Navigation

Ο Μεσορουγιώτης ποιητής και συγγραφέας Περεσιάδης και η Γκόλφω

Γράφει ο Αθανάσιος Τζώρτζης
*Τα στοιχεία αποτελούν μέρος από το υπό διαμόρφωση πόνημα του Αθανάσιου Τζώρτζη για την Επαρχία Καλαβρύτων

Σε συνέχεια της ανάρτησης  με τίτλο: Η Γκόλφω πάει Επίδαυρο, θα ήθελα να προσθέσω τα παρακάτω στοιχεία για τον ποιητή και συγγραφέα Περεσιάδη αλλά και για την θρυλική Γκόλφω.

Περεσιάδης Σπ.: (1864 – 1918). Μεσορουγιώτης ποιητής και συγγραφέας κωμειδυλλίων και πατριωτικών δραμάτων. Έγραψε την ποιητική συλλογή «Καινούργιες δάφνες» και 14 θεατρικά έργα από τα οποία τα αξιολογότερα τιτλοφορούνται «Χορός του Ζαλόγγου», «Εσμέ η Τουρκοπούλα», «Η σκλάβα», «Ο μαγεμένος βοσκός» και «Η βασίλισσα των ανθέων» και η «Γκόλφω» (1893) που πρωτοπαίχτηκε στην Ακράτα και, ένα χρόνο μετά, στην Αθήνα και γνώρισε, στα χρόνια εκείνα, αληθινό θρίαμβο. «Η Γκόλφω» εξακολουθεί να συγκινεί και στις ημέρες μας το πλατύ λαϊκό κοινό, γι’ αυτό και θεωρείται ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του λαϊκού θεάτρου. Ο Π. τυφλώθηκε από ατύχημα και υπαγόρευε τα έργα του (ΔΟΜΗ). Δεν είναι γνωστό αν ο Περεσιάδης επηρεάστηκε από τα τραγούδια που αναφέρονται στο γνωστό ειδύλλιο της Γκόλφως και του Τάσου ή αυτά προέκυψαν από το δράμα αυτό, εκδοχή που είναι επικρατέστερη, αφού στις δημοσιευθείσες συλλογές δημοτικών τραγουδιών πρίν την πρώτη παράσταση της Γκόλφως (1893), δεν περιλαμβάνονται τέτοια τραγούδια. 
Σύμφωνα με οικογενειακή παράδοση την οποία ανακοίνωσε στον Αθ. Θ. Φωτόπουλο ο Μεσορρουγιώτης Ηρακλής Αναστ. Αναγνωστόπουλος, ο τυφλός ποιητής Περεσιάδης είχε μία ερωμένη από το Σόλο που ονομαζόταν Γκόλφω. Για να τη συναντάει, τον οδηγούσε ο μικρός εξάδελφός του Αναστάσιος Αναγνωστόπουλος. Κάποτε του είπε ο Περεσιάδης: «Τασάκη, θα κάνω ένα έργο και θα βάλω τ’ όνομά σου μέσα». Το έργο αυτό είναι η «Γκόλφω». Με βάση άλλη εκδοχή που παρουσιάζουν γέροντες Κλουκινοχωρίτες, τα πρόσωπα του έργου ήσαν υπαρκτά. Ο Ζήσης είχε βοσκοτόπια στην Περιστέρα και στο Μεσορρούγι (κατά τον Ξερόκαμπο). Ο Θανασούλας είχε τη στάνη του στη θέση «Γκόλφως Βρύση ΝΔ. του Σόλου. Η Σταυρούλα «εκλώτσησε» τη στάμνα της Γκόλφως στη βρύση Μπλιζινσά του Σόλου. Η Γκόλφω τέλος ήταν κόρη του Ρουμελιώτη ποιμένα Φλίγκου, ο οποίος είχε τη στάνη του στη θέση Ποτάμια, κοντά στη βρύση της Γκόλφως. Το 1892 εξέδωσε στην Ακράτα, όπου είχε εγκατασταθεί, την εφημερίδα «Αστραπή» . Ο Τάσος Μιχ. Γεωργαντόπουλος (1909-): συγγραφέας και καθηγ. φιλόλογος, από την Ακράτα επιμελήθηκε την έκδοση των έργων του Σ. Περεσιάδη «Γκόλφω» και «Εσμέ» το 1993.

