Navigation

ΛΕΧΟΥΡΙ: Η αετοφωλιά του Ερύμανθου

Το Λεχούρι είναι μικρό αμφιθεατρικό χωριό της επαρχίας Καλαβρύτων κτισμένο στις πλαγιές του Ερυμάνθου και σε ύψος 1000 μέτρων. Είναι πρώην κοινότητα, από το 1997 δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Αροανίας στο Νομό Αχαΐας και με το νέο σχέδιο «Καλλικράτη» διαμέρισμα του Δήμου Καλαβρύτων. Για την ονομασία του υπάρχουν δυο εκδοχές (σύμφωνα με το ιστορικό Γ.Πορετσάνο). Η πρώτη ότι προέρχεται από την ομηρική λέξη "ουρέα" που σημαίνει κορφοβούνια και η δεύτερη από την κρητική λέξη "λέσκες" που σημαίνει κορυφογραμμές.("Ερύμανθος και Χελμός" Αθήνα 1973 σελ.118) Πρώτη φορά αναφέρεται στην απογραφή «Γριμάνι» που έγινε το 1700 από τους Ενετούς κατά την διάρκεια της παραμονής τους στην Πελοπόννησο.
Κατά τους ρωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους πολλοί άρχοντες είχαν επιλέξει την περιοχή για τόπο που θα μπορούσαν να ξεκουράζονται, λόγω της υψηλής ασφάλειας που παρέχει η μορφολογίας της περιοχής αλλά και για να φτιάξουν τους αμπελώνες τους (από εκεί και η ονομασία περιοχής του Λεχουρίου, Βιλιβίνα που στα λατινικά σημαίνει τόπος κρασιού) το γεγονός αυτό μαρτυρεί και το γεγονός ότι στην ευρύτερη περιοχή έχουν βρεθεί Ρωμαϊκές επαύλεις και νεκροταφεία.
Αργότερα και στα χρόνια της τουρκοκρατίας Μανιάτες – εξού και ο οικισμός Μάνη στα βόρεια του χωριού- Κρήτες και Αρκάδες συνέταξαν αυτό που σήμερα λέμε Λεχούρι.
Στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της Ελλάδος, το χωριό – όπως και όλη η περιοχή των Καλαβρύτων- δίνει έντονα το στίγμα του. Στον ιερό απελευθερωτικό αγώνα του 1821, αποτελούσε το κέντρο οργάνωσης των πολεμικών επιχειρήσεων για διάφορες μάχες, με αρχηγό τον Οπλαρχηγό Καπετάν Γιώργη (Παπαδόπουλος) Λεχουρίτη και τους αγωνιστές Γ.Γαλάνη, Αγγελή Πορετσάνο, Αυγουστή Λαδά, Β.Πέπα, Δήμος Λάγιο, Χρύσανθος Κουρόγιαννο, Σπηλιώτης Φασουλάρα, Γ.Σωτήρη, Αν.Οικονόμου, Κ.Λέγουρα, Β.Πατητήρα, Ν.Καραχούσο, Απόστολος Περσάνη, Δήμ.Ρέμπο, Ηλίας Τσεκλένη, Δ.Πορετσάνος κ.αλ.

