Β΄ μέρος Το Α' μέρος δείτε το εδώ ΕΔΩ -Η Πτώση οκτώ Αμερικανικών Βομβαρδιστικών στη γραμμή Ερύμανθος- Αγία Λαύρα- Χελμός στις 11 Ιανο...
Το Α' μέρος δείτε το εδώ ΕΔΩ
-Η Πτώση οκτώ Αμερικανικών Βομβαρδιστικών στη γραμμή Ερύμανθος- Αγία Λαύρα- Χελμός στις 11 Ιανουαρίου 1944
- Η τρίμηνη απόκρυψη και συντήρησής τους από τον ΕΛΑΣ και τέλος η φυγάδευσή τους στην Ιταλία
Η διάσωση και περίθαλψη 16 επιζώντων Αμερικανών αεροπόρων, από τον ΕΛΑΣ και τους πολίτες της περιοχής, στη Μονή Πορετσού.
-Η μεταφορά τους στην έδρα της Βρετανικής αποστολής στα Μιχαλέϊκα-συνάντηση με τον σμήναρχο αρχηγό του ΕΛΑΣ Δημ. Μίχο
-Η μετακίνηση τους από το κέντρο της Πελοποννήσου, με 30 ακόμα αυτόμολους στον ΕΛΑΣ (Ιταλούς-Γερμανούς- Αυστριακούς) σε παραλία κοντά στη Ζαχάρω και η μεταφορά τους από αντιτορπιλικό στην Ιταλία
Σαν μια από τις πιο αιματηρές και αποτυχημένες αποστολές των «συμμαχικών» δυνάμεων (Αγγλο-Αμερικάνων) χαρακτηρίζεται ο μεγαλύτερος βομβαρδισμός του υπό Γερμανική κατοχή Πειραιά της 11ης Ιανουαρίου 1944, ο οποίος έγινε στα τυφλά από τις ομάδες Αμερικανικών βομβαρδιστικών, που έδρευαν στην Ιταλία, τις μεσημβρινές ώρες, και αργότερα την ίδια ημέρα από τους Άγγλους.
Η επιχείρηση που έχει χαρακτηρισθεί σαν ένα αγγλοαμερικανικό έγκλημα πολέμου κατά αμάχων είχε σαν αποτέλεσμα το θάνατο 700 τουλάχιστον αμάχων πολιτών όλων των ηλικιών. Ήταν εσκεμμένη ενέργεια κατά των πολιτών ορισμένων συνοικιών του Πειραιά ή απερισκεψία και λάθος; Ο βομβαρδισμός έχει χαρακτηριστεί πως υπήρξε «άστοχος και άσκοπος» αφού οι βόμβες των αμερικανών δεν έπληξαν σημαντικούς γερμανικούς στόχους. Υποτίθεται πως πήγαιναν για αλλού, και αλλού πέσανε, σκοτώνοντας εκατοντάδες Έλληνες αμάχους. Σκοτώθηκαν μόνο 8 Γερμανοί ενώ ελάχιστα ή καθόλου δεν χτυπήθηκαν Γερμανικές εγκαταστάσεις στο λιμάνι του Πειραιά και της Ελευσίνας ή Γερμανικές αποθήκες πυρομαχικών.
Σε αυτή την επιχείρηση πήγαιναν και τα οκτώ βομβαρδιστικά των Αμερικάνων που έπεσαν στην επαρχία μας χτυπημένα μεταξύ τους λόγω της πυκνής νέφωσης και βροχόπτωσης που επικρατούσε εκείνες τις ώρες της 11.1.1944.
Ήταν της 301 ομάδας, της δεύτερης από της τέσσαρεις που είχαν βγάλει, που ακολουθούσε. Όταν δύο βομβαρδιστικά από την προηγούμενη ομάδα (2η) λόγω μηχανικής βλάβης γύριζαν πίσω επιστρέφοντας στη βάση τους. Εισήλθαν και τα δύο στην ίδια πυκνή νέφωση και λόγω μηδενικής ορατότητας συγκρούστηκαν με τα έξι ερχόμενα βομβαρδιστικά της 301 που ακολουθούσε.
Όπως έχουμε γράψει και στο πρώτο μέρος του αφιερώματος ( Αύγουστος 2022) τα Αμερικανικά βομβαρδιστικά απογειώθηκαν από αεροπορική βάση νότια της Φότζια της Ιταλίας στις 10.00΄ το πρωί με στόχο τον βομβαρδισμό, όπως ισχυρίζονται, τα Γερμανικά πλοία και τις αποθήκες και βάσεις εξοπλισμού των Γερμανών στον Πειραιά (εκ του αποτελέσματος δεν φάνηκε αυτό). Οκτώ από αυτά, όπως πιο πάνω αναφέρουμε, γύρω στις 12.40΄ βρέθηκαν πάνω από τη βόρεια Πελοπόννησο, στα βουνά της επαρχίας μας, σε ύψος 20.000 ποδιών και χτυπημένα μεταξύ τους, με αιτία όπως είπαμε την πυκνή νέφωση, συνετρίβησαν τα επτά στις οροσειρές του Ερυμάνθου γύρω από τον Αστρά-Πορετσό- Αγράμπελα και το ένα στη Βελιά μεταξύ Κραστικών και Αγίας Λαύρας (πιθανό το ένα από τα δύο που επέστρεφαν με μηχανική βλάβη).
Ο αέρας το μεσημέρι εκείνης της ημέρας (11.1.1944) γέμισε συντρίμμια, ακούστηκαν φοβερές εκρήξεις, τα αεροπλάνα διαλύθηκαν, φλεγόμενα κομμάτια των Β17 έπεφταν βροχή στο έδαφος.
Από τα μέλη των πληρωμάτων 70 περίπου χάθηκαν στις οροσειρές του Ερυμάνθου και 16 μέλη επέζησαν και διασώθηκαν από τον ΕΛΑΣ (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό) παρά το ότι η Ελλάδα εκείνη την εποχή ήταν εχθρικό κατεχόμενο έδαφος.
Αυτή τη διάσωση, τη διαφύλαξή τους επί τρείς μήνες στα αντάρτικα κρησφύγετα της επαρχίας μας και εν τέλη τη φυγάδευσή τους στην Ιταλία, όπως και την περισυλλογή και ταφή των διαμελισμένων πληρωμάτων θα περιγράψουμε σε αυτό το αφιέρωμα. Οι κάτοικοι των χωριών της επαρχίας μας, με την φροντίδα των οργανώσεων του ΕΑΜ, τους συντήρησαν πλουσιοπάροχα, επί τρείς μήνες, τους περιέθαλψαν, φρόντισαν για κρησφύγετα μεταφορικά μέσα, στέγαση, θέρμανση, τροφοδοσία, ιατρική περίθαλψη, ασφάλεια, προστασία από τις Γερμανικές επιδρομές.
-Περισυλλογή των νεκρών- Δεκαπενθήμερη περίθαλψη των επιζώντων στη Μονή Πορετσού
Με την εποπτεία και συνδρομή του ΕΛΑΣ μεταφέρθηκαν οι διασωθέντες τραυματίες από τα γύρω βουνά που περισυνελέγησαν στη Μονή Πορετσού μέχρι και μετά τις 17.00΄ που νύχτωσε της 11.1.1944 μέσα από δύσβατα μονοπάτια.
Τσοπάνηδες, μικροί, αδύνατοι, αξύριστοι, κακοντυμένοι, ξυπόλητοι, βοήθησαν, ένας σε κάθε πλευρά, με τα χέρια των τραυματισμένων αλλά καλοταϊσμένων, βαριών, Αμερικάνων στους ώμους τους να κατεβούν τις πλαγιές των κακοτράχαλων βουνών σε απότομα δύσβατα μονοπάτια γεμάτα ογκόλιθους και να τους μεταφέρουν με ασφάλεια στη Μονή Πορετσού.
Τους πρόσφεραν αρχικά για να συνέρθουν για γουλιά «ελληνική αμβροσία», τσίπουρο στα ευρύχωρα δώματα της Μονής, και ζεστασιά στα αναμμένα τζάκια, ενώ οι γυναίκες της περιοχής τους είχαν στρώσει πλουσιοπάροχο τραπέζι με φαγητά. Επιστρατεύτηκε γιατρός της περιοχής και με τις ελάχιστες ιατρικές προμήθειες και ιατρικά εργαλεία που είχε στη διάθεσή του κατάφερε να δέσει τα τραύματά τους να τους κάνει υποδόριες ενέσεις. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο μοναστήρι τους επισκέφθηκε τέσσερις φορές, περπατώντας κάθε φορά έξι ώρες για να προσφέρει τις πρώτες ουσιαστικές βοήθειες. Οι Αμερικάνοι όμως τραυματίες, μη έχοντας επίγνωση των συνθηκών κατοχής, είχαν μεγαλύτερες απαιτήσεις και σχολίαζαν τον γιατρό αρνητικά για τις ελλείψεις σε εξοπλισμό και φάρμακα. Ο εν λόγω γιατρός ήταν ο καταγόμενος από τον Αστρά Περικλής Παπανικολόπουλος τον οποίο με την κατηγορία της περίθαλψης των τραυματιών και της ενταφίασης των νεκρών Αμερικανών αεροπόρων, συνέλαβαν και κράτησαν οι Γερμανοί στην απομόνωση αργότερα στη Γερμανική στρατιωτική διοίκηση της Αμαλιάδος.
Ταυτόχρονα τις επόμενες ημέρες πολλοί «ιθαγενείς» μαζί με τους ικανούς Αμερικανούς διασωθέντες έθαψαν όσα από τα διαμελισμένα πτώματα, αγνώστων στοιχείων μπόρεσαν να βρουν.
Στη Μονή Πορετσού είχαν καταφύγει εκείνη την εποχή και 4-5 καλόγριες διωγμένες από τον Πύργο από τους Γερμανούς. Αυτές και δύο εθελόντριες της περιοχής περιποιήθηκαν στη διάρκεια της παραμονής τους εκεί τους τραυματίες Αμερικανούς για 24 ώρες κάθε ημέρα, βοηθώντας τους να μετακινηθούν και να συντηρηθούν. Το μοναστήρι βρισκόταν εν τω μεταξύ υπό την αυστηρή προστασία των ανταρτών του ΕΛΑΣ ο οποίος ήταν σε ετοιμότητα να τους μετακινήσει, με κάθε κίνδυνο Γερμανών.
Η παρουσία των ανταρτών, φάνηκε κάποια στιγμή να ενοχλεί τους Αμερικανούς, από τις μεταξύ τους συζητήσεις, όπου τους παρομοίαζαν με «φορητά οπλοστάσια» ακόμη περισσότερο τους ενοχλούσαν οι εκκλήσεις τους για προμήθειες, ρίψεις, όπλων, πυρομαχικών και τροφίμων.
Λίγες ημέρες αργότερα ηρέμησαν όταν τους επισκέφθηκε ο Ιρλανδός λοχαγός του Βρετανικού στρατού Ο΄Donnell που τους έφερε «πολλά χρήσιμα αντικείμενα» «σαπούνι-πετσέτες-οδοντόβουρτσες- οδοντόκρεμα- αλλά όχι ξυραφάκια» και τους άφησε φεύγοντας από μια χρυσή λίρα αξίας, περίπου 8 δολλάρια στην Αμερική, αλλά ίση με τη ζωή ενός ανθρώπου εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα ο Ο΄Donnell συμφώνησε με τον ΕΛΑΣ να τους μεταφέρουν, μετά από δύο εβδομάδες περίπου διαμονής στη Μονή Πορετσού, στο κεντρικό Βρετανικό αρχηγείο της περιοχής στα Μιχαλέϊκα, με σκοπό να τους φυγαδεύσουν στην Ιταλία.
Πριν φύγουν από τη Μονή Πορετσού έδωσαν διάφορα χρήσιμα πράγματα στο γιατρό ένα αλεξίπτωτο στις κυρίες που τους είχαν περιθάλψει και ένα αλεξίπτωτο στην Ηγουμένη των μοναχών την οποία χαρακτήρισαν «φωτισμένο και μορφωμένο άτομο». Μάλιστα οι καλόγριες καθώς οι Αμερικάνοι έφευγαν έκλαιγαν και αυτοί τους έσφιξαν τα χέρια, φιλικά, εκφράζοντάς των ευγνωμοσύνη τους.
Αναχώρησαν από το Μοναστήρι του Πορετσού την Κυριακή, 23 Ιανουαρίου, νωρίς το πρωί, ακριβώς 14 ημέρες μετά την πτώση τους, και την ίδια ημέρα αργά τη νύχτα με τη συνοδεία, ασφάλεια, αντάρτικου τμήματος και του Ο΄Donnell έφτασαν εντελώς εξαντλημένοι στα Μιχαλέϊκα.
- Η παραμονή τους στα Μιχαλεϊκα- Η συνάντηση με τον σμήναρχο αρχηγό του ΕΛΑΣ Δημήτριο Μίχο
Στα Μιχαλέϊκα, μοιράστηκαν να διαμείνουν, σε διάφορα σπίτια, δύο από τους τραυματίες έμειναν στο διώροφο σπίτι του Προέδρου. Χαρακτήρισαν «αξιαγάπητη» τη σύζυγο ενώ δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πως «τα παιδιά του, τρία, ήταν από τα ωραιότερα παιδιά που είδαν στην Ελλάδα, τόσο γεροδεμένα, όταν όλα τα άλλα παιδιά έμοιαζαν μισοπεθαμένα. Η θνησιμότητα στη διάρκεια της κατοχής των βρεφών πλησίασε σχεδόν κοντά στο 100%. Ο πάνω όροφος του σπιτιού είχε δύο μεγάλα δωμάτια και ένα προθάλαμο. Η οικογένεια ζούσε στην κουζίνα με το τζάκι, τα ζώα κάτω από τις σκάλες. Εκεί έμειναν για τρείς εβδομάδες οι τραυματίες, με θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν σκεπασμένοι με όλες τις κουβέρτες της οικογένειας. Η μεγαλύτερη κόρη Ελένη τους έφερνε το φαγητό και τους κρατούσαν συντροφιά.
Τα Μιχαλέικα σε μικρή απόσταση σχετικά από την Πάτρα ήταν για μεγάλο διάστημα κέντρο των Βρετανών πρακτόρων. Εκεί τα συμμαχικά αεροπλάνα έριχναν πολεμοφόδια και μεγάλες προμήθειες τροφίμων.
Εδώ έγινε η συνάντησή τους με τον Αρχηγό του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου Δημ. Μίχο. Φωτογραφήθηκαν μαζί του, τους εντυπωσίασε, έχουμε γράψει σχετικά στο πρώτο αφιέρωμα, του υποσχέθηκαν πολλά. Τίποτα δεν υλοποίησαν.
Τελικά μετά από 23 ημέρες παραμονής τους στα Μιχαλέϊκα αποφασίστηκε 14 Φεβρουαρίου να μετακινηθούν προς τα νότια με προορισμό τελικό τη Ζαχάρω Ηλείας κοντά στο Ιόνιο Πέλαγος όπου θα ήταν δυνατό να τους φυγαδεύσει πολεμικό πλοίο στην Ιταλία. Ενώ η απόσταση παραλιακά ήταν αρκετά μικρή, η μετακίνηση εδώ έπρεπε να γίνει περιμετρικά από το κέντρο της Πελοποννήσου γιατί τα παράλια, Πάτρα-Πύργου , ήταν πιασμένα από τους Γερμανούς, έτσι η απόσταση που έπρεπε να διανύσουν τριπλασιάστηκε.
Ενώ η πομπή αρχικά περιλάμβανε τους 16 Αμερικανούς έναν ΕλληνοΕγγλέζο πράκτορα (Εrick υπολοχαγό του Βρετανικού στρατού, το όνομά του στη διάθεσή μας) και τους ιδιοκτήτες των γαϊδουριών και αλόγων, σύντομα διογκώθηκε συγκεντρώνοντας αρκετούς Ιταλούς φυγάδες στον ΕΛΑΣ, Βρετανούς πιλότους που είχαν καταρριφθεί, Έλληνες πράκτορες, Κρητικούς, Κύπριους αλλά και λιποτάκτες (αυτόμολους στον ΕΛΑΣ) Γάλλους, Τσέχους, Ρώσους, Αυστριακούς. Μια ομάδα πάνω από 40 άτομα, με ένα εντυπωσιακό συνοθύλευμα φθαρμένων στολών αμερικανικού, Βρετανικού, Ιταλικού, Γερμανικού, Ελληνικού στρατού. Πολλοί δεν είχαν παπούτσια αλλά τύλιγαν τα πόδια τους με κουρέλια, υπέφεραν από τραυματισμούς και άσχημες, τρεχούμενες πληγές.
Ο «Έρικ» ο Έλληνας φρόντιζε για την διαμονή τους, προπορευόμενος της ομάδας και φτάνοντας σε κάθε χωριό πριν από αυτή. Η πορεία ήταν δύσκολη στο χιόνι και το κρύο, με θερμοκρασίες και την ημέρα κοντά στο μηδέν. Τους Αμερικάνους τους ενοχλούσε που οι Έλληνες μιλούσαν πολύ δυνατά και χειρονομούσαν. Τα μονοπάτια μέσα από τα βουνά άλλοτε ανηφορικά άλλοτε κατηφορικά ήταν δύσβατα. Τα ζώα σκελετωμένα από την πείνα πολλές φορές τα στήλωναν μεταφέροντας τους τραυματίες. Τα μονοπάτια γίνονταν αόρατα από το χιόνι πολλές φορές. Μια από τις διανυκτερεύσεις τους έγινε κοντά στα Καλάβρυτα (Βυσωκά ή Κέρτεζη) όπου πληροφορήθηκαν τα γεγονότα των εκτελέσεων αμάχων το Δεκέμβρη του 1943. Η διανυκτέρευσή τους γινόταν σε σπίτια χωρικών με ευθύνη και προετοιμασία των πολιτικών οργανώσεων του ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) όπως και η τροφοδοσία τους σε κάθε στάση. Κάθε βράδυ επιβαλλόταν η φιλοξενία τους στα σπίτια κάποιων καλών Ελλήνων. Μοιραζόσαντε από ένας- δύο σε κάθε σπίτι. Κάποια στιγμή σύντομα τελείωσαν και οι μερίδες φαγητού του Βρετανικού στρατού που χρησιμοποιούσαν ενισχύοντας την τοπική διανομή και πλέον τα χωριά που διανυκτέρευαν έπρεπε να τους συντηρούν και με τρόφιμα. Διασχίζοντας τους ορεινούς όγκους του εσωτερικού της Βόρειας Πελοποννήσου περνώντας και διανυκτερεύοντας στην Ανδρίτσαινα την Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου κατέληξαν μετά από οκτώ ημερόνυχτα πεζοπορίας στο χωριό Γαρδίτσα. Ήταν Απόκριες. Φιλοξενήθηκαν εκεί μέχρι το τέλος του μήνα. Ξεκίνησαν πάλι την πορεία τους νότια την 1η Μαρτίου με επικεφαλής αυτή τη φορά τον λοχαγό του Βρετανικού στρατού Frazier (αρχαιολόγος) μέσω Αρχαίας Ολυμπίας. Οι κλιματικές συνθήκες πλέον είχαν αλλάξει προς το καλύτερο, όπως και το τοπίο, το αεράκι ήταν ζεστό, επίπεδο το έδαφος και η Ζαχάρω ο προορισμός τους αρκετά κοντά.
Τελικά επειδή η Ζαχάρω βρίσκεται πάνω στη σιδηροδρομική γραμμή και υπήρχε το ενδεχόμενο των ξαφνικών και απροσδόκητων «επισκέψεων των γερμανικών στρατευμάτων από τον Πύργο μετακινήθηκαν λίγα χιλιόμετρα βορειότερα στο χωριό Αρήνη, στους πρόποδες των βουνών. Εκεί ολόκληρο σχεδόν τον Μάρτιο περίμεναν την ημερομηνία αναχώρησης ή οποία οριζόταν για «αύριο το βράδυ» δώδεκα φορές ή και περισσότερο. Πάντα προστατευόμενοι από τμήματα του ΕΛΑΣ και διατρεφόμενοι από τις πολιτικές οργανώσεις του ΕΑΜ.
Ήταν 4 Μαρτίου όταν επιτέλους τελείωσαν οι πεζοπορίες. Ο Βρετανός αξιωματικός που ήταν επικεφαλής τους εξήγησε ότι θα περίμεναν εκεί ακόμα δεκαπέντε ημέρες μέχρι να προσεγγίσει συμμαχικό πολεμικό πλοίο στο προκαθορισμένο σημείο κοντά στην Ζαχάρω. Για την διατροφή και τα έξοδα της παραμονής τους στους Αμερικάνους διασωθέντες αεροπόρους μοιράστηκε από τους Βρετανούς στον καθένα από «ένα κουτί παπουτσιών γεμάτο ελληνικές δραχμές για χαρτζιλίκι». Αρκετά εκατομμύρια δηλαδή ώστε να απολαμβάνουν κάθε γνωστή ευκολία «εκτός από το μπάνιο» φαγητό πλούσιο, κατσικίσιο κρέας, βραστά αυγά, αλάτι τυλιγμένο σε χαρτί, κρούστες ψωμιού κτλ.
Δυσαρέσκεια όμως και ανεξήγητο υποβόσκοντα φόβο προκαλούσε στους Αμερικάνους αεροπόρους της ομάδας η φρουρά των ανταρτών που είχε οριστεί για την προστασία τους. Την χαρακτηρίζουν «ανεύθυνη ομάδα και ως προστάτες αποτελούσαν βάρος». Τους ενοχλούσε το «εθνικό αναψυκτικό» το ούζο που ήταν "άφθονο κάθε βράδυ" και η «κανάτα που είχε κάνει ένα συγκεκριμένο αριθμό στροφών γύρω από την παρέα των ανταρτών». Όλοι ήταν οπλισμένοι με ένα πολυβόλο, και κάθονταν άπραγοι δίπλα στο τζάκι, ενώ όταν μεταξύ των ανταρτών ξεσπούσαν μικροδιαπληκτισμοί τα νεύρα των Αμερικανών ήταν τεντωμένα. Πολλές φορές στο διάστημα αυτό προγραμματιζόταν να φύγουν και ξεκινούσαν για αυτό αλλά οι εκκινήσεις υπήρξαν λανθασμένες. Κατέβαιναν δέκα μίλια μακρυά στην παραλία τη νύχτα και κάθονταν ανάμεσα στους αμμόλοφους μέχρι μία ώρα πριν την αυγή, οπότε και γύριζαν πίσω στο χωριό και περίμεναν άλλη μία λανθασμένη εκκίνηση. Αυτές οι νυχτερινές αγρυπνίες είχαν γίνει μονότονες. Τώρα επικεφαλής βρετανός λοχαγός ήταν ο Πίτερ Τετλεϊ που κουρασμένος από την ανυπόμονη και εκνευριστική συμπεριφορά των Αμερικανών έκανε το παν για να τους ξεφορτωθεί. Αποφασισμένος για αυτό έστειλε πολλά μηνύματα στο Συμμαχικό Αρχηγείο στην Ιταλία, εκλιπαρώντας για τη μεταφορά.
Επιτέλους εκείνη τη νύχτα της 4 Απριλίου του 1944 έφτασε η ώρα της αναχώρησης. Έφτασαν στις 22.15' στο καθορισμένο σημείο αποχώρησης. Λίγα λεπτά αργότερα ένα αμυδρό φως έλαμψε στα κύματα της θάλασσας. Ο βρετανός Tetley είχε τοποθετήσει ένα κερί μέσα σε ένα διάτρητο τενεκεδάκι καυσίμων, ανάβοντας και άλλα τενεκεδάκια έστειλε σήμα στο πλοίο και πήρε παρόμοιο σήμα από αυτό. Αυτό ήταν, αν και η χαρά τους ήταν τεράστια κανείς τους δεν έβγαλε άχνα. Ο Τέτλεϊ με τα κιάλια του που ήταν εξοπλισμένα με συσκευή υπέρυθρων κοιτάζοντας πέρα από την παραλία αν και η νύχτα ήταν πολύ σκοτεινή είδε στα φουσκωμένα κύματα μία σειρά από μικρές βάρκες που κατευθύνονταν προς την ακτή, από μία μηχανοκίνητη βάρκα, και πίσω από αυτές πέρα στο βάθος ένα Ιταλικό αντιτορπιλικό, αρκετά μεγάλο. Όλοι της ομάδας των 40 που περίμεναν έτρεξαν στην ακτή. Συγκεντρώθηκαν γύρω από κάθε βάρκα σχηματίζοντας μια γραμμή για να βοηθήσουν στην εκφόρτωση φορτίων όπλων και πυρομαχικών. Μεγάλος αριθμός ανταρτών ήταν εκεί για να παραλάβουν τα πυρομαχικά. Αμέσως μετά επιβιβάστηκαν οι 40 στις βάρκες. Σε λίγα λεπτά οι βάρκες κατέπλευσαν και άρχισαν να ανεβαίνουν στο αντιτορπιλικό. Οι μηχανές του άρχισαν να δουλεύουν στο φουλ και ξεκίνησε την πορεία του προς τα βόρεια και δυτικά. Αυτό έγινε λίγο μετά τα μεσάνυχτα, τις πρώτες πρωινές ώρες της 4 Απριλίου 1944. Είχαν περάσει για τους Αμερικάνους αεροπόρους τους διασωθέντες από την πτώση των βομβαρδιστικών Β17 στην επαρχία των Καλαβρύτων 84 ημέρες. Στις 17.00' της ίδιας ημέρας 4 Απριλίου 1944 το αντιτορπιλικό έριξε άγκυρα στον Τάραντα της Ιταλίας.
Η επιχείρηση που έχει χαρακτηρισθεί σαν ένα αγγλοαμερικανικό έγκλημα πολέμου κατά αμάχων είχε σαν αποτέλεσμα το θάνατο 700 τουλάχιστον αμάχων πολιτών όλων των ηλικιών. Ήταν εσκεμμένη ενέργεια κατά των πολιτών ορισμένων συνοικιών του Πειραιά ή απερισκεψία και λάθος; Ο βομβαρδισμός έχει χαρακτηριστεί πως υπήρξε «άστοχος και άσκοπος» αφού οι βόμβες των αμερικανών δεν έπληξαν σημαντικούς γερμανικούς στόχους. Υποτίθεται πως πήγαιναν για αλλού, και αλλού πέσανε, σκοτώνοντας εκατοντάδες Έλληνες αμάχους. Σκοτώθηκαν μόνο 8 Γερμανοί ενώ ελάχιστα ή καθόλου δεν χτυπήθηκαν Γερμανικές εγκαταστάσεις στο λιμάνι του Πειραιά και της Ελευσίνας ή Γερμανικές αποθήκες πυρομαχικών.
Σε αυτή την επιχείρηση πήγαιναν και τα οκτώ βομβαρδιστικά των Αμερικάνων που έπεσαν στην επαρχία μας χτυπημένα μεταξύ τους λόγω της πυκνής νέφωσης και βροχόπτωσης που επικρατούσε εκείνες τις ώρες της 11.1.1944.
Ήταν της 301 ομάδας, της δεύτερης από της τέσσαρεις που είχαν βγάλει, που ακολουθούσε. Όταν δύο βομβαρδιστικά από την προηγούμενη ομάδα (2η) λόγω μηχανικής βλάβης γύριζαν πίσω επιστρέφοντας στη βάση τους. Εισήλθαν και τα δύο στην ίδια πυκνή νέφωση και λόγω μηδενικής ορατότητας συγκρούστηκαν με τα έξι ερχόμενα βομβαρδιστικά της 301 που ακολουθούσε.
Όπως έχουμε γράψει και στο πρώτο μέρος του αφιερώματος ( Αύγουστος 2022) τα Αμερικανικά βομβαρδιστικά απογειώθηκαν από αεροπορική βάση νότια της Φότζια της Ιταλίας στις 10.00΄ το πρωί με στόχο τον βομβαρδισμό, όπως ισχυρίζονται, τα Γερμανικά πλοία και τις αποθήκες και βάσεις εξοπλισμού των Γερμανών στον Πειραιά (εκ του αποτελέσματος δεν φάνηκε αυτό). Οκτώ από αυτά, όπως πιο πάνω αναφέρουμε, γύρω στις 12.40΄ βρέθηκαν πάνω από τη βόρεια Πελοπόννησο, στα βουνά της επαρχίας μας, σε ύψος 20.000 ποδιών και χτυπημένα μεταξύ τους, με αιτία όπως είπαμε την πυκνή νέφωση, συνετρίβησαν τα επτά στις οροσειρές του Ερυμάνθου γύρω από τον Αστρά-Πορετσό- Αγράμπελα και το ένα στη Βελιά μεταξύ Κραστικών και Αγίας Λαύρας (πιθανό το ένα από τα δύο που επέστρεφαν με μηχανική βλάβη).
Ο αέρας το μεσημέρι εκείνης της ημέρας (11.1.1944) γέμισε συντρίμμια, ακούστηκαν φοβερές εκρήξεις, τα αεροπλάνα διαλύθηκαν, φλεγόμενα κομμάτια των Β17 έπεφταν βροχή στο έδαφος.
Από τα μέλη των πληρωμάτων 70 περίπου χάθηκαν στις οροσειρές του Ερυμάνθου και 16 μέλη επέζησαν και διασώθηκαν από τον ΕΛΑΣ (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό) παρά το ότι η Ελλάδα εκείνη την εποχή ήταν εχθρικό κατεχόμενο έδαφος.
Αυτή τη διάσωση, τη διαφύλαξή τους επί τρείς μήνες στα αντάρτικα κρησφύγετα της επαρχίας μας και εν τέλη τη φυγάδευσή τους στην Ιταλία, όπως και την περισυλλογή και ταφή των διαμελισμένων πληρωμάτων θα περιγράψουμε σε αυτό το αφιέρωμα. Οι κάτοικοι των χωριών της επαρχίας μας, με την φροντίδα των οργανώσεων του ΕΑΜ, τους συντήρησαν πλουσιοπάροχα, επί τρείς μήνες, τους περιέθαλψαν, φρόντισαν για κρησφύγετα μεταφορικά μέσα, στέγαση, θέρμανση, τροφοδοσία, ιατρική περίθαλψη, ασφάλεια, προστασία από τις Γερμανικές επιδρομές.
-Περισυλλογή των νεκρών- Δεκαπενθήμερη περίθαλψη των επιζώντων στη Μονή Πορετσού
Με την εποπτεία και συνδρομή του ΕΛΑΣ μεταφέρθηκαν οι διασωθέντες τραυματίες από τα γύρω βουνά που περισυνελέγησαν στη Μονή Πορετσού μέχρι και μετά τις 17.00΄ που νύχτωσε της 11.1.1944 μέσα από δύσβατα μονοπάτια.
Τσοπάνηδες, μικροί, αδύνατοι, αξύριστοι, κακοντυμένοι, ξυπόλητοι, βοήθησαν, ένας σε κάθε πλευρά, με τα χέρια των τραυματισμένων αλλά καλοταϊσμένων, βαριών, Αμερικάνων στους ώμους τους να κατεβούν τις πλαγιές των κακοτράχαλων βουνών σε απότομα δύσβατα μονοπάτια γεμάτα ογκόλιθους και να τους μεταφέρουν με ασφάλεια στη Μονή Πορετσού.
Τους πρόσφεραν αρχικά για να συνέρθουν για γουλιά «ελληνική αμβροσία», τσίπουρο στα ευρύχωρα δώματα της Μονής, και ζεστασιά στα αναμμένα τζάκια, ενώ οι γυναίκες της περιοχής τους είχαν στρώσει πλουσιοπάροχο τραπέζι με φαγητά. Επιστρατεύτηκε γιατρός της περιοχής και με τις ελάχιστες ιατρικές προμήθειες και ιατρικά εργαλεία που είχε στη διάθεσή του κατάφερε να δέσει τα τραύματά τους να τους κάνει υποδόριες ενέσεις. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο μοναστήρι τους επισκέφθηκε τέσσερις φορές, περπατώντας κάθε φορά έξι ώρες για να προσφέρει τις πρώτες ουσιαστικές βοήθειες. Οι Αμερικάνοι όμως τραυματίες, μη έχοντας επίγνωση των συνθηκών κατοχής, είχαν μεγαλύτερες απαιτήσεις και σχολίαζαν τον γιατρό αρνητικά για τις ελλείψεις σε εξοπλισμό και φάρμακα. Ο εν λόγω γιατρός ήταν ο καταγόμενος από τον Αστρά Περικλής Παπανικολόπουλος τον οποίο με την κατηγορία της περίθαλψης των τραυματιών και της ενταφίασης των νεκρών Αμερικανών αεροπόρων, συνέλαβαν και κράτησαν οι Γερμανοί στην απομόνωση αργότερα στη Γερμανική στρατιωτική διοίκηση της Αμαλιάδος.
Ταυτόχρονα τις επόμενες ημέρες πολλοί «ιθαγενείς» μαζί με τους ικανούς Αμερικανούς διασωθέντες έθαψαν όσα από τα διαμελισμένα πτώματα, αγνώστων στοιχείων μπόρεσαν να βρουν.
Στη Μονή Πορετσού είχαν καταφύγει εκείνη την εποχή και 4-5 καλόγριες διωγμένες από τον Πύργο από τους Γερμανούς. Αυτές και δύο εθελόντριες της περιοχής περιποιήθηκαν στη διάρκεια της παραμονής τους εκεί τους τραυματίες Αμερικανούς για 24 ώρες κάθε ημέρα, βοηθώντας τους να μετακινηθούν και να συντηρηθούν. Το μοναστήρι βρισκόταν εν τω μεταξύ υπό την αυστηρή προστασία των ανταρτών του ΕΛΑΣ ο οποίος ήταν σε ετοιμότητα να τους μετακινήσει, με κάθε κίνδυνο Γερμανών.
Η παρουσία των ανταρτών, φάνηκε κάποια στιγμή να ενοχλεί τους Αμερικανούς, από τις μεταξύ τους συζητήσεις, όπου τους παρομοίαζαν με «φορητά οπλοστάσια» ακόμη περισσότερο τους ενοχλούσαν οι εκκλήσεις τους για προμήθειες, ρίψεις, όπλων, πυρομαχικών και τροφίμων.
Λίγες ημέρες αργότερα ηρέμησαν όταν τους επισκέφθηκε ο Ιρλανδός λοχαγός του Βρετανικού στρατού Ο΄Donnell που τους έφερε «πολλά χρήσιμα αντικείμενα» «σαπούνι-πετσέτες-οδοντόβουρτσες- οδοντόκρεμα- αλλά όχι ξυραφάκια» και τους άφησε φεύγοντας από μια χρυσή λίρα αξίας, περίπου 8 δολλάρια στην Αμερική, αλλά ίση με τη ζωή ενός ανθρώπου εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα ο Ο΄Donnell συμφώνησε με τον ΕΛΑΣ να τους μεταφέρουν, μετά από δύο εβδομάδες περίπου διαμονής στη Μονή Πορετσού, στο κεντρικό Βρετανικό αρχηγείο της περιοχής στα Μιχαλέϊκα, με σκοπό να τους φυγαδεύσουν στην Ιταλία.
Πριν φύγουν από τη Μονή Πορετσού έδωσαν διάφορα χρήσιμα πράγματα στο γιατρό ένα αλεξίπτωτο στις κυρίες που τους είχαν περιθάλψει και ένα αλεξίπτωτο στην Ηγουμένη των μοναχών την οποία χαρακτήρισαν «φωτισμένο και μορφωμένο άτομο». Μάλιστα οι καλόγριες καθώς οι Αμερικάνοι έφευγαν έκλαιγαν και αυτοί τους έσφιξαν τα χέρια, φιλικά, εκφράζοντάς των ευγνωμοσύνη τους.
Αναχώρησαν από το Μοναστήρι του Πορετσού την Κυριακή, 23 Ιανουαρίου, νωρίς το πρωί, ακριβώς 14 ημέρες μετά την πτώση τους, και την ίδια ημέρα αργά τη νύχτα με τη συνοδεία, ασφάλεια, αντάρτικου τμήματος και του Ο΄Donnell έφτασαν εντελώς εξαντλημένοι στα Μιχαλέϊκα.
- Η παραμονή τους στα Μιχαλεϊκα- Η συνάντηση με τον σμήναρχο αρχηγό του ΕΛΑΣ Δημήτριο Μίχο
Στα Μιχαλέϊκα, μοιράστηκαν να διαμείνουν, σε διάφορα σπίτια, δύο από τους τραυματίες έμειναν στο διώροφο σπίτι του Προέδρου. Χαρακτήρισαν «αξιαγάπητη» τη σύζυγο ενώ δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πως «τα παιδιά του, τρία, ήταν από τα ωραιότερα παιδιά που είδαν στην Ελλάδα, τόσο γεροδεμένα, όταν όλα τα άλλα παιδιά έμοιαζαν μισοπεθαμένα. Η θνησιμότητα στη διάρκεια της κατοχής των βρεφών πλησίασε σχεδόν κοντά στο 100%. Ο πάνω όροφος του σπιτιού είχε δύο μεγάλα δωμάτια και ένα προθάλαμο. Η οικογένεια ζούσε στην κουζίνα με το τζάκι, τα ζώα κάτω από τις σκάλες. Εκεί έμειναν για τρείς εβδομάδες οι τραυματίες, με θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν σκεπασμένοι με όλες τις κουβέρτες της οικογένειας. Η μεγαλύτερη κόρη Ελένη τους έφερνε το φαγητό και τους κρατούσαν συντροφιά.
Τα Μιχαλέικα σε μικρή απόσταση σχετικά από την Πάτρα ήταν για μεγάλο διάστημα κέντρο των Βρετανών πρακτόρων. Εκεί τα συμμαχικά αεροπλάνα έριχναν πολεμοφόδια και μεγάλες προμήθειες τροφίμων.
Εδώ έγινε η συνάντησή τους με τον Αρχηγό του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου Δημ. Μίχο. Φωτογραφήθηκαν μαζί του, τους εντυπωσίασε, έχουμε γράψει σχετικά στο πρώτο αφιέρωμα, του υποσχέθηκαν πολλά. Τίποτα δεν υλοποίησαν.
Τελικά μετά από 23 ημέρες παραμονής τους στα Μιχαλέϊκα αποφασίστηκε 14 Φεβρουαρίου να μετακινηθούν προς τα νότια με προορισμό τελικό τη Ζαχάρω Ηλείας κοντά στο Ιόνιο Πέλαγος όπου θα ήταν δυνατό να τους φυγαδεύσει πολεμικό πλοίο στην Ιταλία. Ενώ η απόσταση παραλιακά ήταν αρκετά μικρή, η μετακίνηση εδώ έπρεπε να γίνει περιμετρικά από το κέντρο της Πελοποννήσου γιατί τα παράλια, Πάτρα-Πύργου , ήταν πιασμένα από τους Γερμανούς, έτσι η απόσταση που έπρεπε να διανύσουν τριπλασιάστηκε.
Ενώ η πομπή αρχικά περιλάμβανε τους 16 Αμερικανούς έναν ΕλληνοΕγγλέζο πράκτορα (Εrick υπολοχαγό του Βρετανικού στρατού, το όνομά του στη διάθεσή μας) και τους ιδιοκτήτες των γαϊδουριών και αλόγων, σύντομα διογκώθηκε συγκεντρώνοντας αρκετούς Ιταλούς φυγάδες στον ΕΛΑΣ, Βρετανούς πιλότους που είχαν καταρριφθεί, Έλληνες πράκτορες, Κρητικούς, Κύπριους αλλά και λιποτάκτες (αυτόμολους στον ΕΛΑΣ) Γάλλους, Τσέχους, Ρώσους, Αυστριακούς. Μια ομάδα πάνω από 40 άτομα, με ένα εντυπωσιακό συνοθύλευμα φθαρμένων στολών αμερικανικού, Βρετανικού, Ιταλικού, Γερμανικού, Ελληνικού στρατού. Πολλοί δεν είχαν παπούτσια αλλά τύλιγαν τα πόδια τους με κουρέλια, υπέφεραν από τραυματισμούς και άσχημες, τρεχούμενες πληγές.
Ο «Έρικ» ο Έλληνας φρόντιζε για την διαμονή τους, προπορευόμενος της ομάδας και φτάνοντας σε κάθε χωριό πριν από αυτή. Η πορεία ήταν δύσκολη στο χιόνι και το κρύο, με θερμοκρασίες και την ημέρα κοντά στο μηδέν. Τους Αμερικάνους τους ενοχλούσε που οι Έλληνες μιλούσαν πολύ δυνατά και χειρονομούσαν. Τα μονοπάτια μέσα από τα βουνά άλλοτε ανηφορικά άλλοτε κατηφορικά ήταν δύσβατα. Τα ζώα σκελετωμένα από την πείνα πολλές φορές τα στήλωναν μεταφέροντας τους τραυματίες. Τα μονοπάτια γίνονταν αόρατα από το χιόνι πολλές φορές. Μια από τις διανυκτερεύσεις τους έγινε κοντά στα Καλάβρυτα (Βυσωκά ή Κέρτεζη) όπου πληροφορήθηκαν τα γεγονότα των εκτελέσεων αμάχων το Δεκέμβρη του 1943. Η διανυκτέρευσή τους γινόταν σε σπίτια χωρικών με ευθύνη και προετοιμασία των πολιτικών οργανώσεων του ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) όπως και η τροφοδοσία τους σε κάθε στάση. Κάθε βράδυ επιβαλλόταν η φιλοξενία τους στα σπίτια κάποιων καλών Ελλήνων. Μοιραζόσαντε από ένας- δύο σε κάθε σπίτι. Κάποια στιγμή σύντομα τελείωσαν και οι μερίδες φαγητού του Βρετανικού στρατού που χρησιμοποιούσαν ενισχύοντας την τοπική διανομή και πλέον τα χωριά που διανυκτέρευαν έπρεπε να τους συντηρούν και με τρόφιμα. Διασχίζοντας τους ορεινούς όγκους του εσωτερικού της Βόρειας Πελοποννήσου περνώντας και διανυκτερεύοντας στην Ανδρίτσαινα την Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου κατέληξαν μετά από οκτώ ημερόνυχτα πεζοπορίας στο χωριό Γαρδίτσα. Ήταν Απόκριες. Φιλοξενήθηκαν εκεί μέχρι το τέλος του μήνα. Ξεκίνησαν πάλι την πορεία τους νότια την 1η Μαρτίου με επικεφαλής αυτή τη φορά τον λοχαγό του Βρετανικού στρατού Frazier (αρχαιολόγος) μέσω Αρχαίας Ολυμπίας. Οι κλιματικές συνθήκες πλέον είχαν αλλάξει προς το καλύτερο, όπως και το τοπίο, το αεράκι ήταν ζεστό, επίπεδο το έδαφος και η Ζαχάρω ο προορισμός τους αρκετά κοντά.
Τελικά επειδή η Ζαχάρω βρίσκεται πάνω στη σιδηροδρομική γραμμή και υπήρχε το ενδεχόμενο των ξαφνικών και απροσδόκητων «επισκέψεων των γερμανικών στρατευμάτων από τον Πύργο μετακινήθηκαν λίγα χιλιόμετρα βορειότερα στο χωριό Αρήνη, στους πρόποδες των βουνών. Εκεί ολόκληρο σχεδόν τον Μάρτιο περίμεναν την ημερομηνία αναχώρησης ή οποία οριζόταν για «αύριο το βράδυ» δώδεκα φορές ή και περισσότερο. Πάντα προστατευόμενοι από τμήματα του ΕΛΑΣ και διατρεφόμενοι από τις πολιτικές οργανώσεις του ΕΑΜ.
Ήταν 4 Μαρτίου όταν επιτέλους τελείωσαν οι πεζοπορίες. Ο Βρετανός αξιωματικός που ήταν επικεφαλής τους εξήγησε ότι θα περίμεναν εκεί ακόμα δεκαπέντε ημέρες μέχρι να προσεγγίσει συμμαχικό πολεμικό πλοίο στο προκαθορισμένο σημείο κοντά στην Ζαχάρω. Για την διατροφή και τα έξοδα της παραμονής τους στους Αμερικάνους διασωθέντες αεροπόρους μοιράστηκε από τους Βρετανούς στον καθένα από «ένα κουτί παπουτσιών γεμάτο ελληνικές δραχμές για χαρτζιλίκι». Αρκετά εκατομμύρια δηλαδή ώστε να απολαμβάνουν κάθε γνωστή ευκολία «εκτός από το μπάνιο» φαγητό πλούσιο, κατσικίσιο κρέας, βραστά αυγά, αλάτι τυλιγμένο σε χαρτί, κρούστες ψωμιού κτλ.
Δυσαρέσκεια όμως και ανεξήγητο υποβόσκοντα φόβο προκαλούσε στους Αμερικάνους αεροπόρους της ομάδας η φρουρά των ανταρτών που είχε οριστεί για την προστασία τους. Την χαρακτηρίζουν «ανεύθυνη ομάδα και ως προστάτες αποτελούσαν βάρος». Τους ενοχλούσε το «εθνικό αναψυκτικό» το ούζο που ήταν "άφθονο κάθε βράδυ" και η «κανάτα που είχε κάνει ένα συγκεκριμένο αριθμό στροφών γύρω από την παρέα των ανταρτών». Όλοι ήταν οπλισμένοι με ένα πολυβόλο, και κάθονταν άπραγοι δίπλα στο τζάκι, ενώ όταν μεταξύ των ανταρτών ξεσπούσαν μικροδιαπληκτισμοί τα νεύρα των Αμερικανών ήταν τεντωμένα. Πολλές φορές στο διάστημα αυτό προγραμματιζόταν να φύγουν και ξεκινούσαν για αυτό αλλά οι εκκινήσεις υπήρξαν λανθασμένες. Κατέβαιναν δέκα μίλια μακρυά στην παραλία τη νύχτα και κάθονταν ανάμεσα στους αμμόλοφους μέχρι μία ώρα πριν την αυγή, οπότε και γύριζαν πίσω στο χωριό και περίμεναν άλλη μία λανθασμένη εκκίνηση. Αυτές οι νυχτερινές αγρυπνίες είχαν γίνει μονότονες. Τώρα επικεφαλής βρετανός λοχαγός ήταν ο Πίτερ Τετλεϊ που κουρασμένος από την ανυπόμονη και εκνευριστική συμπεριφορά των Αμερικανών έκανε το παν για να τους ξεφορτωθεί. Αποφασισμένος για αυτό έστειλε πολλά μηνύματα στο Συμμαχικό Αρχηγείο στην Ιταλία, εκλιπαρώντας για τη μεταφορά.
Επιτέλους εκείνη τη νύχτα της 4 Απριλίου του 1944 έφτασε η ώρα της αναχώρησης. Έφτασαν στις 22.15' στο καθορισμένο σημείο αποχώρησης. Λίγα λεπτά αργότερα ένα αμυδρό φως έλαμψε στα κύματα της θάλασσας. Ο βρετανός Tetley είχε τοποθετήσει ένα κερί μέσα σε ένα διάτρητο τενεκεδάκι καυσίμων, ανάβοντας και άλλα τενεκεδάκια έστειλε σήμα στο πλοίο και πήρε παρόμοιο σήμα από αυτό. Αυτό ήταν, αν και η χαρά τους ήταν τεράστια κανείς τους δεν έβγαλε άχνα. Ο Τέτλεϊ με τα κιάλια του που ήταν εξοπλισμένα με συσκευή υπέρυθρων κοιτάζοντας πέρα από την παραλία αν και η νύχτα ήταν πολύ σκοτεινή είδε στα φουσκωμένα κύματα μία σειρά από μικρές βάρκες που κατευθύνονταν προς την ακτή, από μία μηχανοκίνητη βάρκα, και πίσω από αυτές πέρα στο βάθος ένα Ιταλικό αντιτορπιλικό, αρκετά μεγάλο. Όλοι της ομάδας των 40 που περίμεναν έτρεξαν στην ακτή. Συγκεντρώθηκαν γύρω από κάθε βάρκα σχηματίζοντας μια γραμμή για να βοηθήσουν στην εκφόρτωση φορτίων όπλων και πυρομαχικών. Μεγάλος αριθμός ανταρτών ήταν εκεί για να παραλάβουν τα πυρομαχικά. Αμέσως μετά επιβιβάστηκαν οι 40 στις βάρκες. Σε λίγα λεπτά οι βάρκες κατέπλευσαν και άρχισαν να ανεβαίνουν στο αντιτορπιλικό. Οι μηχανές του άρχισαν να δουλεύουν στο φουλ και ξεκίνησε την πορεία του προς τα βόρεια και δυτικά. Αυτό έγινε λίγο μετά τα μεσάνυχτα, τις πρώτες πρωινές ώρες της 4 Απριλίου 1944. Είχαν περάσει για τους Αμερικάνους αεροπόρους τους διασωθέντες από την πτώση των βομβαρδιστικών Β17 στην επαρχία των Καλαβρύτων 84 ημέρες. Στις 17.00' της ίδιας ημέρας 4 Απριλίου 1944 το αντιτορπιλικό έριξε άγκυρα στον Τάραντα της Ιταλίας.
- Σαν Επίλογος
Αυτή είναι η ιστορία της περισυλλογής-περίθαλψης- προφύλαξης- διατροφής και επαναπροώθησης στις βάσεις τους των Αμερικανών αεροπόρων των επιζησάντων από την πτώση των οκτώ βομβαρδιστικών Β17 στην επαρχία μας στις 11-1-1944. Σε γενικές γραμμές βέβαια η ιστορία, γιατί υπάρχουν και πολλές άλλες λεπτομέρειες και παράμετροι που δεν χωράνε στις δυο σελίδες της εφημερίδας.
Μιά από τις παραμέτρους- διαπιστώσεις της ιστορίας αυτής είναι ότι στη χρονική περίοδο από το καλοκαίρι του 1943 μέχρι το τέλος του Απρίλη 1944 αλωνίζουν στην Πελοπόννησο οι Βρετανοί πράκτορες που εκμεταλλευόμενοι στο έπακρο την ανοχή του καλοκάγαθου και καλοπροαίρετου Αρχηγού του Ε.Λ.Α.Σ σμήναρχου Δημ. Μίχου με τις λίρες τους αγοράζουν και υπονομεύουν τα πάντα, συνειδήσεις και αγαθά προετοιμάζοντας τη διάδοχη κατάσταση. Το βιολί αυτό θα τους κοπεί και θα συμμαζευτούν (έστω προσωρινά) με την άφιξη του Άρη και των μαυροσκούφηδων στην Πελοπόννησο στα τέλη Απριλίου 1944.
Ένα χρόνο αργότερα από την πτώση των βομβαρδιστικών Β17 το 1945 ο Αμερικανός στρατηγός Joseph Mackarvey Γενικός Διοικητής επιχειρήσεων Μεσογείου στέλνει «Πιστοποιητικά ως ένδειξη ευγνωμοσύνης» σε διάφορα άτομα (Έλληνες) που βοήθησαν τους αεροπόρους να γλυτώσουν από την αιχμαλωσία του εχθρού, όχι όμως και στους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Σε αυτούς, δύο χρόνια αργότερα 1946-1949 οι Αμερικανοί σε «ένδειξη πάντα ευγνωμοσύνης» στέλνουν ακριβώς τα ίδια βομβαρδιστικά και τους ίδιους ίσως διασωθέντες από τον ΕΛΑΣ πιλότους και βομβαρδίζουν με βόμβες (να πάλμ- δοκιμή πρώτη φορά) και πολυβολούν τους ίδιους τους αντάρτες που τους διέσωσαν (Άρης Παναγούλιας- Γιάννης Κατσικόπουλος κ.λ.π) του Δημοκρατικού Στρατού.
Τέλος φέτος 16 Μαΐου 2024-80 χρόνια μετά την πτώση των Αμερικανικών αεροσκαφών- και δύο χρόνια αφότου έφερα το θέμα στη δημοσιότητα (Αύγουστος 2022) στην Ώρα των Καλαβρύτων, η Μητρόπολη Ηλείας και ένας Πολιτιστικός σύλλογος Αγραμπέλων προσκάλεσαν (;;;) και μάλλον τίμησαν τους απογόνους των διασωθέντων Αμερικανών αντί αυτοί να ευχαριστήσουν και να τιμήσουν τους απογόνους του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ) και τους κατοίκους της επαρχίας ανώνυμους και επώνυμους που τους περισυνέλεξαν, έθαψαν τους νεκρούς περιέθαλψαν τους διασωθέντες, τους συντήρησαν στη ζωή επί τρείς μήνες, και εν τέλει τους φυγάδευσαν πίσω στα σπίτια τους.
Αυτή είναι η ιστορία της περισυλλογής-περίθαλψης- προφύλαξης- διατροφής και επαναπροώθησης στις βάσεις τους των Αμερικανών αεροπόρων των επιζησάντων από την πτώση των οκτώ βομβαρδιστικών Β17 στην επαρχία μας στις 11-1-1944. Σε γενικές γραμμές βέβαια η ιστορία, γιατί υπάρχουν και πολλές άλλες λεπτομέρειες και παράμετροι που δεν χωράνε στις δυο σελίδες της εφημερίδας.
Μιά από τις παραμέτρους- διαπιστώσεις της ιστορίας αυτής είναι ότι στη χρονική περίοδο από το καλοκαίρι του 1943 μέχρι το τέλος του Απρίλη 1944 αλωνίζουν στην Πελοπόννησο οι Βρετανοί πράκτορες που εκμεταλλευόμενοι στο έπακρο την ανοχή του καλοκάγαθου και καλοπροαίρετου Αρχηγού του Ε.Λ.Α.Σ σμήναρχου Δημ. Μίχου με τις λίρες τους αγοράζουν και υπονομεύουν τα πάντα, συνειδήσεις και αγαθά προετοιμάζοντας τη διάδοχη κατάσταση. Το βιολί αυτό θα τους κοπεί και θα συμμαζευτούν (έστω προσωρινά) με την άφιξη του Άρη και των μαυροσκούφηδων στην Πελοπόννησο στα τέλη Απριλίου 1944.
Ένα χρόνο αργότερα από την πτώση των βομβαρδιστικών Β17 το 1945 ο Αμερικανός στρατηγός Joseph Mackarvey Γενικός Διοικητής επιχειρήσεων Μεσογείου στέλνει «Πιστοποιητικά ως ένδειξη ευγνωμοσύνης» σε διάφορα άτομα (Έλληνες) που βοήθησαν τους αεροπόρους να γλυτώσουν από την αιχμαλωσία του εχθρού, όχι όμως και στους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Σε αυτούς, δύο χρόνια αργότερα 1946-1949 οι Αμερικανοί σε «ένδειξη πάντα ευγνωμοσύνης» στέλνουν ακριβώς τα ίδια βομβαρδιστικά και τους ίδιους ίσως διασωθέντες από τον ΕΛΑΣ πιλότους και βομβαρδίζουν με βόμβες (να πάλμ- δοκιμή πρώτη φορά) και πολυβολούν τους ίδιους τους αντάρτες που τους διέσωσαν (Άρης Παναγούλιας- Γιάννης Κατσικόπουλος κ.λ.π) του Δημοκρατικού Στρατού.
Τέλος φέτος 16 Μαΐου 2024-80 χρόνια μετά την πτώση των Αμερικανικών αεροσκαφών- και δύο χρόνια αφότου έφερα το θέμα στη δημοσιότητα (Αύγουστος 2022) στην Ώρα των Καλαβρύτων, η Μητρόπολη Ηλείας και ένας Πολιτιστικός σύλλογος Αγραμπέλων προσκάλεσαν (;;;) και μάλλον τίμησαν τους απογόνους των διασωθέντων Αμερικανών αντί αυτοί να ευχαριστήσουν και να τιμήσουν τους απογόνους του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ) και τους κατοίκους της επαρχίας ανώνυμους και επώνυμους που τους περισυνέλεξαν, έθαψαν τους νεκρούς περιέθαλψαν τους διασωθέντες, τους συντήρησαν στη ζωή επί τρείς μήνες, και εν τέλει τους φυγάδευσαν πίσω στα σπίτια τους.




Δεν υπάρχουν σχόλια