Γκόλφω: ηρωϊδα του θεατρικού ειδυλλίου με τον Τάσο, του Σπ. Περεσιάδη.
Το όνομα σύμφωνα με το Τάσο Αθ. Γριτσόπουλο (Βαπτιστικά ονόματα εκ Πελοποννήσου των χρόνων της Τουρκοκρατίας, «Λαογραφία», τ. ΙΣΤ΄ (1957), σ. 369) προέρχεται από το γκόλφι = περιδέραιο (εγκόλπιο).
Τα δημοτικά τραγούδια της αγάπης, που έχουν καταγραφεί από τον Αθ. Θ. Φωτόπουλο και ακολουθούν, αναφέρονται στη Γκόλφω: 1. «Δυό μέρες έχω να σε ιδώ/ π’ αρρώστησα και δεν μπορώ./ Τ’ αρνιά βελάζουν, «Γκόλφω» φωνάζουν,/ τ’ αρνάκια σκούζουν στο μαντρί/ κ’ η Γκόλφω άργησε να ρθεί./ - Πού ήσουνα, Γκόλφω, κι άργησες/ που νύχτωσες και βραδιασες;/ - Ήμουνα, Τάσο, στο Χιαλμό/ ψηλά στ’ αθάνατο νερό./ - Έλα να πάμε στην Ετιά/ πού χει τα κρύα τα νερά./». 2. «- Πού ήσουνα, Γκόλφω, κι άργησες/ και νύχτωσες και βραδιασες/ - Ήμουνα πάνω στο Χιαλμό/ κι έπιν’ αθάνατο νερό./ ήμουνα πάνω στην Ιτιά/ και λέγαμε τα μυστικά,/ πήγαινα με τον Τάσο μου,/ τον Τάσο το ταιράκι μου./ - Τό μαθες, Γκόλφω,/ καημένη Γκόλφω,/ ο Τάσος επαντρεύτηκε/ και η Σταυρούλα σκεύτηκε./ Τ’ αρνιά βελάζουν,/ «Γκόλφω» φωνάζουν/ τ’ αρνιά βελάζουν στο μαντρί/ κι η Γκόλφω άργησε να ρθεί./». 3. «Τη Γκόλφω στα λημέρια της ο Τάσος δεν τη βρήκε/ τον πήρε το παράπονο και το Χελμό ρωτάει:/ -Χελμέ, βουνό περήφανο, ήρθα να σε ρωτήσω/ μην είδες την αγάπη μου, τη Γκόλφω, πόυθε πάει;/ Μαράζωσ’ η καρδούλα μου, Χελμέ, που δεν την βλέπω./ -Τάσο μου, φαρμακίστηκε κει στη Ιτιά πό κάτου/ τί πήρες την αρρεβώνα σου και την αγάπη αρνέθης./». 4. «Μέσ’ του Χιαλμού τα κρύα νερά, μέσ’ την Ιτιά αποκάτω/ κείτετ’ η Γκόλφω, κείτεται πικρά φαρμακωμένη./ Κανείν’ δεν είχε συντροφιά, κανείνε για παρέα,/ με τα πουλιά κουβέντιαζε και με τα χελιδόναι./ - Πουλιά μου, μην τον είδατε τον Τάσο το λεβέντη/ τον αρνητή, τον κομπωτή , τον ψεύτη της αγάπης /». Μία άλλη παραλλαγή λέει: «Τ’ αρνιά βελάζουν, Γκόλφω, φωνάζουν/ τ’ αρνιά βελάζουν στο μαντρί, κι η Γκόλφω άργησε να ρθή/ -Πού ήσουνα Γκόλφω κι άργησες/ και νύχτωσες και βράδυασες;/ - Ήμουνα απάνω στο Χελμό/ τον Τάσιο έψαχνα να βρώ./ Κι ο Τάσιος επαντρεύτηκε και τη Σταυρούλα στέφτηκε» (Παπαγεωργόπουλος Σ. – λαογρ. Ζαρούχλας). Και στα λαογραφικά των Σουδενών αναφέρεται τοπαρακάτω: «-Που ήσουνα Γκόλφω μ’ καημένη Γκόλφω/ πού ήσουνα Γκόλφω μ’ κι άργησες και νύχτωσες και βράδυασες;/ - Ήμουνα απάνου, καημένε Τάσο/ ήμουνα απάνου στο Χιαλμό, κι αγνάντια στον ξερόκαμπο./ - Έλα να πάμε, καημένη Γκόλφω/ έλα μα πάμε στην ιτιά, που λέγαμε τα μυστικά./ - Έλα να πάμε, καημένε Τάσο/ έλα να πάμε εκεί που λές, που κάνουν τα πουλιά φωλιές./ Τ’ αρνιά βελάζουν, Γκόλφω φωνάζουν/ τ’ αρνιά βελάζουν στο μαντρί, κι η Γκόλφω άργησε να ρθή./ - Πού ήσουνα Γκόλφω μ’ κι άργησες και νύχτωσες και βράδυασες;/ Δυό ημέρες έχω να σε ειδώ κι αρρώστησα και δεν μπορώ./ - Ήμουνα απάνου στο χιαλμό κι έπινα αθάνατο νερό». Ο Ν. Π. Σακελλαρόπουλος αναφέρει σχετικά: «ΤΗΣ ΓΚΟΛΦΩΣ/ Ο Χελμός είναι το βουνό, κόσμημα του Μωριά, καμάρι του Μωριά, πολυτραγουδισμένο και αναμφισβήτητα το πιο φημισμένο και πολυθρύλητο βουνό της Ελλάδας, μετά τον Όλυμπο. Γιατί αν στον Όλυμπο ήταν η κατοικία των Θεών, στο Χελμό υπήρχαν τα «Ύδατα της Στυγός», η πηγή με το «Αθάνατο Νερό», το «Μαυρονέρι», κατά τη λαϊκή έκφραση. Σ’ αυτό το θαυματουργό νερό ορκίζονταν και οι Ολύμπιοι Θεοί, όταν ήθελαν να δώσουν μεγάλο και βαρύ όρκο. Ακόμα και ο Δίας σ’ αυτά τα νερά ορκιζότανε. Έστελνε τη φτερωτή μαντατοφόρο Ίριδα στα Αροάνια και μ’ ένα χρυσό κύπελλο κουβαλούσε το φοβερό νερό της Ιερής Στύγας στον Όλυμπο./ Και η Ήρα όταν ορκίζοταν επίσημα αναφωνούσε:/ « Ίστω νυν τόδε Γαία και ουρανός ύπερθεν/ και το κατειβόμενον Στυγός ύδωρ ... »/ Αλίμονο σε κείνο το θεό που θα έκανε ψευδορκία! Έμπαινε αμέσως σε τιµωρία σκληρή. Για ένα ολόκληρο χρόνο, έχανε κάθε πνοή ζωής, κι έµενε στο κρεβάτι ξαπλωµένος, σαν πεθαµένος. Σαν τελείωνε η χρονιάτικη τιµωρία του, ακολουθούσε δεύτερη τιµωρία, που αυτό το µεγάλο διάστηµα, ο επίορκος θεός ζούσε αποµονωµένος από τους άλλους θεούς του Ολύµπου. Δε λάβαινε µέρος στα συµπόσια και τις χαρές των θεών και δεν του δινόταν αµβροσία και νέκταρ. Μονάχα τον ενδέκατο χρόνο, ο τιµωρηµένος θεός έβρισκε τον εαυτό του. Η τιµωρία του είχε λήξει. Το ένα δέκατο από τα νερά της Στύγας χρησίµευε για τους όρκους των θεών και τα υπόλοιπα εννέα δέκατα έτρεχαν υπογείως και χύνονταν στον Άδη./ Όλη αυτή η ωραία µυθολογία, η µεγαλοπρέπεια του βουνού η Αετόραχη, η Νεραϊδόραχη και τόσες άλλες ποιητικές βουνοκορφές, οι λίµνες, οι κάµποι του, τα φαράγγια του, τα καταφύγια των Κλεφτών στην Τουρκοκρατία, τροφοδοτούσαν συγγραφείς και ποιητές, έγινε δε ιδιαίτερα εντρύφηµα στη λαϊκή µούσα που το τραγούδησε και το ύµνησε σ’ όλους τους τόνους και σ' όλα τα µοτίβα. Ένα από τα πλέον χαριτωµένα και περισσότερο διαδεδοµένα, σε πανελλήνια σχεδόν κλίµακα περιστατικό του Χελµού, ήταν το ειδύλλιο του Τάσιου και της Γκόλφως. Το ειδύλλιο συνέβη στα βοσκοτόπια του Χελµού ανάµεσα στα 1850-1890, συγκίνησε τα χωριά της Νωνάκριδας, ο δε εθνικός µας ποιητής Σ. Περεσιάδης στα 1892 δραµατοποίησε το γεγονός. Η υπόθεση κατά τον Περεσιάδη έχει ως εξής:/ «Ο Τάσιος ήταν ένα φτωχό µα λεβεντόπαιδο και όµορφο βοσκόπουλο των κορυφογραµµών του Χελµού, αλλά και η Γκόλφω ήταν συντοπίτισσα του Τάσιου, νέα ωραία, όμορφη, λυγερόκορμη και αφράτη σαν το γάλα. Όπως συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις, οι δυο νέοι αγαπηθήκανε κι ορκίστηκαν να μη χωρίσουν ποτέ. Τον Τάσιο τον αγαπάει και η ξιπασμένη κόρη του αρχιτσέλιγκα της περιοχής, Σταυρούλα. Αλλά και την Γκόλφω την αγαπάει ο γιος του αρχιτσέλιγκα του τόπου, ο Κίτσιος. Με τις διαβολές των προξενητάδων, ο Τάσιος λυγάει κι αρνιέται την Γκόλφω, προδίδει τον πιο αγνό έρωτα και αποφασίζει να παντρευτεί τη Σταυρούλα. Γίνονται κιόλάς τ’ αρρεβωνιάσματα. Σαν έφυγε από τη μέση ο Τάσιος, βρίσκει την ευκαιρία και ο Κίτσος να στείλει προξενιά στην Γκόλφω, μα εκείνη μένει πιστή στον πρώτο αγνό και μεγάλο έρωτα της και προτιμάει να πεθάνει παρά να πάρει άλλον. Απελπισμένη, ξετρελλαμένη κάνει μια προσπάθεια, με τη συνδρομή του πατέρα του Τάσιου, να τον συγκινήσει και να τον ξαναφέρει κοντά της, μα σαν χάνει κάθε ελπίδα, φαρμακώνεται κάτω από μια ετιά κοντά στη λαγκαδιά, εκεί που κρυφοσυναντιόντουσαν στον καιρό της μεγάλης τους αγάπης. Στο ψυχοράγημά της την προφτάνει, μετανιωμένος ο αρνητής της αγάπης. Μάταια προσπαθεί να τη συνεφέρει και ξεψυχάει στην αγκαλιά του. Ο Τάσιος δεν έχει άλλο δρόμο να διαλέξει και αυτοκτονεί και αυτός στην αγκαλιά της αγαπημένης του Γκόλφως. 'Ετσι μια και δεν μπόρεσαν να ενωθούν στη ζωή ενώνονται στο θάνατο»./ Η συγκινητική και ωραία αυτή υπόθεση της Γκόλφως και του Τάσιου ενέπνευσε πολλούς λαϊκούς ποιητές με αποτέλεσμα να γραφτούν τα παρακάτω τραγουδάκια./ (Και ο ποιητής της θεογονίας µιλάει µε κάποιο είδος τρόµου για το «.... πολυώνυµον ύδωρ,/ ψυχρόν, ο τ’ εκ πέτρης καταλείβεται ηλιβάτοιο,/ υψηλής˙ πολόν θ’ υπό χθονός ευρυοδείης/ εξ ιερού ποταµοίο ρέει δια νύκτα µέλαιναν »./ (Ησίοδος: «Θεογονία» στιχ. 787-790)./ Η µετάφραση έχει ως εξής:/ «Το ξακουστό κι ολόδροσο νερό της που πέφτει από ψηλόκορφη κι απόκρεµη ραχούλα./ Κυλάει πληµµύρα το νερό, που βγαίνει µεσ’ απ’ Άγιο ποτάµι, απ’ την πλατύστρατη τη γη/ βαθειά από κάτω µέσ’ από τη σκοτεινή νύχτα»./ Κ. Στούρνα «Ελληνικά βαυνά» , Αθήνα 1938 σελ. 89/ Γ. Σακκά «Μιλούν τα βουνά µας» , Αθήνα 1973. σελ. 26/ Κ. Ουράνη «Ταξίδια – Ελλάδα», Αθήνα 1930, σελ. 140/ Κ. Ουράνη «Ταξίδια – Ελλάδα» , Αθήνα 1930, σελ. 147/ Ρ. Decharme «Μυθολογία της Αρχαίας Ελλάδος» , 1925, σελ. 393/ Ζαν Ρισπέν «Ελληνική Μυθολογία», Αθήναι 1953, σελ, 68, τ. Α΄ Οµήρου Ιλιάδα/ Ήσιόδου «Θτογονία» 177 και 785/ Σ. Περεσιάδη . «Η Γκόλφω»/ Ν. Στασινόπουλου. Σπυρίδων Περεσιάδης, εφ. Πελοπόννησος 14.12.69/ Ν. Παππά. «Ελληνικά Δηµοτικά Τραγούδια», Αθήνα 1953 σελ. 75.)/ Η ΓΚΟΛΦΩ/ Α΄/ 1. Τ’ αρνιά βελάζουν,/ Γκόλφω φωνάζουν./ Τ’ αρνιά βελάζουν στο μαντρί/ κι η Γκόλφω άργησε να ’ρθεί./ 5. που ήσουν Γκόλφω,/ (καημένη Γκόλφω)/ που ήσουν Γκόλφω π’ άργησες/ και νύχτωσες και βράδιασες./ Ήμουνα απάνω,/ 10. (καημένε Τάσιο)/ 'Ημουνα απάνω στο Χελμό/ κι αρρώστησα και δε μπορώ/ Άειντε να πάμε,/ (μικρή μου Γκόλφω)/ 15 Άειντε να πάμε εκεί που λες/ που χτίζουν τα πουλιά φωλιές./ Σύγνεφο ήταν πέρασε/ κι ο έρωτάς τους γέρασε./ Ο Τάσιος στεφανώνεται/ 20. κι η Γκόλφω φαρμακώνεται/ (Ν. Παππά: «Ελλ. Δημ. Τραγούδια », Αθήνα I953)/ Η ΓKOΛΦΩ/ Β΄/ 1. Τ’ αρανιά βελάζουν,/ Γκόλφω φωνάζουν./ Τ’ αρνιά βελάζουν στο μαντρί/ κι η Γκόλφω άργησε να ’ρθεί./ 5. Που ήσουνα Γκόλφω,/ (καημένη Γκόλφω)/ Πούσουνα Γκόλφω π’ άργησες/ και νύχτωσες και βράδιασες/ 'Ημουνα απάνου./ 10. (καημένε Τάσιο)/ Ήμουνα απάνου στο Χιαλμό/ κι έπινα αθάνατο νερό./ Άειντε να πάμε,/ (καημένη Γκόλφω),/ 15. Άειντε να πάμε εκεί που λες/ 15. που χτίζουν τα πουλιά φωλιές./ Δε μπορώ η δόλια,/ (καημένε Τάσιο)/ Δε μπορώ και θα πεθάνω,/ 20. Φέρτε το γιατρό να γιάνω./ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΓΚΟΛΦΩΣ/ 1. Μεσ’ του Χιαλμού τα κρύα νερά μεσ’ την ετιά απουκάτου,/ κείτεται η Γκόλφω κείτεται σαν άνθος μαραμένο./ Με τα πουλιά κουβέντιαζε και με τις κρύες βρυσούλες./ - Πουλιά μου μη με κλάψετε, πουλιά μου μην πενθείστε./ 5. Η Γκόλφω φαρμακώθηκε, έπιε πικρό φαρμάκι.» (Ν. Π. Σακελλαρόπουλου: Τα Καλαβρυτινά Δημοτικά Τραγούδια, Πάτρα 1985).




γράφει ο Θανάσης Τζώρτζης Γκέρμπεσι (Προφήτη Ηλία) gerbesi.wordpress.com
Ο Θανάσης Τζώρτζης βρίσκεται στο στάδιο έρευνας και συλλογής στοιχείων για όλη την επαρχία Καλαβρύτων.





Κυριαζής Νίκος

Σχολιάστε: