Top Ad

HIDE

HIDE_BLOG

HIDE_BLOG
{fbt_classic_header}

Classic Header

Breaking News:

latest


Αλίμονο σ’ αυτούς που δε δακρύσανε ζωή

γράφει ο Τρύφωνας Μαντάς Κοιτάζοντας την εκκλησία μας, το βλέμμα μου θα πέφτει πάντα στον πανύψηλο αγέρωχο γέρο πλάτανο, με το γραφικό...

γράφει ο Τρύφωνας Μαντάς
Κοιτάζοντας την εκκλησία μας, το βλέμμα μου θα πέφτει πάντα στον πανύψηλο αγέρωχο γέρο πλάτανο, με το γραφικό καμπαναριό του. Τον κοιτάζω και τον ζηλεύω πάντα. Τον ζηλεύω, γιατί μπορεί να βλέπει καθημερινά τη μητέρα μου, εκεί, στην τελευταία της κατοικία. Μπορεί να βλέπει ανθρώπους αγαπημένους, όλων μας, που δεν είναι πια κοντά μας. Μπορεί να βλέπει τον Ανδρέα, τον Αντώνη και τον μικρό Σπυράκο.
Πόσο αλληλένδετη στάθηκε η μοίρα τους. Σαν να τους ένωσε με μια αόρατη κλωστή που τους κράτησε δεμένους στο ίδιο ριζικό. Έφυγαν κι οι τρεις τους πολύ νέοι και τόσο νωρίς. Μέλη της ίδιας γειτονιάς, της ίδια ρούγας. Της κάτω ρούγας του χωριού μας. Γείτονες στη ζωή, γείτονες και στον παράδεισο. 
Το σπίτι της θειας Νικολίτσας και της Χρυσούλας (ο μπάρμπα Νίκος δεν άντεξε κι έφυγε πολύ γρήγορα κι αυτός), το σπίτι του Τάκη και της Κατερίνας, το σπίτι της Φρειδερίκης και του Θόδωρου, βρίσκονται, αντάμα, το ένα δίπλα στο άλλο. Και τα τρία σπίτια, αγκαλιασμένα σχεδόν, βρίσκονται ακριβώς έξω από το κοιμητήριο μας, δεμένα κι αυτά στην ίδια κλωστή της μοίρας των παιδιών τους με την τελευταία τους κατοικία.
Θυμάσαι Σπυράκο που ερχόσουν σπίτι μας, στην πάνω ρούγα, κι έπαιζες με τις ανιψιές μου (στις τελευταίες χρονιές του δημοτικού); θυμάσαι μικρέ «γαυράκο» (έτσι σε φωνάζαμε, γιατί όταν έπαιζες μπάλα φόραγες πάντα τη φανέλα του Ολυμπιακού με το νούμερο 9) που ερχόσουν στο γηπεδάκι του χωριού μας και μας αναστάτωνες με τις φωνές σου; αν δεν τα θυμάσαι, τα θυμάμαι εγώ . . .
Θυμάσαι Αντώνη, εκεί κοντά στην ενηλικίωσή σου, που έπαιζες τα τρακτέρ και τ’ αγροτικά μηχανήματα του πατέρα σου, στα δάχτυλα; θυμάσαι, που κάθε Αύγουστο που μου έφερνες τα ξύλα για το χειμώνα, ποτέ δεν σταματούσαμε να γελάμε, κουτσομπολεύοντας, πάντα καλοκάγαθα, τους συγχωριανούς μας; αν δεν τα θυμάσαι, τα θυμάμαι εγώ . . .   
Θυμάσαι Ανδρέα, που για οποιαδήποτε «αγγαρεία» μου προέκυπτε, πάντα σε φώναζα για να με βοηθήσεις; θυμάσαι που μου έλεγες τα όνειρά σου και τα σχέδια σου για το μέλλον, για αυτά που ήθελες να κάνεις και να δημιουργήσεις; αν δεν τα θυμάσαι, τα θυμάμαι εγώ . . .
Τρεις αποφράδες μέρες, στην άσφαλτο και στο κρεβάτι του πόνου, φτερουγίσατε στους ουρανούς, με κοινές συντεταγμένες. Ο ένας πίσω από τον άλλον. Ακόμη κι εκεί, στο κοιμητήριό μας, ξεκουράζεστε ακριβώς στην ίδια ευθεία, μη θέλοντας να λοξοδρομήσετε από την κοινή μοίρα που σας ένωσε, μέλη της ίδιας γειτονιάς.
Η «καλημέρα» κι η «καληνύχτα» της Φρειδερίκης, της Κατερίνας και της θειας Νικολίτσας, της μαμάς, της μάνας, της μητέρας, που σας συντροφεύουν, κάθε φορά που ανοιγοκλείνουν τα παράθυρα των σπιτιών σας, είναι η πνοή κι η ανάσα της θύμησης, που σας κρατά ζωντανούς, στη σκέψη όλων μας. Να κρατάτε συντροφιά στη μητέρα μου και στους συγχωριανούς μας, εκεί ψηλά στους ουρανούς, όπως κρατάτε συντροφιά και σε μας τους ζωντανούς και τους αλύτρωτους, στη μάταιη καθημερινότητά μας.     
--- Στη μνήμη της μητέρας μου Αναστασίας, που την έχασα πριν λίγο καιρό, στις 22 κάποιου μήνα. Στη μνήμη, του Ανδρέα, του Αντώνη και του Σπυράκου, που έζησαν και έφυγαν μαζί, αλλά παραμένουν πάντα στις καρδιές μας.       

Δεν υπάρχουν σχόλια