Ο Καπετάν Γιώργης Λεχουρίτης, γιος του Αναγνώστη, ανέπτυξε έντονη δράση κατά τους αγώνες της Πατρίδας μας ενάντια στους Τούρκους κατακτητές και έφτασε στον βαθμό του χιλιάρχου. Ο Γιώργης Λεχουρίτης σπούδασε στην περίφημη Σχολή του Σοπωτού. Στην συνέχεια πήγε στα Επτάνησα και κατατάχθηκε στον Αγγλικό Στρατό, όπου πολύ γρήγορα εξελίχθηκε φτάνοντας στον βαθμό του Λοχαγού. Αργότερα, το 1829, παντρεύτηκε την ανιψιά του Θ. Κολοκοτρώνη, Βενέτα, αφού είχε κερδίσει την εκτίμηση τού μεγάλου οπλαρχηγού λόγω της φήμης του κατά τους αγώνες του Έθνους και της μόρφωσής του, (τον περίφημο γάμο περιγράφει ο γραμματέας του Θ. Κολοκοτρώνη, ο Φιλαίος
Θεόδωρος Ρηγόπουλος, βλ. Επετηρίδα των Καλαβρύτων, 1978, σελ.121). Από τον γάμο του απέκτησε ένα γιο, τον Γιάννο, ο οποίος αναδείχθηκε δήμαρχος στην Κάτω Αχαΐα.
Ο Καπετάν Γιώργης Λεχουρίτης μαζί με τους εκλεκτούς Λεχουρίτες μαχητές, έλαβε μέρος πρωτοστατώντας σε πολλές σπουδαίες μάχες στο πλευρό των Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη, Πετιμεζά, Ζαΐμη και άλλων. Έλαβε δε μέρος στις μάχες του Φαλήρου, (όπου σκοτώθηκε ο Καραϊσκάκης), των Δερβενακίων, του Λεβιδίου, της Ακράτας, του Λάλα, καθώς και στην απελευθέρωση των Καλαβρύτων (20-21 Μαρτίου 1821).
Κατά την μάχη για την απελευθέρωση των Καλαβρύτων, συνελήφθη αιχμάλωτος ο Τούρκος Διοικητής της πόλης Ιμπραήμ Αρναούτογλου, ο οποίος οδηγήθηκε μαζί με την κόρη του Αϊσέ – ερωμένη του Π. Φωτήλα – και παρέμεινε έγκλειστος για ασφάλεια στον Πύργο του Γ. Λεχουρίτη, στο δυσπρόσιτο Λεχούρι.
Φερόμενος ως χιλίαρχος μετά την απελευθέρωση, ο Γ. Λεχουρίτης εντάχθηκε στον τακτικό στρατό και αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του συνταγματάρχη. Πέθανε στο Λεχούρι από την φοβερή επιδημία (χολέρας) το 1854, απομονωμένος.

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΛΕΧΟΥΡΙΤΗ
«ντουφέκια ήταν στους τοίχους του δαφνοστεφανωμένα και στις αυλές, στις σάλες του σκιές του Εικοσιένα. Σακούλια μπαρουτόβολα γκρεμόνταν σε καρφιά και λάφυρα απ` τον Δράμαλη, πιστόλες και σπαθιά».
(προσωπικές αναμνήσεις του Χρήστου και του Γιώργη Πορετσάνου)
Ο ιστορικός Πύργος του Λεχουρίτη κτίστηκε, αρχικώς ο μισός, το 1740 έως το 1760, όταν διορίστηκε ο Αναγνώστης Λεχουρίτης άρχοντας των τριάντα δύο χωριών της Ερυμάνθειας περιοχής. Και ο άλλος μισός το 1785 έως το 1790, όταν πάλι διορίστηκε άρχοντας ο εγγονός του Αναγνώστης, αγωνιστής του 1821 μαζί με τους τέσσερις γιους του.
Ο Πύργος είχε υπόγεια κρυφή διάβαση προς το τότε παράρτημά του – σημερινό σπίτι του Ν. Σακελλαρόπουλου (η διάβαση διακρίνεται και σήμερα). Ο Πύργος γνώρισε μεγάλες δόξες, φιλοξένησε στις σάλες του μεγάλες μορφές του Εικοσιένα, καθώς και τον Τούρκο διοικητή των Καλαβρύτων ως αιχμάλωτο. Το μεγάλο αυτό εθνικό μνημείο επισκέφθηκαν το 1840 προς τα μέσα της Άνοιξης ο Όθωνας και η Αμαλία, πρώτοι Βασιλείς της Ελλάδος, για να τιμήσουν και να γνωρίσουν από κοντά τον καπετάν Γιώργη Λεχουρίτη.
Ο Πύργος έμεινε σφαλισμένος μετά την επιδημία του 1854 για πολλά χρόνια, έως ότου πουλήθηκε από τον γιο του καπετάν Γιώργη Λεχουρίτη Γιάννο, δήμαρχο για πολλά χρόνια στην Κ. Αχαΐα, στον πατέρα του αειμνήστου Γ. Πορετσάνου, το έτος 1905.
Το Λεχούρι οφείλει πολλά στον Γ. Πορετσάνο, διότι διέσωσε και κατέγραψε πολλά ιστορικά στοιχεία για το χωριό του Λεχούρι αλλα και για την ευρύτερη περιοχή.
Ο Πύργος ανακαινίστηκε εξ ολοκλήρου το 1990, σε τμήμα δε αυτού λειτουργεί σήμερα Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο, ενώ κάθε χρόνο στον κήπο του δίδονται διαλέξεις από σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους και διοργανώνονται διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ
Στα νεότερη ιστορία πολλοί Λεχουρίτες συμμετείχαν σε όλους τους πολέμους του έθνους με πολλές θυσίες και θύματα. Στην γερμανική κατοχή οι περισσότεροι των Λεχουριτών συμμετείχαν σε αντιστασιακές ομάδες ενώ από καθαρή τύχη οι Γερμανοί δεν το έκαψαν. Οι Γερμανικές δυνάμεις, μηχανοκίνητες και πεζοπόρες, που ξεκινούν από την Πάτρα, στις 05/12/1943 με κατεύθυνση τα Καλάβρυτα, είχαν επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Γιούλιους Βόλφιγκερ (G. Wolfinger) και ακολούθησαν το δρόμο Πάτρα – Χαλανδρίτσα – Καλάβρυτα, απόσταση 77 χιλιομέτρων.Στο ξεκίνημά τους λεηλάτησαν και πυρπόλησαν τη Μονή Ομπλού, σε μικρή απόσταση νότια της Πάτρας.
- Στις 06/12, μετά από ένα ατύχημα του Wolfinger, διοικητής ορίστηκε ο Εμπερσμπέργκερ (Ebersberger), διοικητής του συντάγματος Αιγίου. τα πεζοπόρα τμήματα χτένισαν στο πέρασμά τους όλα τα χωριά και σκόρπισαν τη φωτιά και το θάνατο. Στην Κάτω Βλασία σκότωσαν 3 άνδρες και 1 γυναίκα και στον Κάλανο 3 βοσκούς από τα Καλάβρυτα και έναν ακόμη πολίτη. Μετά χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: η μία πήγε προς Λεχούρι – Τριπόταμα – Δίβρη και επέστρεψε από Μορόχοβα – Λειβάρτζι και η άλλη συνέχισε προς Καλάβρυτα. Εκείνη την ημέρα- του Αγίου Νικολάου- οι Λεχουρίτες ήταν στην λειτουργία προς τιμήν του Αγίου στην Εκκλησία της Αγίας Κυριακής. Στα υψώματα κατά την διάρκεια της νύχτας είχαν τους συνδέσμους για να ειδοποιηθούν σε περίπτωση εισβολής των Γερμανών. Στο πέρασμα από την Βλασσία προς Λεχούρι φύλαξη είχε ο «κολέγας» κατά κόσμο Χρήστος Κυριαζής. Ο "κολέγας" όμως δεν ανέβηκε ποτέ πιστεύοντας οτι την συγκεκριμένη ημέρα δεν θα γινόταν τίποτα και επιστρέφοντας στο χωριό είπε το αλησμόνητο "ουδεμίαν κίνησις". μετά από λίγο οι γερμανοί μπήκαν στο χωριό και βρίσκουν όλους τους Λεχουρίτες στην εκκλησία. έτσι συνέχισαν προς τα Καλάβρυτα χωρίς να πειράξουν κανέναν από το χωριό.
Στις 13/12 οι ίδιες Γερμανικές δυνάμεις κατέστρεψαν τα Καλάβρυτα και έκαναν ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στην ιστορία του πολέμου με τους εκατοντάδες αμάχους θύματα και την ολοσχερή καταστροφή των Καλαβρύτων

