βοήθεια και ο Ιμπραήμ απεσύρθη». (Ν. Σπηλιάδης- απομνημονεύματα- τομ. Γ σελ.15) Αποσύρθηκε όχι χωρίς απώλειες. Έχασε πάνω από 150 στρατιώτες και επέστρεψε στα Καλάβρυτα.
Την επόμενη ημέρα 6 Μάϊου έκανε την πρώτη, αποτυχημένη προσπάθεια να εκπορθήση το Μέγα Σπήλαιο, ταυτόχρονα έκαψε την Κερπινή και τους Ρωγούς. Στις 8 Μαΐου αναχώρησε για την Τριπολιτσά λεηλατών και καταστρέφων ότι έβρισκε μπροστά του στις κοιλάδες Μαζείκων και Δάρα.
Όλοι σχεδόν οι αγωνιστές του 1821 και οι ιστορικοί έχουν γράψει με τα μελανώτερα γράμματα γι΄ αυτή την πρώτη επιδρομή του Ιμπραήμ στα Καλάβρυτα. Από τα βιβλία του Ιστορικού αρχείου μας επιλέξαμε και δημοσιεύουμε μερικές από αυτές τις μαρτυρίες:

Φωτάκου-Απομνημονεύματα- Τόμος Β΄- Κεφαλ. Θ΄-σελ. 304-306.
Επάνοδος Ιμβραήμ εκ Μεσολογγίου εις Πάτρας- Εκστρατεία αυτού κατά των Καλαβρύτων- Μάχη εις Καστράκι

Αφού έπεσε το Μεσολόγγι (10-4-1826) ο Ιμβραήμ πάλιν επέρασε με τα στρατεύματά του εις τας Πάτρας. Εκείθεν δε ένα μέρος πεζών εκ χιλίων πεντακοσίων και πεντακοσίων ιππέων απέστειλε δια της Γαστούνης εις τα Μεσσηνιακά φρούρια, αυτό δε με το επίλοιπον μέρος του στρατεύματος, συγκείμενον εκ χιλιάδων εννέα εξεστράτευσε από τας Πάτρας εις την Τριπολιτσάν. Και έως να φθάση εις τα Καλάβρυτα καθ΄ οδόν πουθενά δεν απάντησε ντουφέκι, ούτε καμμίαν χωσιάν του έκαμαν οι Έλληνες. Μάλιστα δε τότε είχε διαδοθεί η φήμη, ότι σαράντα χιλιάδες Τούρκοι αρχηγόν έχοντες τον Κιουταχήν επέρασαν εις την Πελοπόννησον και δια τούτο αι επαρχίαι η μία μετά την άλλην έφευγαν. Μόνοι δε εκείνοι έμειναν όσοι είχαν μέρη οχυρά και απρόσιτα, άντρα και σπήλαια.
Ο δε Ιμβραήμ πρωτού αναχωρήσει από τα Καλάβρυτα εις Τριπολιτσάν, εξεστράτευσε κατά τις Κλουκίναις και ανέβη εις το όρος Χελμόν όπου κατά την πλευράν αυτού, η οποία βλέπει εις την ανατολήν του ηλίου και είναι βραχώδης, απότομος και απρόσιτος, υπάρχει το λεγόμενον ύδωρ της Στυγός, εις το οποίο οι θεοί των παλαιών Ελλήνων ωρκίζοντο τον μεγαλύτερον όρκον, καθώς λέγει η μυθολογία.
«Εκεί επάνω εις τον Χελμόν ο Ιμβραήμ πήρε τας οικογενείας των κατοίκων της Κλουκίνας και άλλας ακόμη από τα πλησιόχωρα μέρη. Κατά δε την θέσιν την καλουμένη Καστράκι, οι καπεταναίοι της Κλουκίνας Σ. Θεοχαρόπουλος, Νικόλαος Σολιώτης και λοιποί αποφάσισαν να πολεμήσουν τον Ιμβραήμ και την προηγουμένην ημέραν συνάχθησαν όλοι εις το χωρίον Σόλον, εσκέφθησαν και αποφάσισαν να οχυρώσουν το Καστράκι, τας δε οικογενείας των να στείλουν εις τον λόγκον και εις το βουνόν Λυκοβούνι λεγόμενον. Εν τούτοις όμως και εις το Καστράκι επήγαν ένα μέρος γυναικών και παιδιών έως δύο χιλιάδες και η οικογένεια του Σολιώτη και των Πετιμεζαίων. Εκεί δε επήγαν προσέτι και ο ίδιος ο Ν. Σολιώτης, ο αδερφός του ο επονομαζόμενος Κουφός, όστις αληθώς ήτο τοιούτος ο Γκολφίνος Πετιμεζάς, ο οποίος τότε δυστυχώς έπασχεν από βαρύ πονοκέφαλον αλλά και ασθενών επολέμησε μετά των άλλων τους Τούρκους. Ο δε Θεοχαρόπουλος δεν επρόφθασε να έμβη εις το Καστράκι, καθώς προηγουμένως απεφασίσθη.
Ελθόντες δε οι Τούρκοι έπεσαν επάνω εις τους Έλληνας εις το Καστράκι με μεγάλην ορμήν, την οποίαν δεν εδυνήθησαν να αναχαιτίσουν οι περί τον Σολιώτην και τον Γκολφίνο Πετιμεζάν, αν και γενναίως επολέμησαν αλλ΄ έφυγαν καταδιωκόμενοι από τους Τούρκους, εφονεύθησαν δε υπό τούτων, εγκρεμίσθησαν και αιχμαλωτίσθησαν εως εκατόν, οι δε λοιποί, αναβάντες εις τα παρακείμενα κρημνώδη και άβατα μέρη εσώθησαν.
Εις δε το Καστράκι η Αράπισσα του Αναγνώστη Πετιμεζά, φεύγουσα και αυτή τους τούρκους μαζί με τους Έλληνες και έχουσα και την θυγατέρα του Αναγνώστη και τον υιόν του Γεώργιον, ήδη εφέτην Ναυπλίου, μικρόν την ηλικίαν, έσωσε και τα δύο παιδιά του κυρίου της και πολλούς άλλους ακόμη κατά τον εξής τρόπον. Δύο Άραβες εκ του στρατού του Ιμβραήμ την έφθασαν φεύγουσαν και άρχισαν να ομιλούν την γλώσσαν της και να την παρακαλούν να σταθή, αλλ΄ αυτή δεν τους εδέχθη, αλλ΄ εκεί εις έναν στενόν δρόμον και κρημνώδη τους έσπρωξε κάτω και ο ένας επήρε τον άλλον, και τοιουτοτρόπως αμφότεροι εγκρεμίσθησαν κατά των πετρών και απέθανον.
Μετά δε ταύτα ο Ιμβραήμ κατέβη από τον Χελμόν εις τις Κατσάναις των Καλαβρύτων και εκείθεν επήγεν εις την Τριπολιτσάν και αφού έφθασε εκεί, αμέσως εβγήκε και ετράβηξεν εις τα Μεσσηνιακά Φρούρια».
Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως- υπό Φωτίου Χρυσανθακόπουλου ή Φωτάκου- πρώτου υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη.
Εκδοθέντα δε υπό Σταύρου Ανδροπούλου Αρεοπαγίτου
(Ιστορικό αρχείο Φίλιππου Σαδρελιάνου)

Χάρτης με τις περιοχές που ο Ιμπραήμ κατέστρεψε στην πρώτη επιδρομή του στα Καλάβρυτα από 4-8 Μαϊου 1826. Καλάβρυτα - Αγία Λαύρα - Κερπινή - Βραχνί - Σούβαρδο - Ρωγοί - Ζαχλωρού - Περιστέ- ρα - Αγ. Βαρβάρα - Σόλο - Μεσορούγι. Απόρθητο έμεινε μόνο το Μέγα Σπήλαιο με τις χιλιάδες αμάχους που είχαν καταφύγει εκεί. Ναός Αγίου Γεωργίου - Σόλο 1806. (φωτογραφία Φίλιππου Σαρδελιάνου Μάιος 2015)


Κανέλλου Δεληγιάννη- Απομνημονεύματα – Τόμος Γ΄- κεφ ΙΖ΄- σελ 116-117
Απόβασις του Ιμπραήμ εις τας Πάτρας- Επίθεσις κατά των εις τον Χελμόν καταφυγόντων γυναικοπαίδων και επάνοδος εις Τριπολιτσάν

« Ο Ιμπραήμ πασιάς μετά την πτώσιν του Μισολογγίου υπέστρεψεν εις τας Πάτρας και αφήσας εκεί τον Δεληαχμέτ πασιάν διευθύνθη προς το μέρος των Καλαβρύτων εις το τμήμα της Κλουτσίνας διότι επληροφορήθη εις Πάτρας από αιχμαλώτους και από Τούρκους, ότι εις το υψηλόν όρος του Χιαλμού ήταν συναγμέναι πλήθος οικογενειών από διαφόρους επαρχίας να ασφαλισθώσιν ως οχυρού μέρος και πρόεθετε σκοπόν να τας αιχμαλωτίσει, να επιφέρει την φρίκην εις τους Πελοποννησίους.
Ήτο τω όντι ως τρείς χιλιάδες ψυχαί γυναικοπαίδων και αδυνάτων γερόντων είχον δε φρουρούς τον Πετιμεζάν και τον Σολιώτην με επέκεινα των τριακοσίων ωπλισμένων, αλλ΄ ουδέποτε εφαντάζοντο ότι οι εχθροί ηδύναντο να διέλθωσι εις εκείνους τους κρημνώδεις και δυσβάτους τόπους και δια τούτο εστέκοντο εις την μέσην του όρους εκείνου, όπου ήταν θέσεις οπωσούν ομαλώτεροι.
Αλλά κατά τας αρχάς Μαΐου εναντίον των προσδοκιών των επαρουσιάσθην αίφνης η εμπροσθοφυλακή του εχθρού. Την αντέκρουσαν γενναίως και την ωπισθοδρόμησαν και ώρμησαν άπαντες να προφθάσουν εις την κορυφήν του όρους, όπου έκειτο εν παλαιόν οχύρωμα ερειπωμένον Καστράκι λεγόμενον, να διασωθώσι. Αλλά μετ΄ ολίγην ώραν έφθασε όλον το σώμα του Σατράπου και τους κατεδίωκεν. Αυτοί δε πολεμούντες και πολεμούμενοι από τόσον πλήθος εχθρών έφθασαν εις κρημνώδες μέρος, όπου ήταν χάσματα χιονοσκέπαστα και ερρίφθησαν εκεί, άνδρες γυναίκες και παιδιά, με απόφασιν να καταστραφώσιν αλλά να μην αιχμαλωτισθούν.
Ώστε εφονεύθησαν υπερ τους τριακοσίους εις τους κρημνούς και εις τους βράχους εκείνους, οι δε λοιποί διεσώθησαν. Επρόφθασεν ο Σατράπης, τα αδύνατα γυναικόπαιδα, τα οποία δεν ηδύναντο να φύγουν και ηχμαλώτισεν υπερ τα τετρακόσια εξ αυτών. Εφονεύθηκαν 18 στρατιώται και 16 επληγώθηκαν, εφονεύθηκαν δε και από τους εχθρούς υπερ τους 200 και ούτως υπέστρεψεν εις τα Καλάβρυτα όχι τόσον ευχάριστος.
Την επαύριον (6 Μαϊου 1826) υπήγεν με τριακοσίους ιππείς εις την Ζαχλωρού και κατασκόπευσε την μονήν του Μεγάλου Σπηλαίου, αν είναι ευάλωτος, αλλ΄ ιδών αυτήν δυσάλωτον αναχώρησε δια την Τριπολιτσάν καταστρέφων παν το προστυχόν κατά την οδοιπορίαν του δια πυρός και σιδήρου και συνάξας τροφάς τινάς καθ΄ οδόν έφθασεν εις την Τριπολιτσάν κατά τας 12 του Μαΐου (1826).
Απομνημονεύματα Κανέλλου Δεληγιάννη (Εν Αθήναις την 28 Μαΐου 1858)
Επιμελητής της εκδόσεως- Εμμανουήλ Γ. Πρωτοψάλτης
Διευθυντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους

Σημειώσεις Γ. Τσουκαλά
(Ιστορικό αρχείο Φίλιππου Σαρδελιάνου)
Λίγους μήνες μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου πέρασε από την Ελλάδα ο Άγγλος Ιεραπόστολος John Hartley. Γυρνούσε στην πατρίδα του ύστερα από ένα πολύμηνο ταξίδι στην Οθωμανική Ανατολή. Ο Hartley, εκχριστιανισμένος Εβραίος, ήταν απεσταλμένος της Βιβλικής Εταιρείας στην Ανατολή για προτεσταντική προπαγάνδα και προσηλυτισμό Ορθοδόξων.
Από τη Ζάτουνα πέρασε στο Λειβάρτζι. Έκανε κήρυγμα στις εκκλησίες. Είναι ελληνομαθής και πεπαιδευμένος και έρχεται σε άμεση επαφή με τον πληθυσμό «τους νουθέτησα να μην εναποθέτουν τις ελπίδες τους σε κανένα όνομα παρά μόνον στο όνομα του Χριστού». Στόχος του προτεστάντη Ιερέα η Παναγία, που λατρεύεται από τους Ορθοδόξους. Το Λειβάρτζι, που είχε 150 σπίτια, δεν έπαθε τίποτα από τον Ιμπραήμ, γράφει ο ΄Αγγλος ιεραπόστολος γιατί προσκύνησε. Υπέφεραν όμως οι κάτοικοι πολλά δεινά από τους συμπατριώτες τους. « Ήρθαν ο Σισίνης και ο Γενναίος (Κολοκοτρώνης) και όπως ισχυρίζονται, οι χωριάτες, τους αφάνισαν». Υπήρχε στο χωριό σχολείο με 40 μαθητές. «Μοίρασα φυλλάδια» γράφει ο Hartley.
Στις 19 Απριλίου (1828) πέρασε από τα Καλάβρυτα- ολότελα ερειπωμένη η πόλη- και έφτασε στο Μέγα Σπήλαιο, όπου υπήρχαν 150 μοναχοί και 5000 σχεδόν πρόσφυγες (οι κάτοικοι των γύρω ισοπεδωμένων χωριών- Βραχνί-Σούβαρδο- Ρωγοί- Κερπινή-Καλάβρυτα, είχαν συγκεντρωθεί στα γύρω από το Μοναστήρι κτίσματα και προσπαθούσαν να επιβιώσουν προσωρινά). Νέο κήρυγμα στο ναό του μοναστηριού μπροστά σε μεγάλο πλήθος. Στη συνομιλία του με τους μοναχούς επεσήμανε τα κυριότερα λάθη των Ελλήνων (εννοεί δογματικά λάθη των Ορθοδόξων).
Ανέβηκε στο Χελμό και έφθασε στις Κλουκίνες. «Στη γειτονική κορυφή του Χελμού οι ΄Ελληνες έπαθαν μια από τις μεγαλύτερες καταστροφές από τον Ιμπραήμ. Σ΄ αυτή την κορυφή είχε καταφύγει μέγα πλήθος υποθέτοντας πως δεν θα πατηθεί από τους Άραβες. Αλλά ούτε τα χιόνια ούτε οι γκρεμοί τους εμπόδισαν να χυμήξουν σαν λύκοι πάνω στη λεία τους. Εκατοντάδες ταλαίπωροι Έλληνες γρεμίσθηκαν από τα βράχια και εκατοντάδες αιχμαλωτίσθηκαν»
Κυριάκου Σιμόπουλου- Πως είδαν οι Ξένοι την Ελλάδα του 21- Τόμος 5ος-σελ 399-405- Εκδ. Στάχυ.
(Ιστορικό Αρχείο Φίλιππου Σαρδελιάνου)

Σπυρίδωνος Τρικούπης- Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης- Τόμος Δ΄ σελ. 383 κεφ. 61ο- Επιστροφή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και παθήματα των κατοίκων της Επαρχίας Καλαβρύτων.
Όταν έφτασε ο Ιμπραήμ στην Πάτρα (μετά την κατάληψη του Μεσολογγίου) διέταξε τον Ντελή Αχμέτ, που περιφερόταν στην επαρχία της Γαστούνης να επιστρέψει στην πόλη. Ο ίδιος πήρε τη φρουρά της Πάτρας, έφτασε χωρίς αντίσταση στα Καλάβρυτα όπου δε βρήκε ψυχή, έκαψε την πόλη και ξεκίνησε για τα Κλουκινοχώρια.
Όταν έγινε η εισβολή του Ιμπραήμ στα Καλάβρυτα περίπου 5.000 άτομα κατέφυγαν για ασφάλεια στο Χελμό, πάνω από αυτά τα χωριά. Για την υπεράσπισή τους έφτασαν εκεί τετρακόσιοι οπλοφόροι υπό τον Σολιώτη και τον Πετμεζά οι οποίοι οχυρώθηκαν στις πλαγιές του Βουνού. Στις 5 Μαΐου τους χτύπησαν μερικοί Αιγύπτιοι, μια ώρα μετά την ανατολή του ηλίου, αλλά βρήκαν γενναία αντίσταση και οπισθοχώρησαν. ΄Επειτα όμως εφόρμησαν περισσότεροι, ανάγκασαν τους ΄Ελληνες να ανέβουν στο Καστράκι και να δώσουν εκεί σκληρό αγώνα. Οι εχθροί υπερίσχυσαν και επιδόθηκαν στη σφαγή και την αιχμαλωσία. Η καταστροφή των οικογενειών που έφευγαν και καταδιώκονταν στις απόκρημνες και χιονισμένες περιοχές του βουνού υπήρξε πολύ μεγάλη. Λέγεται ότι σκοτώθηκαν πεντακόσια άτομα που έπεσαν στους γκρεμούς ή καταπλακώθηκαν από τα χιόνια. Ο Ιμπραήμ αιχμαλώτισε πάνω από χίλιους χριστιανούς, ξαναγύρισε στα Καλάβρυτα.
Άφησε εκεί το στράτευμα του και πήρε μαζί του μόνο εκατό καβαλάρηδες. Ύστερα ανέβηκε στο λόφο των Ρωγών, πήγε στα αλώνια της Ζαχλωρούς, παρατήρησε το Μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου που βρισκόταν σε σχεδόν απόρθητη τοποθεσία και διέθετε την προστασία ισχυρής φρουράς, ξαναγύρισε την ίδια μέρα στα Καλάβρυτα και την επομένη ξεκίνησε για την Τριπολιτσά, όπου έφτασε στις 10 Μαΐου με χίλια φορτώματα τροφίμων για την πεινασμένη φρουρά της.
Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης-Σπυρίδωνα Τρικούπη
Έκδοση Νέα Σύνορα- Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ-Αθήνα 1994
(Ιστορικό Αρχείο Φίλιππου Σαρδελιάνου)

Διονυσίου Α. Κόκκινου- Η Ελληνική Επανάστασις- Τόμος Ε΄-

Ο Ιμβραήμ εστράφη κατά πρώτον προς τα ορεινότερα κατά τας κρημνώδεις υπώρειας του Χελμού. Κλουκινοχώρια. Είχε πληροφορηθεί ότι προς τα εκεί ευρίσκοντο χιλιάδες γυναικόπαιδα που είχαν φύγει δια να σωθούν και ήθελε να τους αιχμαλωτίσει, βαίνων επί του αρχικού του σχεδίου της εξοντωτικής εξαντλήσεως του πληθυσμού. Η θέσις ήτο δυσπρόσιτος. Είναι η τοποθεσία όπου ακριβώς, διότι πολύ δύσκολα την διαβαίνει ο οδοιπορών, είχαν καθορίσει οι αρχαίοι ΄Έλληνες την εκεί υπάρχουσαν πηγήν με τα άφθονα νερά προβάλλοντα από του στομίου σπηλαίου και καταλυόμενα εις καταρράκτην επί πελωρίου βράχου και αιθεριοποιούμενα εκ της πτώσεως και απολήγοντας εις δίκτυον μικρών ρυακίων, εξαφανιζόμενον επί των αποτόμων κατωφερειών, ως το απόκρυφον νάμα του μυστηριακού των κόσμου την Ιεράν Στύγα.
Την θέσιν αυτήν ενείχαν οχυρώσει οι εντόπιοι, διότι εφαντάζοντο ότι ο εχθρός δεν θα επροχωρούσεν έως εκεί, αλλά όταν επληροφορήθησαν ότι οι Αιγύπτιοι εβάδιζαν προς τα μέρη των συνήλθαν εις το χωριό Σόλο και απεφάσισαν να αντιτάξουν άμυναν εις το Καστράκι, όπου είχαν συγκεντρωθεί πολλαί οικογένειαι από τους καταπατουμένους τόπους. Ο Ν. Σολιώτης και ο Α. Καλογριάς κατέλαβαν θέσεις επάνω και κάτω από το Καστράκι, χωρίς και να προφθάσουν να τας οχυρώσουν.
Οι Έλληνες προασπισταί ήσαν ολίγοι και όταν μετ΄ ολίγον κατέφθασαν οι Αυγύπτιοι, οι οποίοι ήσαν πολλοί, αντέταξαν αντίστασιν πυροβολούντες εναντίον των επί ικανήν ώραν, αλλά φοβηθέντες μήπως υποστούν επίθεσιν εκ των νώτων και επειδή συνανεμίχθησαν με αυτούς και άτακτοι πανικόβλητοι προερχόμενοι από μέρη εκ των οποίων διέβαινεν ο εχθρός, έφυγαν και αυτοί αφού έχασαν τριακοσίους άνδρας.
Οι Αυγύπτιοι, μετά των οποίων ήσαν και Τουρκαλβανοί εκ Πατρών, έφθασαν εις το Καστράκι, ενώ τα άμαχα πλήθη έφευγαν εκείθεν αλλόφρονα προς τας ανωφερείας. Επακολούθησε δίωξις δραματική των φευγόντων με κραυγάς και θρήνους των γυναικών. Μητέρες επροσπαθούσαν να περισώσουν τα παιδιά των, άλλαι τα έχαναν ή τα άφηναν, διότι δεν ημπορούσαν να τα σηκώσουν κατά την αναρρίχησιν εις τους ορθίους σχεδόν βράχους, άλλοι ολισθαίνοντες επί των παγωμένων χιόνων παρέσυραν και άλλους από τους οποίους επροσπαθούσαν να κρατηθούν ενώ εκρημνίζοντο εις βάραθρα. Και μαζί με αυτούς ανετρέποντο και Αιγύπτιοι στρατιώται. Άλλοι δια να τους δοθεί καιρός να απομακρυνθούν από τους διώκτας των κατεκύλιαν ογκώδεις λίθους προς τας κατωφερείας, που εκτυπούσαν και παρέσυραν τους ανερχόμενους Αιγυπτίους. Πολλοί διώκται και διωκόμενοι ήρχοντο εις χείρας και κατά την πάλην κατεκρημνίζοντο μαζί.
Εις χίλιους υπολογίσθηκαν οι νεκροί των Ελλήνων κατά την δίωξιν εκείνην προ τους κρημνούς του Χελμού και διακόσια άτομα συνελήφθησαν και ήχθησαν εις την αιχμαλωσίαν.
Ο Ιμβραήμ επανήλθεν εις τα Καλάβρυτα και με απόφαση να προσβάλη το απέχον δύο ώρας εκείθεν Μέγα Σπήλαιον απέστειλε κατά την νύχταν της 5ης προς 6ης Μάϊου εξακοσίους ιππείς δια να καταλάβουν το Μετόχι και την Πανηγυρίστραν εις απόστασιν τετάρτου ώρας εκ της μεγάλης μονής. Ο Ιμβραήμ εσκόπευεν να καταλάβει την Μονόπετραν και αν οι μοναχοί ηρνούντο να του παραδώσουν το Μέγα Σπήλαιον, όπου είχαν προσφύγει πολλά γυναικόπαδα και εφημολογείτο ότι απέκειντο θησαυροί εκ των απ΄ αιώνων αφιερωμάτων, να το κατακαύση.
Την μονήν του Μεγάλου Σπηλαίου εφρουρούσεν εκ των άνωθεν ο Ν. Πετμεζάς με εκατόν πενήντα στρατιώτας οι οποίοι κατά διαταγήν του αρχηγού των, όταν επλησίασαν οι Αυγύπτιοι ιππείς, επυροβολούσαν από τον Ξερόκαμπον ακαταπαύστως δια να δοθεί η εντύπωσις ότι κατέφθανεν ελληνική βοήθεια. Οι ιππείς επέστρεψαν τότε άπρακτοι και ο Ιμβραήμ, αφού επέρασε προς τα Αλώνια της Ζαχλωρούς και κατώπτευσε την μονήν, επανήλθεν εις τα Καλάβρυτα εντός της ημέρας εγκαταλείψας το σχέδιον της επιθέσεως κατά του Μεγάλου Σπηλαίου, διότι επείγετο να απέλθει εκ της επαρχίας αυτής. Έκαυσε τότε πεντακόσια περίπου σπίτια των χωρίων Σόλο, Περιστέρα και Ζαρούχλα. Έπειτα οι Αιγύπτιοι εξήλθαν, διήπρασαν όσα ζώα ευρήκαν εις τα περίχωρα και ηχμαλώτισαν όσους κατοίκους συνήντησαν.
Κατά την 8ην Μαϊου ο Ιμβραήμ αναχώρησεν από τα Καλάβρυτα επί κεφαλής του στρατού του, αφού έκαυσεν ότι είχεν απομείνει εις την πόλιν την μονήν της Αγίας Λαύρας, το μετόχι του Μεγάλου Σπηλαίου (στη Βυσωκά) και την Κερπινήν, και έφθασεν εις την Τριπολιτσάν με φάλαγγας υπερχιλίων αιχμαλώτων και φέρων χίλια φορτώματα λαφύρων και κυρίως τροφών, των οποίων είχεν άμεσον ανάγκην η λιμώττουσα τότε φρουρά της πόλεως.
Η Ελληνική Επανάστασις- Διονυσίου Α. Κόκκινου- τόμος Ε΄
Δευτέρα Έκδοσις- Αθήναι -1940 (Ιστορικό Αρχείο Φίλιππου Σαρδελιάνου)


Αμβρόσιος Φρατζής- Ιστορία της Αναγεννηθείσης Ελλάδος
Τόμος Β΄- Κεφάλαιον Δέκατον πρώτον-σελ. 219-220
Εκστρατεία του Ιμπραχήμ κατά της επαρχίας των Καλαβρύτων
Προσβολή αυτού κατά της Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου

Ο δε Ιμπραχήμ Πασσάς μετά την κατάκτησιν του Μεσολογγίου απεβιβάσθη μ΄ όλον τον υπ΄ αυτόν στρατόν εις τας Π. Πάτρας, κακείθεν εξεστράτευσε κατά των Καλαβρύτων (Κυναίθης) παν στρατιά, λεηλατών, πυρπολών, αφανίζων, λαφυραγωγών και αιχμαλωτεύων οδηγηθείς δε από τους μετ΄ αυτού Πελοποννησίους Οθωμανούς εισέβη εις Κλουτζουνοχώρια κείμενα εις τους πρόποδας του Κυλληνίου όρους ο δε Ν. Χ. Σολιώτης συνεννοηθείς και μετά πολλών άλλων, οίτινες υποπτεύσαντες όλοι ομού την εις τας Κλουτζούνας εισβολήν του εχθρού, ενέκριναν ώστε να οχυρωθεί όλος ο λαός των κωμών εκείνων εις την θέσιν Καστράκι, κειμένην εις τους πλέον πλησιέστερους πρόποδας του Κυλληνίου όρους ούσαν όλως δι΄ όλου οχυράν και ακαταμάχητον αλλ΄ επειδή, ως φαίνεται, δεν είχουν προλάβει δια να κατασκευάσωσι τους απαιτουμένους προμαχώνας εις τας αναγκαίας θέσεις, ο Ιμπραχήμης πληροφορηθείς από κατασκόπους το δια το Καστράκι τούτο κίνημα των Ελλήνων τη ετοιμάσθεις όσον τάχιστα, εξεστράτευσε δια νυχτός κατά των Κλουτζουνοχωρίων διαιρέσας τα στρατεύματά του εις δύο σώματα, το μεν από την κορυφήν του Κυλληνίου όρους το δε από τον Ξηρόκαμπον δια της δυσβάτου οδού Σκυλογρέμι καλουμένη και της κακής σκάλας, προ δε της ανατολής του ηλίου την 4ην Μαΐου εισέβαλεν εις τα Κλουτζίνας και έπεσε με ορμήν εις το Καστράκι όπου ήτο οχυρωμένον το πλήθος ανδρών, γυναικών και παίδων, υπερ τας 5000 ψυχάς τους οποίους ευρόντες ανετοίμους, ως είρηται και μη έχοντας οχυρούς και δυνατούς προς αντίστασιν προμαχώνας, άμα ότε έφθασαν οι εχθροί, ήρχισαν κατ΄ ευθείαν τον πυροβολισμόν εις το υπό τον Ν. Χ. Σολιώτην σώμα, εις το υπό τον Αναγνώστην Καλογραίας και εις τα υπό τους λοιπούς οπλαρχηγούς και οπλοφόρους κατά δε την έναρξην της μάχης εκείνης εφονεύθησαν εκ των εχθρών έως 80 οίτινες βεβαιωμένοι δια να μη ήθελεν εμποδισθή η από τας κοιλάδας και φάραγγας του χάους εκείνου διοδός των, πολιορκιθώσι δε ακολούθως από τους Έλληνας επέπεσαν με ορμήν επάνω εις τα δυνατά των Ελλήνων ταμπούρια, τους διεσκόρπισαν, τρέψαντες εις φυγήν όλον εκείνο το πλήθος των Ελλήνων, οίτινες (με το να ήσαν αι θέσεις εκείναι γέμουσαι από χιόνας, ως εις τα ορεινότερα μέρη κείμενα) εμποδιζόμενοι από τε την πληθύν των χιόνων και το κρημνώδες και δύσβατον των θέσεων, έτι δε και παρά του εχθρικού σώματος φανέντος εις τας κορυφάς του Κυλληνίου όρους (Χελμός) και σκάπτοντες τας χιόνας δια να κρατώνται και να πατώσι (τα οποία αυτά εμπόδια όλα ενεμπόδιζαν την ορμητικήν εκείνην ανάβασίν των), εκρημνίσθησαν υπέρ τους 600, άνδρες νέοι, γέροντες, γυναίκες και νήπια, εφονεύθησαν δε εξ αυτών έως 300 παρά των εχθρών, συλληφθέντες δε και έως 250, αιχμάλωτοι. Η θέσις εκείνη ήθελεν είσθαι βοηθητική μάλλον, εάν ο Ν. Χ. Σολιώτης ήθελε προλάβει να την ετοιμάσει με τους αναγκαίους κτιστούς και οχυρούς προμαχώνας και εάν ήσαν τουλάχιστον και 100 οπλοφόροι εν αυτοίς, τότε αναμφιβόλως δεν ήθελε γίνει τόσος, όσος έγινε αφανισμός εις 1000 σχεδόν ψυχάς Ελλήνων, ή τέλος πάντων εάν δεν ήθελε αποφασίσει την τοποθέτησιν τοσούτων χιλιάδων ψυχών εις τοιαύτην ανοχύρωτον θέσιν πολλοί δε θέλουν ότι η γενόμενη εκείνη φθορά εις τόσας Ελληνικάς ψυχάς προέκυψε από την απροσεξίαν και την απροβλεψίαν του Ν. Χ. Σολιώτην, καθότι εν ω δεν υπήρχε μέρος ελεύθερον από τας χιόνας δια να τρέχωσι ελεύθερα αλλ΄ έσκαπταν αυτάς με τους όνυχάς των δια να αναβώσι εφάνησαν ταυτώ εις τα κορυφάς του όρους και χιλιάδες Αράβων περιπατούντων επάνω των χιόνων των οποίων την μάχαιραν και την αιχμαλωσίαν προσπαθούντες ν΄ αποφύγωσιν, έκλιναν το βάδισμά των προς το αριστερόν μέρος και ούτω κρημνισθείσαι τόσαι ψυχαί Ελλήνων απολέσθησαν. Εν μέρος δε των ανδρών και γυναικών εν ω δεν είχαν δίοδον ελευθέραν προς καταφυγήν, κρημνίζοντες πέτρας εφόνευσαν πολλούς εκ των εχθρών αλλά μετά την μεσημβρίαν της ημέρας εκείνης φοβηθέντες κι εχθροί μήπως ήθελον προφθάσωσιν Ελληνικά στρατεύματα και τους αποκλείσωσιν επέστρεψαν εις την πόλιν των Καλαβρύτων με πολλά διάφορα λάφυρα και με τους παρ΄ αυτώ αιχμαλωτισθέντας Έλληνας και Ελληνίδας.
Αφ΄ ου δε έφθασεν ο Ιμπραχήμ Πασσάς εις την πόλιν των Καλαβρύτων, παρακινηθείς από τον στρατόν του δια να δοκιμάση την τύχην του εις την Μονήν του Μεγάλου Σπηλαίου, ητοίμασεν την 5 Μαίου 600 ιππείς, τους οποίους απέστειλε δια νυκτός να καθέξωσι το Μετόχιον, Πανηγυρίστραν καλούμενον, απέχον ¼ της ώρας υποκάτωθεν της Ιεράς Μονής, επειδή δε η περί ής ο λόγος Ιερά Μονή δεν είναι μακράν της πόλεως των Καλαβρύτων περισσότερον από δύο ωρών διαστήματος, οι 600 Οθωμανοί αναχωρήσαντες εκ των Καλαβρύτων κατά τας διαταγάς του Ιμπραχήμη δια να κατάσχωσι το ρήθεν Μετόχιον, δύο ώρας μετά το μεσονύχτιον της νυχτός εκείνης διευθύνοντο εις τον προς ον όρον των, εις τους οποίους παρήγγειλεν ο Ιμπραχήμης, ότι και ο ίδιος περί το λυκαυγές της επιούσης (6 Μαΐου) ήθελεν αναχωρήσει εκ των Καλαβρύτων μ΄ όλον τον υπόλοιπον στρατόν του δια να καταλάβη την κορυφήν της Μονοπέτρας του Μεγάλου Σπηλαίου, Ανάληψιν καλουμένη.
Η απόφασις του Ιμπραχήμη ήτο τοιαύτη οι μεν 600 Ιππείς να φυλάττωσι την θέσιν του Μετοχίου της Πανηγυρίστρας αυτός δε άμα ότε ήθελε φθάσει εις την κορυφήν της Μονόπετρας εκείνης, ν΄ αρχίσει με τας φλόγας να καύση την Μονήν ώστε άμα ότι ήθελον εξέρχεσαι οι καλόγεροι της Μονής να τους συλλαμβάνουν οι ρηθέντες 600 ιππείς.
Άμα δε έφθασαν οι 600 ιππείς δια νυκτός εις την καθ΄ όδον κείμενην βρύσιν, του Αρσενίου καλουμένην, ούσαν δε εις τας όχθας του εκείσε ρέοντος ποταμού, και απέχουσαν της Μονής ¾ της ώρας (θέσις αφ΄ής κατά πρώτον παρουσιάζεται εις τους οφθαλμούς των ανθρώπων το Ιερόν κατάστημα του Μεγάλου Σπηλαίου) τότε οι 600 ιππείς θεωρούντες ενώπιόν των εν μέγα τείχος δεν ηδυνήθησαν να προχωρήσωσι μήτε εν βήμα, έμπροσθεν, αλλ΄ όθεν και αν έστρεφον δια να προχωρήσωσι το ίδιον αυτό τείχος τοις επαρουσιάζετο, ώστε ιδόντες το άλλως αδιάβατον, επέστρεψαν δρομαίοι εις την πόλιν των Καλαβρύτων, διηγηθέντες με φόβον και με πολλήν έκστασιν το εμπόδιον της περαιτέρω οδοιπορίας των εις τον Ιμπραχήμην και τους λοιπούς. Αναμφιβόλως κατά θείαν βούλησιν και ευδοκίαν έγινε η παρεμπόδισις των 600 ιππέων, καθ΄ ότι εάν ήθελον προχωρήση εις το να κατάσχωσι την Πανηγυρίστραν ήθελε δε φθάσει ακολούθως και ο Ιμπραχήμης εις την κορυφήν της Μονόπετρας επί κεφαλής του Μεγάλου Σπηλαίου τότε ήθελε γίνει και ο γενικός όλεθρος των μεσογείων εκείνων ορεινών μερών συν την καταστροφήν τοιούτου λαμπρού καταστήματος. Παραλείπομεν την οποίαν ήθελε γίνει αιχμαλωσίαν εις τόσας χιλιάδας ψυχάς διαμενούσας υπό την σκέπην της οχυράς εκείνης θέσεως εντός της Ιεράς Μονής και πέριξ αυτής, αλλ΄ οι Σεβάσμιοι εκείνοι πατέρες πληροφορηθέντες το οποίο εμελέτησε να κάμη αυτό κίνημα ο Ιμπραχήμης κατά της Ιεράς Μονής, απεφάσισαν και ωκοδόμησαν ευθύς έπειτα εκ θεμελίων επί των δύο κορυφών της Μονόπετρας δύο οχυρούς πύργους εν είδει προμαχώνων, έκαστον αυτών χωρητικότητος 300 περίπου οπλοφόρων, ανοίξαντες θυρίδα (μαζγάλια) καθ΄ όλον το τείχος των οχυρωμάτων δια τα όπλα, προς αντίκρουσιν εις κάθε επερχόμενην και ενδεχόμενην εχθρικήν επιδρομήν εσωτερικήν τε και εξωτερικήν επί δε της κορυφής του μικρότερου Πύργου έθεσαν δύο κανόνια και ούτως οι δύο, περί ων ο λόγος πύργοι έγιναν παραίτιοι του να διατηρηθεί η ασφάλεια της Ιεράς Μονής και ν΄ ανθέξει με σταθεράν και δυνατήν αντίκρουσιν εν καιρώ ότε ο Ιμπραχήμης επεχείρει να κάμη κατά της Ιεράς Μονής την δευτέραν εκείνην επιδρομή του (24.6.1827) περί ης θέλομεν αναφέρει κατά συνέχειαν έμπροσθεν.
Ως εκ της επιστροφής δε των 600 ιππέων οργισθείς ο Ιμπραχήμης κατέκαυσεν άπασαν την πόλιν των Καλαβρύτων και αναχώρησεν εις την Τριπολιτσάν λαβών πολλήν αντιπάθειαν και μίσος πεισματώδες κατά της Ιεράς Μονής ένεκα της αποτυχίας των οποίων απέστειλεν 600 ιππέων και ως εκ τούτου έτρεφεν σκοπόν όλως δι όλου καταστρεπτικόν εναντίον της Ιεράς Μονής.
Το θαύμα αυτό (ως αδύνατον να κρυφθή κάθε συμβάν από ολίγους πολλώ δε μάλλον από τόσα ώτα, τα οποία το ήκουσαν) επληροφορήθησαν και οι παρά τω Ιμπραχήμη κατ΄ εκείνας τας στιγμάς όντες αιχμάλωτοι και παρά πολλών άλλων ακόμη ακουσθέν διαφημίζεται μέχρι της σήμερον. Είμεθα βέβαιοι ότι πολλοί θέλουν να εμπαίξει ως πιστεύσαντας και εκθέσαντας εν τοιούτον συμβάν ως θαύμα, αλλ΄ ολίγον πειραζόμεθα από τοιούτους εμπαιγμούς καθότι ήμεθα πιστοί εις τας βάσεις της θρησκείας μας.
Ιστορία της Αναγεννηθείσης Ελλάδος- Αμβρόσιον Φρατζή
(Ιστορικό αρχείο Φίλιππου Σαρδελιάνου)


Γεωργίου Φίνλεϋ- Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως- βιβλίο Δ- σελ. 353-354
Οι επιχειρήσεις του Ιμπραήμ στο Μοριά στα 1826

« Ο Ιμπραήμ πασάς γύρισε στο Μοριά για να ολοκληρώσει την κατάκτηση του πασαλικίου του. Αφού επιθεώρησε το στρατό του στην Πάτρα υποχρεώθηκε να αρχίσει την εκστρατεία του 1826 επικεφαλής τεσσάρων μόνο χιλιάδων πεζών και εξακοσίων ιππέων. Με τον ασήμαντο αυτό στρατό βάδισε κατά των Ελλήνων και κατέστρεψε τη γη του τμήματος εκείνου της Αχαΐας που δεν είχε υποταχθεί στην εξουσία του και κυνήγησε τους κατοίκους μέχρι την απρόσιτη περιοχή του Χελμού που τα χιόνια εξακολουθούσαν να είναι πυκνοστρωμένα. Στη διάρκεια αυτής της επιδρομής συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους και έπιασε μεγάλες αγέλες βοοειδών και αναρίθμητα κοπάδια προβάτων.
Ένα μικρό απόσπασμα στάλθηκε να κάνει αναγνώριση στο Μέγα Σπήλαιο, αλλά εκείνη την εποχή δεν έγινε επίθεση εναντίον του μοναστηριού. Οι μοναχοί φαντάστηκαν ένα θαύμα. Διηγήθηκαν ότι ένας ψηλός τοίχος ορθώθηκε μπροστά από τον αιγυπτιακό στρατό και τους έφραξε το δρόμο καθώς αποπειράθηκαν να φθάσουν το ιερό οικοδόμημα. Τρομοκρατημένοι από αυτή την απόδειξη ότι ο Θεός είταν ενάντιος σ΄ αυτή την επιχείρησή τους επιστρέψανε στα Καλάβρυτα. Από τα Καλάβρυτα ο Ιμπραήμ βάδισε προς την Τριπολιτσά.
-Σχόλιο στην έκδοση του 1952 του Τάσου Βουρνά:
Ο Ιερωμένος Φρατζής υπερηφανεύεται για την πίστη του στο θαύμα αυτό που έγινε στις 7 Μαΐου 1826.
Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασεως Γεωργίου Φινλέϋ
΄Εκδοση Ατλας 1952 (; )
(Ιστορικό Αρχείο Φίλιππος Σαρδελιάνος)

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης- Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής

«Σαν επέρασε όλο το στράτευμα εις την Πάτρα, εκίνησε αμέσως και έκαμε όλα του τα στρατεύματα κατά την Πάτρα. Ο κόσμος και ο λαός εσυνάθχηκε και έπιασε τα βουνά με παιδιά τους, γυναικόπαιδά τους και πραγματά τους, και έφυγαν δύο Τούρκοι Πελοποννήσιοι από το βουνό Χελμό και επρόδωσαν εις τον Ιμπραίμην. Επήγε ο Ιμπραϊμης εις το Χελμό και ντουφέκι δεν απάντησε πουθενά και εσκλάβωσε περίπου από δύο χιλιάδες γυναίκες και παιδιά και επήρε και 4000…και άλλοι ανεμοσκορπίσθηκαν και εδόθηκε φήμη ότι εσκότωσαν 5000. Οι Καλαβρυτινοί εις την Καρύταινα εις το Λεοντάρι, εις την Μάνην κατέφυγαν η Επαρχίαις και επήρε φρίκη όλη η Πελοπόννησος και ο Ιμπραήμης ήλθε εις την Τριπολιτσά».

Θεόδωρου Ρηγόπουλου- Γραμματέως των Κολοκοτρωναίων και του Νικηταρά- Απομνημονεύματα από των αρχών της Επαναστάσεως μέχρι του έτους 1881- Έτος 1826- σελ. 84
«Αλλ ο Ιμπραήμης επανελθών εκ Μεσολογγίου εις Πάτρας απέστειλε το πλείστον του στρατού του εις τα μεσσηνιακά φρούρια δια της Ηλείας και αυτός με το υπόλοιπον μετέβη δια Καλαβρύτων εις Τρίπολιν κατά τας 10 ή 12 Μαΐου 1826, αφού πρώτον εκυρίευσε το επί του Χελμού (Αροανίων ορέων) Καστράκι και ηχμαλώτισε πλείστα γυναικόπαιδα.
Η οικογενειά μου τότε από ΄Αρμπουνα είχε μεταβεί εις Σοποτόν. Τότε κατέκαυσεν ο εχθρός και το υπόλοιπον της πατρικής μου οικίας (Φίλια), ενώ τον Ιούλιο του 1825 είχε καύσει μέρος αυτής και διήρπασε πάντα τα εν αυτή ανευρών και όλα τα οικιακά σκεύη και τα λοιπά πράγματά μας, τα οποία οι αδελφοί μου είχον κρύψει εις τινα τρύπαν άνωθεν του χωρίου επί του υπερκείμενου όρους Άγιος Ηλίας. Είχον δε υπερ τας 150 οκάδας χαλκώματα και διάφορα αγγεία, εκλεκτά, τα οποία έλαβον ως λάφυρα κατά την πτώσιν της Τριπόλεως, ώστε δεν μας έμεινε τίποτε, ειμί όσα εφόρει μόνον η οικογένειά μου.
Τότε εφονεύθη και ο γαμπρός μου Ν. Παπαγιαννακόπουλος, πατήρ του Κωνσταντή, υπερασπιζόμενος υπερ τα 300 γυναικόπαιδα καταφυγόντα ως εις άσυλον εις το μεταξύ Φιλίων και Μαζαϊικων οχυρόν σπήλαιον της Παναγίας, το οποίον ήταν υπόρθητον μεν, αλλ΄ υποκείμενον εις άλλας προσβολάς, ας επί τριήμερον υπέστη από του πολιορκήσαντος αυτό εχθρού, όστις άνωθεν αυτού ιστάμενος έρριπτεν αναμμένους κλάδους δένδρων εις δέματα προς το στόμιον του σπηλαίου και θειάφι (θείον) αλλά δεν το εκυρίευσεν».
Απομνημονεύματα από των αρχών της Επαναστάσεως μέχρι του έτους 1881
Εισαγωγή-επιμέλεια Αθ. Θ Φωτόπουλου- Αθήνα 1979
(Ιστορικό Αρχείο Φίλιππου Σαρδελιάνου)

Πρώτος στόχος του Ιμπραήμ το Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας
4 Μαΐου 1826

Στην αρχική Μονή (Παλαιομονάστηρο) είναι χαραγμένη μια επιγραφή: «1826 Μαΐου 4. Επέρασεν ο Ιμπραήμ Πασάς από τα Καλάβρυτα, λεηλατών και αιχμαλωτίζων. Έκαυσε δε την Μονήν Αγίαν Λαύραν ο Ομερχμετής Τούρκος».
Λίγες ημέρες νωρίτερα ο Ιμπραήμ πυρπόλησε τα 5 μετόχια της Αγίας Λαύρας στην Πάτρα, τα τρία ελαιοστάσιά της, στρέμματα 500, ελαιοτριβεία δύο, ταβέρνας, οικίας κλπ, εις Ταμπάχανα κείμενα. Αυτό θορύβησε τους μοναχούς και σκέφτηκαν πώς να σώσουν το Μοναστήρι και τα κειμήλιά του. Έστειλαν «εις Κάλαμον» Ζακύνθου πολλά όπως και το πολύτιμο Ευαγγέλιο δώρο της Αικατερίνης της Ρωσίας (1765) και άλλα, λόγω του όγκου τους, ενεταφίασαν εντός ειδικών λάκκων εις μέρη κρυφά του δάσους και άλλα τα μετέφεραν εις Μ. Σπήλαιον. Έτσι εγυμνώθη πλήρως η Μονή. Το Λάβαρον και την Πάντιμον Κάραν του Αγίου Αλεξίου οι μοναχοί την πήραν μαζί τους, ως πολυτιμότερα πάντων.
Ζωηρά διαφωνία προέκυψε μεταξύ των μοναχών αν πρέπει να προσκυνήσουν τον Ιμπραήμ δια να σώσουν την Μονήν ή όχι. Αποφάσισαν να φύγουν στα βουνά. Επακολούθησαν φωνές, θρήνοι, απελπισία και περίλυποι εξεκίνησαν για τον Χελμό, 130 Μοναχοί, υπηρέτες, φύλακες και τσοπάνηδες, «με ίππους φορτωμένους, ημιόνους, τα αιγοπρόβατα, αγέλη βοών και 300 αγελάδες, 12 φορτία τροφών και άρτου» και έφτασαν στο Καστράκι. Οι Τούρκο-Αιγύπτιοι τους κατεδίωξαν εκεί «τραπέντες δε στα υψηλότερα άβατα του Χελμού, πολλοί εκρημνίσθησαν εις τα Βάραθρα μετά πολλών Καλαβρυτινών ανδρών και γυναικών με τα παιδιά των εις την αγκάλην των».
Από το στρατόπεδό του, κάτω από την Αγία Λαύρα, στη θέση Ξερόκαμπος ή Σάλμαινα της Βυσωκάς ο Ιμπραήμ ανέβηκε στην Μονή και την έκαυσε χωρίς να βρει κανέναν από τους θησαυρούς της. «Έκαυσεν επίσης και τους στάβλους, τα Κάτω Αχούρια, το Μετόχι εις Κραστικούς, όπου είχεν η Μονή αποθηκεύσει 30.000 οκάδες σιτηρών κλπ, επτά άλλα σπίτια, τον υδρόμυλον, τους Ταξιάρχας, απέχοντας ώραν, το μετόχι Βάρδιας Λαγοβουνίου με 5 σπίτια και ναόν Αγ. Νικολάου, το μετόχι Κεραμιδιάς Σουδενών, το Συκιάς Βυσωκάς, τον ναόν Αγ. Τρυφώνος και άλλα. Το χωριόν Κραστικούς το έσωσεν κάποιος Παυλόπουλος λόγω φιλίας του με τον κατάπτυστον Νενέκον».
«Ο απαίσιος Αιγύπτιος, βλέπων την πυρκαϊάν της Μονής εξεφώνει κάθε τόσον: Κρίμα στο Βακούφι, καπνίζων αναισθήτως το τσιμπούκι του κάτωθι του ιερού Πλατάνου με το μελιτζανί σαλβάρι και το άσπρο του σαρίκι».
«Συγκεντρώθησαν έπειτα, ότε πληροφορήθησαν την φυγήν του Ιμπραήμ, ο ηγούμενος Καλλίνικος και οι λοιποί μοναχοί με την περιουσίαν της Μονής, επί τη θέα της οποίας έφριξαν και πικρώς εθρήνησαν δια την άνευ προηγουμένου συμφορά της, δια την τέφραν της. Ευτυχώς εις τας πυρποληθείσας, αποθήκας της ευρέθη καταπλακωμένος και ανέπαφος σίτος εκ 4.000 οκάδων περίπου τον οποίον μετέφεραν εις Μ. Σπήλαιον προς διατροφήν των εις αυτό καταφυγόντων δια του φόβου του Ιμπραήμ. Ούτως οι της Αγίας Λαύρας μοναχοί εγκαταλελειμμένοι, εφρόντιζαν ο καθείς δια τον εαυτόν του πώς να συνέλθει και να συγκροτηθεί εις προχείρους καλύβας εις σπήλαια κλπ. μέχρι του έτους 1827. ελπίζοντες εις την τελικήν νίκην».
Τάκη Σταματόπουλου: Το προσκύνημα στο Μοριά: Η τραγωδία στο Καστράκι- έκδοση 1953
Γεωργίου Παπανδρέου: Καλαβρυτινή Επετηρίς – έκδοση 1906
Δημ. Ι. Τσιλλύρα: Αγία Λαύρα – έκδοση 1965
(Ιστορικό Αρχείο Φιλίππου Σαρδελιάνου)



Ο Αϊ Γιώργης στο Σόλο
Στο δρόμο που βγαίνει από το Σόλο προς Μεσορρούγι ή τη Βρύση της Γκόλφως εκεί στην ακρινή γειτονιά του χωριού, με τα πολλά πυργόσπιτα που ακόμα σώζονται, λίγα μέτρα πιο πάνω από τον πύργο του Σολιώτη, σε υψόμετρο 1050 μ, βρίσκεται ο μεταβυζαντινός ναός του Αγίου Γεωργίου.
Είναι τρίκλιτος, θολοσκεπής, βασιλικός, με οκτάγωνο τρούλο, χτισμένος με λαξευτό πορόλιθο από Σολιώτες μαστόρους, το 1806, επί Τουρκοκρατίας ακόμα. Εξωτερικά στον τοίχο, πάνω στην πέτρα είναι χαραγμένα τα ονόματα των χτιστάδων. Αλλά στην είσοδο είναι χαραγμένο το όνομα του Νικόλα Σολιώτη, και από τις δύο μεριές της είναι χαραγμένες οι ονομασίες των ανέμων και των ζωδίων. Ο τρούλος είναι διακοσμημένος με πιάτα.
Στο εσωτερικό του διατηρείται το παλιό πλακόστρωτο δάπεδο. Διαθέτει επίσης ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ξυλόγλυπτο τέμπλο, από καρυδιά, που η κατασκευή του διήρκησε επτά χρόνια και έχει εικόνες του 1815, έργα του Πατρινού ζωγράφου Βαφειόπουλου. Στην άκρη, μπροστά αριστερά, όπως μπαίνουμε, διατηρείται ακόμη το στασίδι του Νικόλα Σολιώτη με την ενδυμασία του (φουστανέλλα κλπ) ακουμπισμένη πάνω του. Σε μικρή προσθήκη δίπλα εκτίθενται και διάφορα άλλα παλιά αντικείμενα - σκεύη του ναού όπως και τα στέφανα του Νικόλα Σολιώτη που τα άφησε στην εκκλησία για να παντρεύονται όσοι δεν είχαν χρήματα.
Στον Αϊ Γιώργη του Σόλο, η πόρτα του οποίου ξεκλειδώνει ακόμα με το παλιό τεράστιο μπρούτζινο κλειδί, σώζεται η εικόνα της Παναγίας την οποία χαράκωσε στο πρόσωπο με το σπαθί του ο Ιμπραήμ που μπήκε, όπως λένε οι ντόπιοι, που δείχνουν τις χαρακιές μέχρι σήμερα, έφιππος στην εκκλησία, 5 Μαΐου 1826.
Ο Αϊ Γιώργης του Σόλο αποτελεί, εκτός από θρησκευτικό, και σημαντικό ιστορικό μνημείο της περιοχής χρειάζεται συντήρηση και αναστύλωση. Το Σόλο και τα υπόλοιπα Κλουκινοχώρια, δυστυχώς σήμερα υπάγονται στο Αίγιο που απέχει 70 και χιλιόμετρα ενώ από τα Καλάβρυτα που ανήκαν μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα μόλις 25 χιλιόμετρα.

Πύργος Νικόλαου Σολιώτη
Στη γειτονιά του Αϊ Γιώργη στο Σόλο, δίπλα στην εκκλησία βρίσκονται τα αρχοντικά πυργόσπιτα του Νικόλα και Σωτήρη Σολιώτη που, όπως λέγεται επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Τριόροφα, φρουριακής κατασκευής, με παράθυρο μόνο στους δύο ανώτερους ορόφους. Με πολεμίστρες στις δύο διαγώνιες άκρες, και καταχύστρα που προεξέχει πάνω από την τοξωτή εξώθυρα. Τα ιστορικά αυτά κτίσματα έχουν υποστεί νεώτερες παρεμβάσεις και σήμερα οπωσδήποτε χρίζουν συντήρησης και αναπαλαίωσης.

 

Χελμός- Ύδατα Στυγός – Καστράκι
Η ανατολική πλευρά του Χελμού είναι η πιο απότομη και επικίνδυνη. Όσοι έχουν ανεβεί στα Ύδατα της Στυγός από το Καστράκι γνωρίζουν τα δύσβατα στενά μονοπάτια και τους τρομακτικούς κατακόρυφους γκρεμούς.
Στο Καστράκι, υψόμετρο 1250 μέτρα, κάτω από την ψηλή κορυφή του Χελμού 2355 μ. και ανάμεσα στην Αετοράχη 1700 μ. και την Νεραϊδόραχη (Ύδατα Στυγός) 2300μ., μια περιοχή κρυμμένη στα έγκατα του Χελμού, επέλεξαν να κρυφτούν, σαν σίγουρο καταφύγιο, οι άμαχοι και τα γυναικόπαιδα των γύρω περιοχών (5-8000) και όσες οικογένειες από τα Καλάβρυτα, Βραχνί, Σούβαρδο, δεν μπόρεσαν να βολευτούν στους γκρεμούς γύρω από το Μ. Σπήλαιο.
Οι περιοχές αυτές του Χελμού κρατάνε χιόνια και τον Αύγουστο, πόσο μάλλον αρχές Μαΐου, όταν οι χρονιές έχουν όψιμες χιονοπτώσεις (όπως φέτος και όπως λένε οι μαρτυρίες τον Μαΐου του 1826).
Οι Τουρκο-Αιγύπτιοι και Αλβανοί του Ιμπραήμ επέπεσαν σαν λύκοι κατά των γυναικόπαιδων στο Καστράκι, και από τις κορυφές του Χελμού, με τη σίγουρη καθοδήγηση των «Καλαβρυτινών» Τούρκων που είχαν μαζί τους ακολούθησε το μακελειό οι σφαγές, οι κατακρημνίσεις, η αιχμαλωσία. Τα περισσότερα γυναικόπαιδα αιχμαλωτίστηκαν στη θέση «Διπόταμα» και Λυκόβουνο. Ανάμεσα στους εκατοντάδες αιχμαλώτους ήταν και η οικογένεια του Ν. Σολιώτη.

 Αετοράχη 1700μ. -Ψηλή κορυφή 2355 μ. - Νεραϊδοράχη (΄Ύδατα Στυγός) 2252 μ. Ανατολική πλευρά του Χελμού. Η περιοχή της μάχης 5 Μαΐου 1826. Στο κέντρο ακριβώς της φωτογραφίας το Καστράκι (φωτογραφία Φίλιππου Σαρδελιάνου Μάιος 2015)

Οι δύο πύργοι-προμαχώνες στην κορυφή των βράχων του Μ. Σπηλαίου
Με την είδηση της πρώτης επιδρομής του Ιμπραήμ στα Καλάβρυτα, οι οικογένειες, οι άμαχοι, τα γυναικόπαιδα της πόλης, αλλά και των γύρω χωριών, Κερπινής, Ρωγών, Ζαχλωρούς, Βραχνίου, Σούβαρδου, κατέφυγαν στο Μέγα Σπήλαιο, περισσότεροι από πέντε χιλιάδες, που το υπερασπιζόσαντε ο Νικόλας Πετιμεζάς και οι Κερπινιώτες Σαρδελιαναίοι με μόνο 150 άντρες.
Ο Ιμπραήμ επιστρέφοντας από το Καστράκι πληροφορήθηκε τη λεία, γυναικόπαιδα για αιχμαλωσία και πλούσια λάφυρα και έστειλε 600 ιππείς, 2 η ώρα τη νύχτα (6 Μαΐου 1826) να επιτεθούν στο Μοναστήρι, μπροστά, από τη θέση Πανηγυρίτσα, και αυτός θα ακολουθούσε με επίθεση από την κορυφή του μοναστηριού, θέση Μονόπετρα ή Ανάληψη, με σκοπό να το κάψει ρίχνοντας αναμμένα δέματα δέντρων και θειάφι.
Οι λίγοι υπερασπιστές του Μοναστηριού τους απέκρουσαν με συνεχόμενους, ακατάπαυστους πυροβολισμούς, από τη θέση Ξερόκαμπος ώστε να δίνουν την εντύπωση ότι κατέφθασε Ελληνική βοήθεια. Οι δε ιππείς του Ιμπραήμ τρομοκρατήθηκαν, δύο η ώρα τη νύχτα, από το δύσβατο της περιοχής, νομίσαντες τους απότομους βράχους ότι είναι πελώρια τείχη ανυπέρβλητα και γύρισαν πίσω στα Καλάβρυτα.
Αμέσως μετά την αποχώρηση του Ιμπραήμ οι υπερασπιστές του Μοναστηριού και οι μοναχοί αποφάσισαν και οικοδόμησαν επί των δύο κορυφών της Μονόπετρας δύο οχυρούς πύργους, χωρητικότητας 300 οπλοφόρων ο καθένας. Οι προμαχώνες αυτοί, που μέχρι σήμερα 193 χρόνια μετά, τους βλέπουμε να στέκονται στην κορυφή των βράχων του Μ. Σπηλαίου, που είχαν θυρίδες (μαζγάλια) σε όλο το μήκος του τείχους τους για όπλα προς αντίκρουση κάθε εχθρικής επιδρομής, και ενισχυμένοι με δύο κανόνια, κράτησαν το Μοναστήρι απόρθητο και στη δεύτερη επιδρομή που έκανε ο Ιμπραήμ εναντίον του ένα χρόνο αργότερα, στις 24 Ιουνίου 1827.



Στο σκλαβοπάζαρο της Μεθώνης
Χιλιάδες γυναίκες Μεσολογγίτισες και Καλαβρυτινές και νέα παιδιά
Τα Μεσσηνιακά φρούρια ήταν η έδρα του Ιμπραήμ και κυρίως η Μεθώνη που ήταν έδρα του Αιγυπτιακού στρατηγείου και η δική του κατοικία όπως και του Γάλλου εξωμότη συνταγματάρχη Seve (Σουλεϊμάν μπέη) που υπηρετούσε σαν μισθοφόρος μαζί με πολλούς άλλους συμπατριώτες του το στρατό του Ιμπραήμ.
Εκεί ήταν και το κυρίως σκλαβοπάζαρο, η μεγάλη ανθρωπαγορά των αιχμαλωτισμένων γυναικόπαιδων, καθώς και τα μπουντρούμια των φυλακισμένων ανδρών. Τελευταία μεγάλη «σοδειά» αιχμαλώτων του Ιμπραήμ ήταν από την πτώση του Μεσολογγίου και τη μάχη στο Καστράκι. Χιλιάδες Μεσολογγίτισσες, Σουλιώτισσες και Καλαβρυτινές στα χέρια των ΤουρκοΑιγυπτίων. Το φθινόπωρο του 1826 έφτασε εκεί, επιστρέφοντας στη Γαλλία, ο μαθητευόμενος διερμηνέας στην Κωνσταντινούπολη, Charles Deval. Στο χρονικό του που κυκλοφόρησε το 1828 καταγράφει τις εμπειρίες της δίμηνης παραμονής του στην περιοχή:
«Αλλά το πιο συγκλονιστικό θέαμα, το πιο καταθλιπτικό ήταν το σκλαβοπάζαρο της Μεθώνης. Πήγα μια μέρα μετά την άφιξή μου και δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Οι σκλάβοι ήταν κυρίως γυναίκες όλων των ηλικιών. Υπήρχαν και μερικά παιδιά, όλα κάτω των 16 χρόνων, γιατί τα μεγαλύτερα θανατώνονταν ή κλείνονταν σε μπουντρούμια. Είχαν αιχμαλωτιστεί στο Μεσολόγγι από τους αποτρόπαιους Άραβες για ακολασία και πιο πολύ για κερδοσκοπία. Πανέμορφα κορίτσια σαν τις μυθικές Χάριτες, αγόρια με αγγελικό πρόσωπο! Ανατρίχιαζα όμως όταν αναλογιζόμουν πόσα από αυτά τα πλάσματα είχαν κιόλας πέσει θύματα της ατιμωτικής κτηνωδίας. Είδα και μερικές ηλικιωμένες γυναίκες. Τις είχαν πουλήσει σε εξευτελιστικές τιμές, κι εκείνοι που τις αγόρασαν τις χρησιμοποιούσαν ως υποζύγια. Τα περισσότερα κορίτσια είχαν σκεπασμένο το κεφάλι και δουλέμποροι διαλαλούσαν τα κάλλη τους. Πουλάω αυτήν εδώ 800 γρόσια! Αυτήν εκεί 1500 ! Είναι 16 χρονών, παρθένα ακόμα. Για περάστε! Ελάτε να δείτε.
– Καπετάνιε θέλεις αυτή τη Σουλιωτοπούλα; μου λέει ένας από τους δουλέμπορους, ζυγώνοντάς με. Καλό πράμα! Θα ευχαριστηθείς. Υποκρίθηκα πως θέλω να αγοράσω. Θέλω να τη δω, του είπα, για να ξέρω αν μου κάνει. Αμέσως τράβηξα το κάλυμμα της κεφαλής και αντίκρισα μια κοπέλα με χαρακτηριστικά κάπως μαραμένα από τον πόνο και με κάτωχρο πρόσωπο, αλλά γοητευτικής ομορφιάς. Το κακόμοιρο το κορίτσι έκλαιγε. Κατέβασα αμέσως το κάλυμμα για να μη βλέπω τα δάκρυά του και απομακρύνθηκα».
«Αλλά είδα και άλλες φρικαλεότητες. Είκοσι φρεσκοκομμένα κεφάλια έβγαλε το κύμα εκεί μπροστά στα πόδια μου. Ρώτησα έναν περαστικό και εκείνος μου εξήγησε αδιάφορα πως είχαν εκτελεστεί μερικοί αιχμάλωτοι στο μπουντρούμι. Σε λίγο είδαμε να ζυγώνουν εκατό περίπου αιχμάλωτοι με συνοδεία μαύρων φρουρών. Το πρόσωπο αυτών των δυστυχισμένων ήταν κατακίτρινο. Στη ράχη και τα χέρια τους διακρίνονταν βουρδουλιές. Κουβαλούσαν στους ώμους πελώρια δοκάρια. Όταν πέρασαν μπροστά στα κεφάλια, που κυλούσαν στην άμμο, έστρεψαν το βλέμμα, τα παρατήρησαν, στύλωσαν πάνω τους τα μάτια, άλλαξε το χρώμα τους. Ίσως και η δική τους τύχη να ήταν η ίδια. Οι περισσότεροι από αυτούς τους αιχμαλώτους ήταν τσοπάνηδες. Πιάστηκαν ενώ έβοσκαν τα κοπάδια τους και αλυσοδέθηκαν από τους Άραβες».
Στη Μεθώνη το σκλαβοπάζαρο είχε ανοίξει με αιχμαλώτους κα των δύο φύλων που συνωστίζονταν με μπουντρούμια αλυσοδεμένοι και βασανίζονταν απάνθρωπα από τους δεσμοφύλακες και συχνά σκοτώνονταν τη νύχτα από καθαρή μανία για βαρβαρότητα. Τόσο φοβερή ήταν η κακομεταχείριση που το παλιό σύστημα του αποκεφαλισμού ή του τουφεκισμού κάθε αρσενικού 16 χρόνων και πάνω φαινόταν ευσπλαχνία.
Λίγοι διασώθηκαν και ακόμα πιο λίγοι επέστρεψαν μετά το 1828, με παρέμβαση του Καποδίστρια και αργότερα επί Όθωνα ή εξαγοράστηκαν από τους συγγενείς τους όταν εντοπίστηκαν ζωντανοί.
Όταν στη Μεθώνη πέθανε ο Μεχμέτ Αλή αγάς, θείος του Ιμπραήμ είχε στο χαρέμι του 18 γυναίκες, αιχμάλωτες από το Μεσολόγγι και μια δωδεκάδα ελληνόπουλα, δέκα έως δεκαπέντε χρονών. Ο Ιμπραήμ σαν .... νόμιμος κληρονόμος έδωσε εντολή να οδηγηθούν οι σκλάβοι στην αγορά και να πουληθούν για λογαριασμό του.

Πληροφορίες κειμένου από τον Πέμπτο τόμο του Κυριάκου Σιμόπουλου
«Πως είδαν οι Ξένοι την Ελλάδα του ΄21»
Οι προσπάθειες για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων.
Ειδήσεις για αιχμαλώτους της επαρχίας Καλαβρύτων

Μέχρι το φθινόπωρο του 1828, που τα ΤουρκοΑιγυπτιακά στρατεύματα εγκατέλειψαν την Πελοπόννησο, ο Καποδίστριας επικέντρωσε τις προσπάθειές του στην απελευθέρωση των αιχμαλώτων που κρατούνταν στα λιμάνια της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυαρίνου, απ΄ όπου από το 1825 είχε αρχίσει η μεταφορά τους στην Αίγυπτο ή η πώλησή τους στα σκλαβοπάζαρα που είχαν στηθεί σ΄ αυτά τα λιμάνια.
Με την υπ΄αριθ. 2652 διαταγή έδωσε εντολή στους Έκτακτους Επιτρόπους των επαρχιών να συγκεντρώσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα αναλυτικά στοιχεία για τα άτομα που είχαν αιχμαλωτιστεί στις επαρχίες τους και να του τα υποβάλλουν. Στην περιφέρεια Αχαΐας έκτακτος επίτροπος ήταν ο Γεώργιος Μαυρομμάτης. Τον κατάλογο διαβίβασε καθυστερημένα λόγω της επιδημίας της πανώλης στις περιοχές αυτές των Καλαβρύτων το 1828. Ο Γιώργος Β. Νικολάου δημοσίευσε τον κατάλογο έξι φύλλων του Γ. Μαυρομμάτη, που εντοπίστηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, που στάλθηκε από τη Βοστίτσα την 27η Αυγούστου 1828 στον Καποδίστρια και περιέχει 218 ονόματα.
Καταγράφονται ονόματα, επίθετα, ηλικίες, τόπος καταγωγής, τόπο που αιχμαλωτίστηκαν, ημερομηνία που αιχμαλωτίστηκαν, όπως και που μπορεί να βρίσκονται (σκλαβοπάζαρα – Αίγυπτο κλπ).
Οι περισσότεροι αιχμάλωτοι του καταλόγου είναι από Περιστέρα, Μεσορούγι και Σόλο και έχουν αιχμαλωτιστεί στις 5 Μαΐου του 1828. Υπάρχουν επίσης ονόματα αιχμαλώτων από Τσορωτά, Λεχούρι, Χόζοβα, Κραστικούς, Λειβάρτζι, Καλάνιστρα, Ζαρούχλα, Γουμένισσα κλπ. Υπάρχουν βέβαια και εκατοντάδες άλλοι άμαχοι, γυναικόπαιδα που αιχμαλωτίστηκαν κατά τη διάρκεια των άλλων επιδρομών του Ιμπραήμ στην επαρχία Καλαβρύτων.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Κατηφορίζοντας και σήμερα από τον Ξερόκαμπο (Χελμό) για τα Κλουκινοχώρια, αν σταθείς προσεκτικά θα δεις δεξιά και αριστερά του δρόμου όλες τις σπηλιές χτισμένες με γερούς τοίχους στις εισόδους και πολεμίστρες.
Όλα τα μονοπάτια και οι βράχοι στα χωριά Κερπινή, Ρωγοί, Σούβαρδο, Βραχνί και οι γκρεμοί γύρω από τα Μέγα Σπήλαιο έχουν σωρό ιστορίες. Κρυμμένες. Πρέπει να διαθέτεις ιστορικό αντί να τις ακούσεις.
Οι σκοτεινές σπηλιές, οι δυσκολοδιάβατες βουνοκορφές, οι γκρεμοί, οι απότομοι βράχοι ήταν τα μόνα ασφαλή καταφύγια των οικογενειών, με το χώμα για στρώμα και τροφή τ΄ άγρια χόρτα. Όλων αυτών που δεν προσκυνούσαν. Γιατί υπήρχαν και οι …άλλοι που προσκύνησαν. Αυτοί που απαρνήθηκαν τον εθνικό αγώνα. Πολύ αίμα χύθηκε και πότισε αυτούς τους γκρεμούς και τις χαράδρες από ανθρώπους που δεν λύγισαν, αποφασισμένους να ζήσουν ή να πεθάνουν ελεύθεροι.
Ο Ιμπραήμ θα μπορούσε να είχε συντριβεί κατά την πρώτη αυτή επιδρομή στα Καλάβρυτα τον Μάιο του 1826 και ας είχε 10.000 στρατό. Αρκεί οι δυνάμεις των Ελλήνων να είχαν συντονιστεί.
Αρκεί οι άνδρες του Σωτήρη Θεοχαρόπουλου (250) να είχαν πολεμήσει αντί να πλιατσικολογούν τα έρημα Κλουκινοχώρια.
Αρκεί ο Βασίλης Πετιμεζάς που βρισκόταν με 800 στις Κατσάνες να ερχόταν σε βοήθεια.
Αρκεί ο Α. Λόντος να μην έφτανε παράκαιρα, και να παρείχε βοήθεια, αντί να έβρισκε γκρεμισμένα και κατασφαγμένα γυναικόπαιδα, όταν έφτασε αργά.
Αρκεί ο Ζαΐμης να μην απουσίαζε.
Αρκεί ο Κολοκοτρώνης να είχε νωρίτερα αποφυλακιστεί και να είχε συντονίσει την άμυνα κατά του Ιμπραήμ (εισακουόμενος από όλους).
Η ηρωική άμυνα στο Καστράκι που αντέταξαν ελάχιστοι Έλληνες κατά των Αιγυπτίων και ΤουρκοΑλβανών, ο τραγικός σφαγιασμός, κατακρήμνιση και αιχμαλωσία εκατοντάδων αμάχων και γυναικόπαιδων θα πρέπει να μην παραληφθεί από τις τιμητικές εκδηλώσεις για τα 200 χρόνια από την επανάσταση του ΄21. Από κοινού οι Δήμοι Καλαβρύτων και Αιγιαλείας θα πρέπει να τιμήσουν και αναδείξουν το αγνοημένο Καστράκι.

Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή οποιουδήποτε στοιχείου του ιστότοπου kalavrytanews.com χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση του δημιουργού.
Copyright © Kalavrytanews. Με επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.
[no_Sidebar]

Μπορεί να σας αρέσουν αυτές οι αναρτήσεις

Σχόλια