Page Nav

HIDE
FALSE
FALSE

Gradient Skin

Gradient_Skin

Breaking News

latest

ΕΥΔΟΚΙΑ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ - Η γιατρός του βουνού, των φτωχών, της αντίστασης (ΑΦΙΕΡΩΜΑ)

- Η μυθιστορηματική ζωή μιας θρυλικής προσωπικότητας της γυναίκας που ανέτρεψε, τα στερεότυπα στην επαρχία. - Ηρωίδα ή εντέλει Αγία της Ιατ...



- Η μυθιστορηματική ζωή μιας θρυλικής προσωπικότητας της γυναίκας που ανέτρεψε, τα στερεότυπα στην επαρχία.
- Ηρωίδα ή εντέλει Αγία της Ιατρικής Επιστήμης, της Εθνικής Αντίστασης, της δυσπρόσιτης Ελλάδας.



γράφει ο Φίλιππος Σαρδελιάνος
Ιστορικός ερευνητής
(φωτογραφικό υλικό Τάσος Βαγενάς  


Σύμφωνα με τα στοιχεία που είναι παρμένα από δελτίο Ταυτότητάς της που έχει εκδοθεί το 1945 η Ευδοκία γεννήθηκε στα 1906. Ήταν η πρωτότοκη κόρη της Αλεξάνδρας και του παπα-Σωτήρη Π.Παπαγιαννόπουλου, εφημέριου της ενορίας Πλανητέρου. Είχε μία ακόμα αδελφή. Από το όνομα του πατέρα της καθιέρωσε το επώνυμο της σε Παπασωτηρίου. Τα πρώτα γράμματα παίρνει στο σχολείο Πλανητέρου και στο σχολαρχείο στα Μαζέϊκα. Στη συνέχεια έρχεται και τελειώνει το Γυμνάσιο στα Καλάβρυτα σε μία εποχή 1920-1924, πού η πόλη αρχίζει να γνωρίζει μία από κάθε άποψη, μορφωτική, πολιτιστική, τουριστική πρόοδο, που έχει αποκτήσει κατευθείαν επαφή με την Αθήνα με τον Οδοντωτό, που μετράει πάνω από 20 χρόνια λειτουργίας πλέον, φέρνοντας μαζί του καθημερινά και τον ημερήσιο τύπο. Αυτή η ατμόσφαιρα διαμορφώνει ή οπωσδήποτε επηρεάζει καθοριστικά σε πρώτο στάδιο τον χαρακτήρα της. Εδώ στα Καλάβρυτα η Ευδοκία, γνωρίζεται, έχουν φιλικές σχέσεις, με μία άλλη συνομήλική της Καλαβρυτινή κοπέλα την Κατίνα Μακρυγένη, ίσως στη διάρκεια των σπουδών της στο Γυμνάσιο να φιλοξενείται στο σπίτι της. Και μαζί αποφασίζουν να σπουδάσουν στην Αθήνα, Ιατρική η Ευδοκία, Φαρμακευτική η Κατίνα για να κρατήσει το φαρμακείο του πατέρα της Ευσταθίου Μακρυγιένη.
Βρίσκεται έτσι, η Ευδοκία, φοιτήτρια στην Αθήνα, σε μία εποχή έντονων πολιτικοκοινωνικών ζυμώσεων παγκόσμιων (όπως η Οκτωβριανή Επανάσταση στην Ρωσία) και Ελληνικών (όπως η Μικρασιατική καταστροφή- πρόσφυγες) που οπωσδήποτε επηρεάζουν τον χαρακτήρα της. 
Το πτυχίο της Ιατρικής Σχολής
Σπούδασε ιατρική, 1924-1929, πράγμα εντελώς σπάνιο για γυναίκες εκείνη την εποχή, και ήταν μοναδική επαρχιώτισσα. Στα χρόνια των σπουδών της αντιμετώπισε ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον. Πολλές φορές η παρουσία γυναικών στο αμφιθέατρο της σχολής συνοδευόταν από συνθήματα όπως «Αι γυναίκες στην κουζίνα», «Ετσίκνισε το φαγητό», «Κάτω η χειραφέτηση». Όμως παρά το ανδροκρατούμενο κατεστημένο της εποχής της κατάφερε να σπουδάσει και να αποφοιτήσει το 1929 από την Ιατρική Σχολή Αθηνών. Κατά την αποφοίτησή της, τον Δεκέμβριο του 1929, από τους 150 που ορκίστηκαν μόνο η τρείς ήταν γυναίκες, η Ευδοκία και δύο από την Αθήνα. Ακόμα πιο σπάνιο ήταν να προτιμήσει να γυρίσει, να μείνει στην γενέτειρά της μετά τις σπουδές της, στο Πλανητέρο και να ασκήσει εκεί την ιατρική σε όλη την υπόλοιπη ζωή της. Μέχρι και 60 χρόνια, τα εντελώς δύσκολα χρόνια, άσκησε όχι μόνο την ιατρική αλλά ανέπτυξε και έντονη κοινωνική δραστηριότητα. Συμμετείχε ενεργά στην κοινωνική και φιλανθρωπική δραστηριότητα του χωριού της και της γύρω περιοχής. Άσκησε το λειτούργημα (κυριολεκτικά) με απλότητα και καλοσύνη. Με επιστημονική κατάρτιση. Η ενημέρωση της ήταν διαρκής. Μία από τις δύο τσάντες που έφταναν από τον ταχυδρόμο του χωριού ήταν γεμάτη με ιατρικά επιστημονικά περιοδικά και βιβλία για τη γιατρό Ευδοκία, ενώ δεν παρέλειπε να παρακολουθεί ιατρικά συνέδρια σε μία εποχή (μεσοπολέμου) που οι συγκοινωνίες ήταν δύσκολες.
Υπηρέτησε την Ιατρική στην επαρχία μέχρι και μετά την καθιέρωση του θεσμού των Αγροτικών Ιατρείων (1980-1985). Αγανακτώντας στο τέλος με τους «σημερινούς γιατρούς που έχουν εμπορευματοποιήσει την Ιατρική Επιστήμη». Στην Ευδοκία όφειλαν οι Πλανητεριώτες την έδρα Αγροτικού Ιατρείου στο χωριό τους. Τα απομονωμένα και ξεκομμένα χωριά της επαρχίας την είχαν απολύτως ανάγκη. Το Πλανητέρο και τα υπόλοιπα χωριά αυτής της περιοχής συνδέθηκαν με δρόμο (δυσκολοδιάβατο χωματόδρομο) με τα Καλάβρυτα μετά το 1980 για να μπορούν να έρχονται στο Νοσοκομείο οι κάτοικοί τους. Αυτή ήταν που εξυπηρετούσε τα απομονωμένα χωριά "καβάλα σε προγγιάρικα μουλάρια" διέσχιζε τα διάσελα, νύχτα πολλές φορές, για να φτάσει σε άλλα χωριά της περιοχής και να αντιμετωπίσει έκτακτα περιστατικά, μετά από μήνυμα-ειδοποίηση που έπαιρνε από κάποιο περιστατικό πεζό ή καβαλάρη αφού το τηλέφωνο ήταν ανύπαρκτο στα χωριά και μετά το 1965.
Η Ευδοκία στον Εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα 1941-1944
Ένας άνθρωπος, μία γυναίκα, με τέτοιο χαρακτήρα δεν ήταν δυνατό να απουσιάζει από τους πατριωτικούς και κοινωνικούς αγώνες της περιόδου εκείνης. Με ελάχιστα φάρμακα και ιατρικά εργαλεία στη διάρκεια της Ιταλο-Γερμανικής κατοχής προσπάθουσε και αντιμετώπιζε σωρεία περιστατικών, πολιτών και ανταρτών, με κίνδυνο της ζωή της. Ενώ αξίζει να σημειωθεί πως δύο φορές οι Γερμανοί έκαψαν το Πλανητέρο (Δεκέμβριος 1943-Απρίλιος 1944) και εκτέλεσαν όσους κατοίκους δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν.
Υποδέχτηκε πρώτη φορά από όλο το χωριό στα μέσα Μαΐου 1943 την πρώτη ανταρτοομάδα του Γέρο Μίχου όταν πρωτοπέρασε από το χωριό της. Από τις αρχές του 1943 με την έναρξη του ενόπλου αγώνα του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο τάχθηκε στο πλευρό της Αντίστασης. Είχε γίνει η "Γιατρός του βουνού".
Είναι αυτή που μετά τη μάχη της πρώτης ανταρτοομάδας των Καλαβρύτων στην Αγία Λαύρα (13.6.1943) με τους Ιταλούς, περιέθαλψε τον τραυματισμένο αντάρτη από τα Μαζέϊκα Θεόδ Κουτσούμπα (Παπανικολή) που βαριά τραυματισμένο από Βελιά, Σουδενά της τον μετέφεραν στο Μάζι.
Λίγο αργότερα (20.6.1943) εκεί στο Μάζι στρατοπεδεύει για λίγο ο Γέρο Μίχος μετά τη νικηφόρα εναντίον των Ιταλών μάχη στο Φίλια και η Ευδοκία αναλαμβάνει την περίθαλψη των τραυματισμένων ανταρτών. Γράφει σχετικά (6 τετράδια) ο Γέρο Μίχος:
«Την επόμενη ημέρα (από την μάχη στο Φίλια με τους Ιταλούς ) από ένα μικρό οροπέδιο παρακολούθησα μια μεγάλη κίνηση από στρατιωτικές δυνάμεις που έφθαναν από πολλές κατευθύνσεις. Κουβαλήθηκαν πάνω από χίλιοι Ιταλοί στην περιοχή Μαζέϊκων. Αεροπλάνα πέταγαν χαμηλά και ανίχνευαν τα πέριξ υψώματα. Εμείς κάτω από τα έλατα κάποιου πυκνού και νεαρού δάσους αφού πιάσαμε επαφή με τους Μεσανατολίτες αναπαυόμαστε όλη την ημέρα. Έστειλα σε ένα από τα γειτονικά χωριά ένα σημείωμα σε μία φίλη μας γιατρό (Ευδοκία) για να 'ρθει με τα εργαλεία της, φόρεσε και εκείνη μία φορεσιά χωρικής, έβαλε στο γάιδαρό της μία σάκα με χειρουργικά υλικά και κοντά το μεσημέρι κατέφθασε στο λημέρι μας. Αφού περιποιήθηκε τους τραυματίες μας, έφαγε μαζί μας από το νόστιμο φαΐ μας, είπαμε όσα μπορούσαν να ειπωθούν και το βραδάκι γύρισε στο χωριό της με ένα φόρτωμα ξερά καυσόξυλα και από κάτω από το μεσοφόρι τη σάκα με τα εργαλεία της. Με ευγνωμοσύνη θυμάμαι πάντα αυτήν την επιστήμονα».
Με την ίδια ακρίβεια περιγράφει στα 1990 (δεν είχε υπόψη της τα 6 τετράδια του Γέρο Μίχου που εκδόθηκαν το 2020) τα πιο πάνω περιστατικά η Ευδοκία σε μία από τις ελάχιστες (ίσως μοναδική) μαρτυρίες που έκανε στη ζωή της στον συμπατριώτη της Λουκά Μηλιτσόπουλου (Φωνή των Καλαβρύτων 1990) που στην ερώτησή του: "Είχατε πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση" απαντάει: " ήμουνα μεγάλος και τρανός βοηθός των ανθρώπων που νοσήλευα στην Εθνική Αντίσταση. Μετέφερα και μάλιστα στο βουνό με τα ζώα φάρμακα, τροφές, είδη τραυματισμού. Με είχε καλέσει ο Γέρος Μίχος στην περιοχή Αράχωβα στο στρατόπεδο των ανταρτικών ομάδων. Φόρεσα μια φούστα, μια μπλούζα και μια σκέπη για παραπλάνηση των εχθρών. Τα ιατρικά εργαλεία και τα φάρμακα τα έκρυβα μέσα στο σαμάρι του γαϊδουριού. Μόλις έφτασα στο στρατόπεδο με είδαν ατημέλητη και με σταμάτησε ο σκοπός και γέλασε αμέσως όταν αποκαλύφθηκα".
Έχει γραφεί (Περ. Ροδάκης) ότι η Ευδοκία προσέφερε τις πρώτες βοήθειες και περίθαλψε και τον διασωθέντα Γερμανό στρατιώτη από την εκτέλεση των Γερμανών στου Μαγέρου. (Χωρίς βεβαίως αυτό να εκτιμηθεί από τους Γερμανούς).
Στον επόμενο χρόνο 1944 βρίσκουμε την Ευδοκία μέλος της Επαρχιακής Καλαβρύτων του ΕΑΜ. (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο). Μοναδική γυναίκα. Είναι γνωστό ότι το ΕΑΜ θεωρούσε ισότιμες τις γυναίκες, τους αναγνώριζε ίσα δικαιώματα και το δικαίωμα ψήφου.
Η Ευδοκία στον Εμφύλιο 1946-1949
Το χαρτί της σύλληψής της
από το τάγμα Κουβελά
«Μάλιστα πέρασα και στρατοδικείο για την προσφορά μου στο αντάρτικο. Νομίζω το 1950» λέει η Ευδοκία στον Λουκά Μηλιτσόπουλο (Φωνή 1990).
Είναι λίγο πολύ γνωστά τα γεγονότα που ακολούθησαν την κατοχή και την απελευθέρωση της Ελλάδας και οι λόγοι που οδήγησαν στη δημιουργία του Εμφυλίου στην Ελλάδα 1946-1949. Σφοδρές μάχες του εμφύλιου στην Πελοπόννησο έλαβαν χώρα στην επαρχία μας.
Η Ευδοκία στο εμφύλιο δεν ήταν δυνατόν να αρνηθεί την προσφορά βοήθειας στους ελαφρά και βαριά τραυματισμένους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού.
Ήταν η μοναδική στην περιοχή μας ελπίδα που είχαν για βοήθεια, και δεν την αρνήθηκε, στους αποκλεισμένους- αποσυρμένους στα βουνά τραυματίες στα δύσβατα κρησφύγετα μετά τις μάχες με τον κυβερνητικό στρατό της Φρειδερίκης και των Αμερικάνων επικυρίαρχων.
Σε μία τέτοια μάχη, την πιο σφοδρή στην περιοχή μας, την κατάληψη από το Δημοκρατικό Στρατό των Καλαβρύτων στις 9-11 Απριλίου 1948, με δεκάδες νεκρούς εκατέρωθεν και άλλους τόσους τραυματίες (θα έχουμε αφιέρωμα) η Ευδοκία ήταν εκείνη που περιέθαλψε τους αποχωρήσαντες μετά την τριήμερη μάχη τραυματίες του Δημοκρατικού Στρατού, στο Δημοτικού Σχολείο του Πλανητέρου. Δίνοντας βοήθειας στους ελαφρά και χειρουργώντας ακόμα τους πιο βαριά, δίνοντάς τους ελπίδα, χωρίς τα απαραίτητα ιατρικά εργαλεία και φάρμακα. Αυτή η μία γυναίκα γιατρός - θρύλος σε πάνω από 40 τραυματίες.
Να πως περιγράφει σχετικά τις σκηνές ο Κων. Παπακωνσταντίνου (Μπελάς) διμοιρίτης του Δημ. Στρατού που τραυματίστηκε και ο ίδιος στη μάχη των Καλαβρύτων στις 9 Απριλίου 1948. (Νεκρή Μεραρχία):
" Σιγά-σιγά κοντεύαμε να φτάσουμε στο χωριό Πλανητέρου (μετά την μάχη των Καλαβρύτων). Κάποια στιγμή σχίστηκε η κουβέρτα που μου είχαν κάνει φορείο. Σταματήσαμε. Ο Ορέστης βρήκε ένα σύρμα από συρματόπλεγμα και δέσανε το φορείο. Τέλος φθάσαμε στο χωριό. Μας πήγαν στο σχολείο. Εκεί ήταν το πρόχειρο χειρουργείο μας. Η γιατρός έτρεχε πότε εδώ, πότε εκεί. Το σχολείο φωτιζόταν με λάμπες. Η γιατρός έδενε, έκοβε, έραβε, πάνω στα φορεία ή πάνω στο τραπέζι. Τι να έκανε; ΉΤΑΝ ΠΝΙΓΜΕΝΗ ΣΤΟ ΑΙΜΑ. Η ΜΠΛΟΥΖΑ ΤΗΣ ΗΤΑΝ ΚΑΤΑΚΟΚΚΙΝΗ. Άκουσα που έλεγε: "Ευτυχώς! μόνο δύο έχουν κοιλιακά τραύματα". Περίμενα τη σειρά μου. Μου φαινόταν ότι πέρασε ένας χρόνος. Κάθε τόσο ρωτούσα. Έπαιρνε να φωτίσει. Καμμιά φορά ήρθε και σε μένα. "Εσάς τους ελαφρά σας έχω αφήσει τελευταίους" μου είπε. Άρχισε από το πόδι το καθάρισε. Έβγαλε τα θραύσματα (χειροβομβίδας) εκτός από ένα. Αυτό για να βγει πρέπει να σκίσω το ψαχνό μου λέει, και τώρα δεν είναι ώρα. Μετά είδε τα χέρια, το ίδιο, τα έδεσε. Τέλος έλυσε το μάτι. Κάτι του έκανε. Το καθάρισε. Αλάφρωσε. Μετά μου έδωσε ένα χάπι και είπε να με κατεβάσουν από το φορείο στο πάτωμα. Σε λίγο κοιμήθηκα. Όταν ξύπνησα ήταν δέκα η ώρα. Τώρα οι πόνοι είχαν καλμάρει πολύ. Το μάτι με πονούσε μόνο όταν κινείτο ο βολβός. Για αυτό και γώ δεν το κινούσα. Ειδοποίησα τον Γιάννη Κόκκορη και ήρθε. Του είπα ότι είναι γδυτός. Δεν έχω φανέλα πουκάμισο και βρακί. Το παντελόνι μου το χε σκίσει για να με δέσει. Πήγε και μου έφερε... Έφεραν φαγητό. Πολλοί δεν έφαγαν από τους πόνους... Η νύχτα πέρασε καλά για ορισμένους τραυματίες. Αυτοί με τα κοιλιακά τραύματα και τα κατάγματα βογγούσαν όχι όμως πολύ τους έκανε ενέσεις. Την άλλη μέρα τους φόρτωσαν στα μουλάρια..." "Ρώτησα τον Αντρέα μήπως ήξερε καμμιά τρύπα η κρύπτη να βάλουμε τους βαριά τραυματισμένους. Έπρεπε να τους κρύψουμε. Ήταν αδύνατο να τους κουβαλάμε μαζί μας πάνω στις κορφές του Χελμού. Υπήρχε μια κρύπτη. Ήταν σπηλιά την βάση αριστερά, πάνω από ένα βράχο. Τους χωρούσε όλους. Ήταν επτά. Ήταν όμως δύσκολο το ανέβασμα. Άφησαν οι γεροί τα όπλα τους και πήραν τα φορεία. Με χίλια βάσανα τους ανέβασαν". Τελικά ο κυβερνητικός στρατός βρήκε τους βαριά τραυματισμένους που είχε περιθάλψει η Ευδοκία. Μεταφέροντάς τους προς το χωριό τους σταμάτησε ένας Αμερικανός ταγματάρχης. Προσπάθησε να τους ανακρίνει και τελικά τους εκτέλεσε. Και η Ευδοκία έζησε όλα αυτά . Κουβαλούσε στο βλέμμα της όλες αυτές τις εικόνες.
Κρατούμενη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Παναχαϊκής
Ο Δημοκρατικός Στρατός ηττήθηκε στο τέλος του επόμενου χρόνου 1949. Οι τελευταίοι ξεκομένοι αντάρτες του Χελμού, αποκαμωμένοι από την πείνα και το κρύο σκοτώνονται. Όσοι συλλαμβάνονται ή παραδίδονται δολοφονούνται από τους τοπικούς χίτες και ΜΑΥδες. Κάποιοι πιο τυχεροί κρατούνται και βασανίζονται στο υπόγειο του Γιαννούλια στα Μαζέικα και αφού συγκεντρώνεται ικανός αριθμός με τα «Τζέιμς» του Κουβελά, συνοδεία Χωροφυλακής, μεταφέρονται στα Καλάβρυτα ,υπόγειο Αναστασοβίτη και στο απέναντι κτίριο που στεγάζεται η χωροφυλακή. Εκεί στοιβάζονται μέχρι να συγκεντρωθεί ο αριθμός των 80-100 για να μεταφερθούν με τον Οδοντωτό συνοδεία στρατιωτών του Κουβελά για τα «περαιτέρω» στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Πάτρα, γήπεδο Παναχαϊκής σε στημένες δίκες και άδικες φυλακίσεις, εξορίες, εκτελέσεις. Σε όσα μέλη των οικογενειών τους μένουν πίσω απαγορεύεται, με εντολή Κουβελά, να δίνεται οποιαδήποτε βοήθεια, ρούχα, διανομές, τρόφιμα του Ερυθρού Σταυρού.
Μια από τις γυναίκες που είχαν συλληφθεί και αρχικά κρατήθηκε, την έκλεισαν στο υπόγειο Γιαννούλια στα Μαζέικα ήταν και η γιατρίνα Ευδοκία Παπασωτηρίου. Γράφει λοιπόν μεταξύ άλλων ο συμπατριώτης της Γιώργης Χρ. Τσάμης, δάσκαλος, στο λόγο που εκφωνήθηκε στο 40ήμερο μνημόσυνο της στο Πλανητέρο την Κυριακή 8 Αυγούστου 1993 και μου τον έστειλε (κυκλοφορούσα τότε την τοπική εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ)». Βρέθηκαν τότε υπάνθρωποι, ανθρωπόμορφα τέρατα που κατηγόρησαν την Ευδοκία ότι δρούσε αντεθνικώς. Την συνέλαβαν και την έκλεισαν στα Μαζέικα στο υπόγειο του Γιαννούλια. Μετά τη μετέφεραν στην Πάτρα σε φυλακές και στρατόπεδο. Πέρασε από στρατοδικείο και αθωώθηκε παμψηφεί γιατί οι κατηγορίες ήσαν εντελώς αστήρικτες. Ιστορική έμεινε η απολογία της στο στρατοδικείο. Της ανταπέδωσαν αντί του μάννα χολήν, αντί του ύδατος όξος, στη μεγάλη ευεργέτιδα και σωτήρα. Τι μεγάλη αχαριστία για τον άνθρωπο που ευεργέτησε τον τόπο. Ανέβηκε το Γολγοθά του μαρτυρίου με μεγάλη πικρία, χωρίς μνησικακία, δηλαδή να θυμάται το κακό που της έκαναν και να θέλει να το ανταποδώσει».
Η Ευδοκία μετά την κράτηση της στο υπόγειο Γιαννούλια μεταφέρθηκε με τα «Τζέιμς» του Κουβελά στα κρατητήρια των Καλαβρύτων και μετά από παραμονή αρκετών ημερών εδώ μέχρι να συμπληρωθεί ο απαραίτητος αριθμός κρατουμένων μεταφέρονταν με το τρένο στο γήπεδο Παναχαϊκής . Υπόδικη να την περιμένει το Στρατοδικείο. Ήταν η μοναδική γυναίκα από του Πλανητέρου που είχε συλληφθεί ανάμεσα σε 10 ακόμα συντοπίτες της. (τα ονόματα στο βιβλίο Δημ. Βουρτάνη).
Εδώ θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω περιληπτικά πως ο συγκρατούμενός της στα Καλάβρυτα (Ι.Κ.) περιγράφει την κράτηση και μεταφορά των πολιτικών κρατουμένων «Μας πήγαν στα Καλάβρυτα μέσα στο Κρατητήριο. Τα πράγματα εδώ ήταν τραγικά. Μέσα σ΄ένα χώρο 15 τετραγωνικά μας στοίβασαν καμιά 70άρια νομάτους. Ούτε όρθιοι δεν μπορούσαμε να σταθούμε. Μας πέταξαν μέσα και ένα ντενεκέ ντι-ντι, τύκλωσε, λίγο ακόμα και θα παθαίναμε ασφυξία. Χτυπούσαμε την πόρτα, αλλά ποιος να δώσει σημασία. Ευτυχώς κάποιος λοχίας ήρθε να ζητήσει κάποιον αντάρτη…μας άνοιξε πόρτα και παράθυρο και γλυτώσαμε, διαφορετικά θα πεθαίναμε σαν τα τσιμπούρια και τις ψείρες από τα δηλητήρια των Αμερικάνων.
Μετά τα μεσάνυχτα που άλλαξαν οι σκοπιές ήρθαν κάτι καθάρματα του κερατά (επώνυμα γνωστών). Έκλεισαν την πόρτα που μας είχε ανοίξει ο λοχίας να παίρνουμε αέρα και πήραν από μέσα τρεις συντρόφισσές μας και τις βίασαν ομαδικά. Το πρωί που γύρισαν με δάκρυα μας ιστόρησαν το πάθημά τους. Αυτά τα καθάρματα τα είχαν στην ημερήσια διάταξη. Πόσες και πόσες ανυπεράσπιστες κοπέλες δεν δοκίμασαν την κτηνωδία αυτών των κτηνανθρώπων και κατόπιν έρχονται αυτά τα κτήνη να μιλάνε για ηθική, οικογένεια και για θρησκεία. Εμείς στο Δημοκρατικό Στρατό τους σεβαστήκαμε απ΄ όλες τις απόψεις…»
«Από το κρατητήριο μέχρι το Σταθμό του Οδοντωτού πηγαίναμε με τα πόδια. Τι ήταν αυτό το κακό που δοκιμάσαμε στο λίγο αυτό δρόμο που διανύσαμε. Είχαν μαζέψει καταλλήλως, όπως φάνηκε, ορισμένες μαυροφορεμένες γυναίκες και μας πλάκωσαν με τα λιθάρια. Δήθεν αγανακτισμένες και εμείς ήμασταν οι αποδιοπομπαίοι τράγοι, και τους φταίγαμε για όλα. Την πληρώσαμε περισσότερο εμείς οι τραυματίες που δεν μπορούσαμε να τρέξουμε να μπούμε στα βαγόνια. Εμένα και 2-3 άλλους μας έρριξαν κάτω αυτές οι μέγαιρες και μας κλωτσούσαν όσο μπορούσαν. Τι σας έφταιγαν οι Γερμανοί ρε καθάρματα που τους σκοτώσατε μου έλεγε μια που με ποδοπατούσε και αυτοί μας ξεκλήρησαν; Σαν καμπάνες χτυπούσαν τα λόγια της στα αυτιά μου…
…Σηκώνοντας και πέφτοντας φτάσαμε και μεις στο σταθμό και ανεβήκαμε στα βαγονάκια του Οδοντωντού τραίνου και ξεκινήσαμε για το Διακοφτό.
Εδώ αλλάξαμε μέσο συγκοινωνίας και το απόγευμα φτάσαμε στο στρατόπεδο της Πάτρας. Ήταν το γήπεδο της Παναχαϊκής εκεί μέσα είχαν συγκεντρώσει 3000 κόσμο. Είχαν στήσει μέσα στις λάσπες σκηνές μεγάλες αμερικάνικες που έπαιρναν μέσα 40 άτομα, αλλά αυτοί μας στοίβαζαν 60 και παραπάνω. Εκεί μέσα εύρισκες κάθε καρυδιάς καρύδι και κάθε ηλικίας από αντάρτες με διάφορες κατηγορίας, τροφοδότες πληροφοριών κτλ»
Αυτό τον Γολγοθά, αυτή τη διαδρομή ακολούθησε και η Ευδοκία, που σημάδεψε τα χαρακτηριστικά του προσώπου της στην υπόλοιπη ζωή της. Από εδώ είναι και η φωτογραφία (Φωνή 1990) με τις αδελφές Αποστολόπουλου (Γκούτζελη) από τα Μαζέϊκα.
Στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Παναχαϊκή υπήρχαν, τον Αύγουστο του 1949 που κρατήθηκε η Ευδοκία 741 άτομα από τα οποία 70 ήταν γυναίκες. ΟΙ περισσότεροι κρατούμενοι ήταν της επαρχίας Καλαβρύτων. Η Ευδοκία, σαν γιατρός, μάλλον βοηθούσε το προσωπικό του Ερυθρού Στρατού στο στρατόπεδο.
Επιστροφή στου Πλανητέρου
Στο Στρατοδικείο που ακολούθησε η Ευδοκία αθωώθηκε. Οι κατηγορίες ήσαν εντελώς αστήρικτες. Οι μάρτυρες κατηγορίας δίστασαν ή δεν εμφανίστηκαν. Ιστορική έμεινε η απολογία της στο στρατοδικείο. Τότε το χωριό Πλανητέρου (Πρόεδρος Πέτρος Μηλιτσόπουλος) αλλά και οι παροικίες Πλανητεριωτών Πάτρας και Ηλείας μπήκαν μπροστά την υπερασπίστηκαν ώστε να αθωωθεί και να γυρίσει πίσω γιατί φυσικά την είχαν ανάγκη.
Η Ευδοκία μετά την κράτησή της στο στρατόπεδο γυρίζει πίσω στο χωριό. Ένα χωριό κατεστραμμένο που μέσα από την απόλυτη φτώχεια προσπαθεί να αναδημιουργηθεί. Ολόκληρη η επαρχία κατεστραμμένη και οι κατοικοί της έρμαια των παρακρατικών. Φτώχεια-φτώχεια, φτώχεια και τρομοκρατία. Η Ευδοξία ζει η ίδια σ΄αυτό το περιβάλλον και συμπάσχει. Αλύγιστη όμως, ακούραστη, εντελώς απλή, οργώνει κυριολεκτικά την επαρχία προσφέροντας ανακούφιση, απαλύνοντας τον πόνο, αφιλοκερδώς ή με μηδαμινές αποδοχές, πολλές φορές σε είδος, ένα φόρτωμα ξύλα, λίγα αυγά, ή χόρτο για το μουλάρι της. Τη μορφή της πλέον έχουν σμιλέψει όλα όσα έχει ζήσει στη δεκαετία 1940-1950. Η έκφραση του προσώπου της έχει αποστροφή στις κατεστημένες «αξίες» της εποχής και αγανάκτηση αλλά και βαθιά συμπόνοια. «Κάθε Κυριακή στο παζάρι της Κλειτορίας αγόραζε τρόφιμα και όταν επέστρεφε στο Πλανητέρου πολλά από αυτά τα μοίραζε σε πεινώντες και φτωχούς κατοίκους. Σε αρκετούς έδινε και χρήματα. Επίσης χορηγούσε δωρεάν φάρμακα που είχε αγοράσει» (Τάσος Βαγενάς)
Μετά την αποφυλάκισή της στο τέλος του 1949 (Νοε) βρίσκουμε την Ευδοκία στην περιοχή της να βοηθάει-συμμετέχει στις διανομές Οργανώσεων Πρόνοιας όπως η Διεθνής Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού (ΔΕΣ) που πρωτοστατούσε σε προσφορά «βοήθειας προς τον άμαχο πληθυσμό. Ο Α. Λαμπέρ εκπρόσωπος του Δ.Ε.Σ. στην Ελλάδα συμμετείχε σε κοινή αποστολή με τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό με σκοπό τη διανομή ρούχων και κάποιων τροφίμων (αποστολή τους στον άμαχο πληθυσμό από ομογενείς διαφόρων χωρών Αμερικής κυρίως και Ευρώπης) σε παιδιά των Καλαβρύτων. Η Ευδοκία γνωστή στον Λαμπέρ από τις διανομές στο στρατόπεδο Παναχαϊκής συμμετείχε στις διανομές σε παιδιά της αποστολής της 1η Νοεμ. 1949 στα γύρω χωριά Καστριά, Άνω Κλειτορία, Άγιος Νικόλαος Τουρλάδας, Άρμπουνας, Βρώσθενα κλπ. «την έλλειψη του κράτους πρόνοιας αντικαθιστούσαν οι οργανώσεις πρόνοιας που πρόσφεραν πρόνοια δια της φιλανθρωπίας. Τα παιδιά μάλιστα στις αντίστοιχες φωτογραφίες φιλούσαν το χέρι της εκάστοτε Βασιλοφρόνου ερυθροσταρίτισας όταν τους έδινε το δεματάκι με τα λιγοστά τρόφιμα, παπούτσια και μεταχειρισμένο ρουχισμό. Ασκούσαν επιλεκτικά πρόνοια, κάλυπταν επί μέρους ανάγκες. Ο ρόλος τους ήταν σημαντικός κοινωνικά επειδή έλλειπε το κράτος πρόνοιας. Η φιλανθρωπία δεν συνιστά κοινωνική πρόνοια. Εξευτελίζει τον άνθρωπο. Η κοινωνική πρόνοια παρέχει στους ανθρώπους ότι δικαιούνται ενώ η φιλανθρωπία το «δόσιμο» εξαρτάται από την προαίρεση του φιλανθρώπου, αλλά πολλές φορές και από την υποτακτική στάση του ευεργετούμενου. Και αυτά τα γνώριζε η Ευδοκία.
Τα Σάββατα των Καλαβρύτων 1950-1970
Στα Καλάβρυτα θυμάμαι αυτή τη γυναίκα τα πρωϊνά των Σαββάτων του 1960-1965 στην ταβέρνα του πατέρα μου «Η ΠΗΓΗ» (ήταν σε ένα πέτρινο χαμόσπιτο εκεί που σήμερα είναι το ΕΛΛΗΝΙΚΟ). Δέκα-δώδεκα χρονών τότε, με είχαν εντυπωσιάσει ότι ήταν γυναίκα- γιατρός, με τόσο απλή περιβολή και συμπεριφορά, τα χαρακτηριστικά του προσώπου της που μου αποτυπώθηκαν αμέσως, ο σεβασμός των άλλων απέναντί της, το ότι κάπνιζε (μέχρι τότε μόνο γύφτισες γυναίκες είχα δει να καπνίζουν). Στο μικρό ξύλινο τραπέζι που καθόταν άχνιζε μπροστά της ένα πιάτο (βραστό ή πατσάς) και δυο κομμάτια ψωμί. Έφευγε για την αγορά, στο φαρμακείο της Κατίνας Μακρυγένη-Πατσουράκη και επέστρεφε αργότερα με ένα δίχτυ γεμάτο στα χέρια , από τον ίδιο δρόμο στο χάνι του «Ληστή» (Παυλόπουλου) που είχε το μουλάρι της.
Στο σημείο αυτό ταιριάζει απόλυτα η περιγραφή του Τάκη Κατσέπα-Δημητρόπουλου για την Ευδοκία. Περιοδικό ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙΝ (Δεκ 2006)
«Ευδοκία!
Έτσι άκουσα να την φωνάζουν στο Χάνι της Παυλοπούλου τα Σάββατα, που κατέβαινε στα Καλάβρυτα από το Πλανητέρο. Ένα πλάσμα παράξενο, ασήμαντο, κακομοιρούλα. Ένα πλεχτό μαντιλό ακαθορίστου σχεδίου και χρώματος, ένα βελέσι που συναγωνιζότανε το σκυλί της στα τριβόλια. Δεκάχρονες αρβύλες με πρόκες γαρυφαλάτες δίχως κορδόνια. Μπαρουλέ κάλτσες χωρίς καλτσοδέτες. Ένα τράστο στο ώμο. Δεν πίστεψα ότι ήταν γιατρός. Γιατρός όλων των ειδικοτήτων, παθολόγος, γυναικολόγος και χειρουργός. Όργωνε μόνη τα χωράφια της και το βράδυ κοιμόταν στο βουνό να μη χάνει χρόνο στο πήγαινε έλα. Για τις γιατρικές προσφορές της δεν πληρωνόταν. Μετείχε στην αντίσταση και στους δυο πολέμους.
Μια διμούτσουνη κρυβόταν κάτω από κείνο το ξεβαμμένο μαντιλό. Πιστή στον όρκο του Ιπποκράτη πρόσφερε τις υπηρεσίες της στον άρρωστο Γερμανό συνάδερφό της αφήνοντάς τον άφωνο με τις γνώσεις της, τα Γαλλικά και τα Γερμανικά της. Για χρόνια θα αναρωτιώταν αν εκείνο το πλάσμα με τη σκέπη αν ήταν γιατρός κομπογιαννίτισα ή αγία. Ήταν κόρη παπά κι έψελνε τους πεθαμένους. Προσωπικότητα παράξενη. Όταν έμαθα την ιστορία της όλα μεταμορφώθηκαν. Το γαϊδούρι της έγινε άλογο. Τα ρούχα της φτωχικά αστράψανε και το φως με θάμπωνε να δω το πρόσωπό της. Ήταν για μένα η μοναδική Ευδοκία».
Η Ευδοκία είχε προβλήματα και στη διάρκεια της δικτατορίας αργότερα 1967-1974. Μάλιστα συνελήφθη με αφορμή την κριτική που έκανε για μια μονάδα στρατού που είχε στρατοπεδεύσει στο γήπεδο του Πλανητέρου.
Την ίδια εποχή και μετά ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα για να βγάλει τη σύνταξή της. Ανασαίνει «μετά το 1975 όταν πλέον έχει συνταξιοδοτηθεί χωρίς να σταματήσει να προσφέρει τις υπηρεσίες της όπου τις είχαν ανάγκη και να καθοδηγεί τους νεαρούς αγροτικούς γιατρούς που πηγαινοέρχονταν στο Πλανητέρου. Διαβάζουμε την πρώτη της συνέντευξη που έδωσε στον Λουκά Μηλιτσόπουλο στη «ΦΩΝΗ» το 1990.
Την περιέθαλψαν τέλος ο ανιψιός της Σπήλιος Παπαγιαννόπουλος και η σύζυγός του. Στους οποίους οφείλουμε και το σχετικό φωτογραφικό υλικό το οποίο φρόντισε να μας αποστείλει ο Μαζιώτης Γεωπόνος-συγγραφέας Τάσος Βαγενάς μαζί με σύντομο ενημερωτικό σημείωμα για την Ευδοκία, η οποία έφυγε από τη ζωή το 1993 αφήνοντας μια πολύ βαριά παρακαταθήκη στους νεώτερους, στην κοινωνία, στους γιατρούς, στην επαρχία.
Οι συμπατριώτες της Πλανητεριώτες την τίμησαν είκοσι χρόνια αργότερα Αύγουστος 2013 με την τοποθέτηση προτομής της.
Η Ευδοκία δεν ξέχασε ποτέ ότι προερχόταν από αγροτοοικογένεια. Μεγάλωσε με στερήσεις και βάσανα. Τράφηκε με τραχανά και χόρτα του Βουνού. Διάβηκε καρτερικά σε κείνους τους αιμοτοβαμένους χρόνους. Ανεμοδαρμένη από τους καιρούς και τους απάνθρωπους ανθρώπους. Έζησε στο πετσί της την αχαριστία χωρίς να μισήσει τους συγχωριανούς της.
Πίστεψε στους αγώνες του Ελληνικού λαού για διατήρηση του πολιτισμού του, τους δημοκρατικούς θεσμούς και την ανεξαρτησία του.
Δεν έζησε μόνο τα γεγονότα της κατοχής, της αντίστασης, του εμφυλίου, παίρνει μέρος, βλέπει κουφάρια δίπλα της, και βαριά τραυματισμένους.
Παρακολουθεί με αγωνία την πορεία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Βλέπει με λαχτάρα τις μάχες στα διάσελα στις σπηλιές. Χαίρεται με τις επιτυχίες υποφέρει με τις αποτυχίες, και όταν αργότερα τα γύρω βουνά και τα λαγκάδια γεμίζουν διωκώμενους η Ευδοκία είναι εκεί.
Έζησε με τους θαρραλέους τους ασυμβίβαστους τους απροσκύνητους, γιαυτό η πίκρα και η αγανάκτηση αποτυπωμένη στο πρόσωπό της στην τελευταία φωτογραφία.
Μέχρι τα βαθιά γεράματα διατηρούσε διαύγεια πνεύματος και μνήμης και έχαιρε μεγάλου σεβασμού και εκτίμησης.
Υπήρξε ΗΡΩΙΔΑ της Ιατρικής επιστήμης, ηρωϊδα της Εθνικής Αντίστασης, Ηρωϊδα της Ελλάδας με τεράστια κοινωνική και εθνική δράση και έργο. Ας τα έχει υπ΄όψη της αυτά η Εκκλησία που πρόσφατα ανακήρυξε Αγίους τον Χριστόφορο Παναγιωτόπουλο και τον Αθανάσιο Χαμακιώτη.

Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα: ΩΡΑ των ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ
Απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «μεταφόρτωση» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά ή περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του kalavrytanews.com 

{full_page}

Δεν υπάρχουν σχόλια