ΤΟ ΛΕΧΟΥΡΙ ΣΗΜΕΡΑ
Το κύριο χαρακτηριστικό των Λεχουριτών είναι η δημιουργία, η «έξω καρδιά», το πείσμα η αποτελεσματικότητα, η έντονη προσωπικότητα και η «εκ του μηδενός» δημιουργία. Με αυτά τα χαρακτηριστικά κατάφεραν να διακριθούν σε πολλές κοινωνικές δραστηριότητες, επιχειρήσεις, επιστήμες, τέχνες πολιτική, χωρίς να αλλοιωθεί η αγάπη για τον τόπο και την παράδοσή του . Έτσι όλα τα σπίτι συντηρούνται, ανακαινίζονται, ομορφαίνουν και γεμίζουν σε κάθε ευκαιρία. Σημαντικό ρόλο στην σημερινή εικόνα και ζωντάνια του χωριού έπαιξαν και οι δραστήριοι σύλλογοι της Πάτρας και της Αθήνας. Αυτή η αναλλοίωτη στο χρόνο ομορφιά του χωριού αποτελεί για κάθε Λεχουρίτη το ησυχαστήριο, το ορμητήριο και ο τόπος που μπορεί να κινείτε ελεύθερα χωρίς δήθεν και πρέπει, απολαμβάνοντας την ομορφιά του τοπίου, τον καθαρό αέρα και τη δροσιά από τα κατάφυτα βουνά και τις κρυσταλλοπηγές που το περιβάλουν.
Σημείο αναφοράς για το Λεχούρι είναι ο Αϊ Γιώργης, μικρο-μονάστηρο του 16ου αιώνα χτισμένο στα 1500 μέτρα, δεσπόζει πάνω από το χωριό και αποτελεί το σήμα κατατεθέν του. Στην όμορφη πλατεία του χωριού δεσπόζει η προτομή του Καπετάν Γιώργη Λεχουρίτη, το μνημείο ηρώων, ενώ στις παραπλήσιες ταβέρνες και τα καφενεία ο επισκέπτης μπορεί να γευτεί παραδοσιακές νοστιμιές, τσίπουρο της περιοχής και την ζεστή φιλοξενία…
Νίκος Κυριαζής

Μικρομονάστηρο του 16ου αιώνα στα 1.500μ. Με πανέμορφη θέα προς το Λεχούρι. Στα χρόνια της επανάστασης του 1821 ήταν καταφύγιο, παρατηρητήριο και ορμητήριο των Λεχουριτών αγωνιστών της επανάστασης.

Η Κερασιά
Η Κερασιά (ή Κερέσοβα) είναι ορεινό χωριό της Αχαΐας στην πρώην Επαρχία Καλαβρύτων και κοντά στα σύνορα του νομού με την Αρκαδία και την Ηλεία. Βρίσκεται στον Ερύμανθο σε υψόμετρο 800 μέτρων στους πρόποδες του όρους Κάκαβος. Προστάτης του χωριού είναι ο Άγιος Δημήτριος στον οποίο είναι αφιερωμένη η κεντρική του εκκλησία
Ιστορία
Είναι άγνωστο πότε κατοικήθηκε πρώτη φορά. Η Κερέσοβα - Κερασιά πιστεύεται ότι δεν ήταν ανεπτυγμένος συνοικισμός αλλά αγροικίες ποιμένων που επί Α΄ Τουρκοκρατίας και Α΄ Λατινοκρατίας αναπτύχθηκε σε οικισμό.

Η ονομασία Κερέσοβα, παλιά ονομασία του χωριού, αναφέρεται πρώτη φορά το 1463 σε καταγραφή των Οθωμανικών τιμαρίων της περιοχής και πιστεύεται ότι προϋπήρχε της Οθωμανικής κατάκτησης του 1460. Το παλιό όνομα του χωριού "Κερέσοβα" σημαίνει τόπος με πολλές κερασιές και προήλθε από την ελληνική «κέρασος» με την σλάβικη κατάληξη «-οβα». Στην ενετική απογραφή του 1700 η Κερέσοβα αναφέρεται ως Geresova με 9 οικογένειες 20 άντρες και 22 γυναίκες. Το 1928 μετενομάστηκε σε Κερασιά.

Κατά την Β΄ Τουρκοκρατία (1715-1821) ανήκε διοικητικά στον Καζά των Καλαβρύτων και στο Σέμτι του Λεχουρίου. Στην επανάσταση του 1821 αναφέρεται η οικογένεια Μπέλη με μεγάλη προσφορά στον αγώνα. Ο Χρήστος Μπέλης μάλιστα τιμήθηκε με το αριστείο ανδρείας. Μετά την απελευθέρωση στην περιοχή έδρασαν οι ληστές Κ. Πανόπουλος, Κάπαρης και άλλοι[8]. Στην διάρκεια της κατοχής και τους εμφυλίου πολέμου στην περιοχή έδρασαν αντάρτικα σώματα.
Οδική σύνδεση το χωριό απέκτησε το 1950 με ιδιωτική πρωτοβουλία χωριανών

Βιβλιογραφία
Θεόδωρος Η. Λουλούδης, Αχαΐα. Οικισμοί, οικιστές, αυτοδιοίκηση, Νομαρχιακή Επιχείρηση Πολιτιστικής Ανάπτυξης Ν.Α. Αχαΐας, Πάτρα 2010.
Νίκος Κ. Σακελλαρόπουλος, Λεχούρι και Κερέσοβα, Ριζοχώρια του μυθικού Ερύμανθου, Πάτρα 2012. ISBN 978-960-93-4900-0.


Tο βιβλίο του κ. Νίκου Κ. Σακελλαρόπουλου,  «ΛΕΧΟΥΡΙ ΚΑΙ ΚΕΡΕΣΟΒΑ
Γράφει ο Λεωνίδας Γ. Μαργαρίτης
Ο Λεωνίδας Γ. Μαργαρίτης γεννήθηκε στον Κόροιβο Ηλείας το έτος 1942 και κατοικεί μόνιμα στην Πάτρα όπου ασκεί το επάγγελμα του Δικηγόρου και είναι Πρόεδρος της Εταιρείας Λογοτεχνών
Από τις τοπικές εκδόσεις της Ο.Ε. Σπ.Ανδριόπουλος-Ν.Γεωργόπουλος κυκλοφορεί, το έργο του πνευματικού δημιουργού Νίκου Κ.Σακελλαρόπουλου. Πρόκειται για μία ιστορική-λαογραφική μελέτη που εκτείνεται σε 350 σελίδες με τον τίτλο:«ΛΕΧΟΥΡΙ ΚΑΙ ΚΕΡΕΣΟΒΑ» και υπότιλο:
(Ριζοχώρια του μυθικού Ερύμανθου).
Ο Σακελλαρόπουλος δεν ασχολείται για πρώτη φορά με την συγγραφή, από την εποχή ακόμη των νεανικών του χρόνων  είχε ασχοληθεί συστηματικά με το ευγενές αυτό αντικείμενο. Πέρα από τις  άλλες ενασχολήσεις του, συνδικαλιστικές, πολιτιστικές  και άλλες,  υπήρξε άνθρωπος του πνεύματος και της δράσης. Αεικίνητος και δημιουργικός. Δεν άφηνε χρόνο αναξιοποίητο. Κείμενά του έχουν φιλοξενηθεί  τόσο σε τοπικά όσο και σε Αθηναϊκά έντυπα. Εξέδιδε στο παρελθόν ένα αξιόλογο   περιοδικό ποικίλης ύλης  με τίτλο: «ΤΟ ΡΗΜΑ».
Πολλά κείμενά του είναι διάσπαρτα στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο  και έχει  αδημοσίευτο αρκετό ακόμη πνευματικό μόχθο. Είχα την ευκαιρία να παρουσιάσω από το βήμα της Διακιδείου το πρώτο του Μυθιστόρημα με τίτλο το «ΜΑΥΡΟ ΜΠΑΜΑ» που  απόσπασε κολακευτικά σχόλια από τους  κριτικούς του είδους.
Το τελευταίο του βιβλίο, αφορά την ιστορία του χωριού του  Λεχούρι και Κερέσοβα. Ο συγγραφέας  αξιοποίησε τις γνώσεις του, τις πληροφορίες του,  τις έρευνες του , επιστράτευσε την φιλομάθεια του  και την αγάπη  για τον τόπο που τον γέννησε και να προσφέρει  μια εκτεταμένη ιστορική έρευνα, «ένα κτήμα ες αεί» όπως είπε και ο Θουκυδίδης.
Ο συγγραφέας συναισθάνθηκε πως έχει  μια   οφειλή    στον τόπο που γεννήθηκε.  Είναι  τα τροφεία που οφείλει ο καθένας μας   στους γονείς, δασκάλους,  συνανθρώπους και γενικά στον τόπο που τον γέννησε και τον μεγάλωσε.
Το βιβλίο των  350 σελίδων αποτελεί  σημαντικής αξίας  ιστορική και λαογραφική μελέτη.  Μέσα στο   έργο του αυτό κάνει και τη δική του αυτοπαρουσίαση :Γεννήθηκα, γράφει  το 1930.Πατέρας μου ο Κώστας Σακελλαρόπουλος, πιο γνωστός με το παρατσούκλι Μπιτσάκος και μάνα μου η Αλέξω κόρη του Αντρίγια του Λιάκου. Κατάγομαι από τζάκι…(γράφει αυτοσαρκαζόμενος) γιατί είχα την τύχη να γεννηθώ δίπλα στο παραγώνι και όχι στο χωράφι ή στο αμπέλι ή στη στάνη ή στον δρόμο, όπως πολλά παιδιά στην εποχή μου…Τα παιδικά μου χρόνια δεν ήταν άσχημα. Φτωχικά αλλά όχι πεινασμένα. Οι γονείς μου δούλευαν πολύ και μεθοδικά….Στο σχολείο ήμουν καλός μαθητής. Και το όνειρο των γονιών μου ήταν να προχωρήσω στα γράμματα και στη συνέχεια να πιάσω μια θέση στο δημόσιο.
            Μετά το τελείωμα του Γυμνασίου αντιμετώπισα αρκετές δυσκολίες. Μέσα σε διάστημα δυο χρόνων έκανα περιστασιακά πολλές δουλειές. Συσκευασία  σταφίδας, ασφαλτόστρωση δρόμου(έριχνα πίσσα) μάζωμα φρούτων, φύτεμα δένδρων  στο λιμάνι και όπου αλλού τύχαινε  μεροκάματο. Τον τελευταίο χρόνο άρχισα να κάνω φροντιστήριο μαθηματικών σε παιδιά του Γυμνασίου στο δωμάτιο που έμενα….Τον Οκτώβριο του 1952 πήγα στρατιώτης. Μετά την απόλυσή μου ξανά οι δυσκολίες…Προσπαθώ να ασχοληθώ με το εμπόριο ανεπιτυχώς, το ίδιο αποτυγχάνω να μεταναστεύσω στη Ροδεσία της Αφρικής ενώ τον Φεβρουάριο του 1957 μπήκα στον Ο.Τ.Ε. ως τεχνίτης….Και συνεχίζει  να εξιστορεί τις  επαγγελματικές ,συνδικαλιστικές  και συγγραφικές δράσεις του.
Ο συγγραφέας  με την ευαισθησία που τον διακρίνει  την ικανότητα γραφής και έκφρασης των διαλογισμών του από την αρχή με τον πρόλογο του βιβλίου του  κάνει μια καθαρή εξήγηση. Νοιώθει την υποχρέωση πως κάθε τόπος όσο μικρός κι αν είναι έχει τη δική σου ιστορία και αυτή η ιστορία πρέπει να γράφεται για να μη σβήσει ο χρόνος γεγονότα πρόσωπα και καταστάσεις. Έχει τις αμφιβολίες του για το επιτυχές  του εγχειρήματός του. Θέλει να πιστεύει πως το βιβλίο  του, με όλες τις τυχόν ελλείψεις ή και τα  λάθη θα είναι χρήσιμο. 
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δέκα ενότητες στις  οποίες περιλαμβάνονται τοπογραφικά στοιχεία και χάρτες της περιοχής, η ιστορία της  σε έξι ενότητες, οι εκκλησίες, μονές, σχολεία και σύλλογοι, Φορείς και πρόσωπα-Πολιτιστικά. Λαογραφικά και πέντε ενότητες, διάφορα γεγονότα, χιουμοριστικές ιστορίες, οικογένειες, τοπικό γλωσσάριο- Παροιμίες- ευχαριστίες –πηγές και τέλος σύντομη αυτοβιογραφία.
Ο συγγραφέας  σκιαγραφεί  τα γεγονότα , τις καταστάσεις, το κλίμα και τις συνθήκες  που επικρατούσαν την εποχή που κι εκείνος μεγάλωνε στο  χωριό του. Οι συνθήκες που  υπήρχαν στο ύπαιθρο ήταν ίδιες σχεδόν για όλους τους χωριανούς   τους οποίους η σκληρή εργασία και το μικρό εισόδημα δεν τους επέτρεπε να έχουν μια αξιοπρεπή διαβίωση. Μέσα στο περιβάλλον  μικρής γεωργικής και κτηνοτροφικής  παραγωγής  οι κάτοικοι του χωριού του προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν τα αναγκαία τους έξοδα ενώ τα σπίτια τους όπως  σημειώνει ήταν μικρά χαμηλόσκεπα, αταβάνωτα τα περισσότερα σκεπασμένα με πέτρινες πλάκες, κι ήταν μόνιμο σχεδόν το στάξιμο από το νερό της βροχής. Πολλές φορές έμπαινε μέσα το χιόνι από τις ανεμοθύελλες. Οι πόρτες και τα παράθυρα ήταν γεμάτες χαραμάδες που άφηναν να περνάει το τσουχτερό κρύο. Εκεί που ιδιαίτερα   συγκινήσει ο συγγραφέας είναι  στην αναφορά των γυναικών της υπαίθρου και ειδικότερα  της πολύτεκνης και υπερπολύτεκνης μάνας.
Τα πιο μεγάλα θύματα ήσαν οι παντρεμένες γυναίκες. Έπρεπε να είναι την ημέρα παρούσες  σε όλες τις έξωδουλειές και τις βραδινές  ή πρωινές ώρες να κάνουν και τις δουλειές  του νοικοκυριού:Nα ζυμώσουν, να μαγειρέψουν ,να πλύνουν, να μπαλώσουν, να γνέσουν, να υφάνουν και πολλά άλλα. Κι αυτά με την κοιλιά φουσκωμένη συνήθως. Όλες σχεδόν γεννούσαν από πέντε μέχρι και δώδεκα παιδιά. Κι απ’ αυτά πολλά πέθαιναν μωρά.
Οι επιστρατεύσεις των ανδρών ήταν συχνές και μακροχρόνιες μέχρι και οκτώ συνολικά χρόνια. Τότε αυτές    γίνονταν μάνες και πατεράδες. Για να επιβιώσουν οι ίδιες  και τα ανήλικα παιδιά τους έπρεπε να αποχτήσουν ατσάλινη θέληση  και η αντοχή τους να ξεπεράσει τα όρια της.
Οι μικροιστορίες που παραθέτει ο συγγραφέας συνθέτουν τη δύσκολη ζωή που πέρασαν κυρίως οι γυναίκες της υπαίθρου. Και γι’ αυτές τις μάνες  κάνει ειδική μνεία και αναφορά. Παραθέτει ονόματα και φωτογραφίες σαν  ηθική επιβράβευση για την προσφορά τους.
Το βιβλίο  εκτός από την  ξεχωριστή αξία του σαν ιστορικό ντοκουμέντο για τα χωριά της περιοχής  αποτελεί και μια μελέτη με πλούσιο λαογραφικό υλικό  που το διανθίζει με  πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Οι χιουμοριστικές ιστορίες που περιλαμβάνονται σε ειδικό κεφάλαιο δίνουν μια άλλη διάσταση της ψυχολογίας, του μορφωτικού επιπέδου, της θυμοσοφίας και της  ετοιμολογίας των κατοίκων. Η παράθεση του τοπικού γλωσσάριου, και  των παροιμιών αποτελεί  ένα ιδιαίτερο  κεφάλαιο λαογραφικού ενδιαφέροντος  που διευκολύνει τον αναγνώστη, και πλουτίζει τους θησαυρούς της λαογραφίας μας.
 Εκείνο που δεν θα πρέπει να παραμείνει ασχολίαστο είναι η παράθεση των ονομάτων των οικογενειών του Λεχουρίου. Ξεκινά από τους γενάρχες κάθε οικογένειας και καταλήγει μέχρι τους σύγχρονους κατοίκους του αλλά και σε εκείνους  που ζουν  σε άλλα μέρη της χώρας. Έτσι δεν μπορεί κανένας να ισχυριστεί σοβαρά πως δεν τον έχει γράψει η ιστορία. Όλοι οι κάτοικοι του Λεχουρίου βρήκαν  τον ιστορικό τους. Εύχομαι στον αγαπητό μας συγγραφέα να έχει υγεία, δύναμη και κουράγιο να δει τυπωμένα και τα υπόλοιπα έργα του και να μας προσφέρει τη χαρά να απολαύσουμε και τις νέες    δημιουργίες του.

--------------------------------
φωτογραφίες: Νίκος Κυριαζής, Γιάννης Παπλάς, Ανδρέας Μεσσήνης, Νίκος Τσάφος (αεροφωτογράφιση)



ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ-NEWS

Σχολιάστε:

0 comments: