HIDE

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

HIDE_BLOG

Breaking News

latest

Αρχείο Ολοκαυτώματος - Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ ΜΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΠΟ ΕΑΜΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ

Ο ιστοριοδίφης – εκπαιδευτικός κ. Βασίλειος Λάζαρης τα κείμενα και οι φωτογραφίες διέπονται από τη Νομοθεσία περί Πν...

Ο ιστοριοδίφης – εκπαιδευτικός κ. Βασίλειος Λάζαρης



τα κείμενα και οι φωτογραφίες διέπονται από τη Νομοθεσία περί Πνευματικών Δικαίωμάτων
copyright Ιστορικό Αρχείο Κανελλόπουλου
Φως στα ντοκουμέντα του Ιστορικού Αρχείου του Δημ.Κανελλόπουλου για το Καλαβρυτινό Ολοκαύτωμα


-65-
 Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ ΜΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΠΟ ΕΑΜΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ

Η ιστορική έρευνα ζήτησε να αναλυθεί η Επιχείρηση Καλάβρυτα από τον διαπρεπή ιστοριοδίφη κ. Βασίλη Λάζαρη, στέλεχος της Νομαρχιακής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε. Νομού Αχαΐας. Ο κ. Λάζαρης, ευγενικά, διατύπωσε ως κατωτέρω τις απόψεις του:

Η ξενική φασιστική κατοχή δημιούργησε στη χώρα μας τραγικές καταστάσεις, των οποίων το καλαβρυτινό ολοκαύτωμα απετέλεσε την αποκορύφωση. Επρόκειτο στην προκειμένη περίπτωση για την ειδεχθέστερη πράξη των κατακτητών σε πανελλαδικό επίπεδο, απόλυτα προσδιοριστική του αληθινού περιεχομένου της αιματοβαφούς ιδεολογίας τους, που καμιά πολιτική σκοπιμότητα δεν είναι επιτρεπτό να εξαφανίσει από την ιστορική μνήμη.
Οι ξένοι φασίστες επιδρομείς υπήρξαν αδίστακτοι στο εγκληματικό τους έργο, η δε αλήθεια αυτή τεκμηριώνεται από πλήθος ντοκουμέντων. Τούτο όμως, όπως και η γενικότερη απαράδεκτη τακτική τους, δεν είχε καθόλου εμποδίσει την εγχώρια μεγαλοαστική τάξη να τους αποδεχθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις να τους χειροκροτήσει και γενικότερα να ρυθμίσει τη συμπεριφορά της απέναντί τους με ανάλογο τρόπο. Μια μερίδα της μάλιστα είχε προχωρήσει σε ανοικτή συνεργασία μαζί τους, ενώ το υπόλοιπο τμήμα της, που συνδεόταν κατά κύριο λόγο με το αγγλικό κεφάλαιο, είχε τηρήσει αναφορικά με αυτούς, για ορισμένο τουλάχιστον χρονικό διάστημα, επιφυλακτική στάση, περιμένοντας παράλληλα την απολύτρωση της υποδουλωμένης πατρίδας από τους συμμάχους.
Ο ελληνικός αστικός πολιτικός κόσμος ωστόσο τον πρώτο τουλάχιστον χρόνο της ξενικής κατοχής δεν είχε αποκλείσει σχεδόν στο σύνολό του ένα είδος συνεργασίας ή έστω σιωπηρής συμβίωσης με τους επιδρομείς. Ο Γεώργ. Τσολάκογλου μάλιστα, που είχε συγκροτήσει την πρώτη προδοτική κυβέρνηση στην Αθήνα, είχε πραγματοποιήσει συναντήσεις με το μεγαλύτερο μέρος των εκπροσώπων αυτού του κόσμου με προφανή σκοπό την αποδοχή της, ενώ την ίδια εποχή ο αστός δημοκράτης Γεωργ. Καρτάλης όχι μόνο περίμενε την απόλυτη γερμανική στρατιωτική επικράτηση, αλλά και δεν έδειχνε καμιά δυσαρέσκεια σχετικά με μια τέτοια προοπτική. Ο Νικ. Πλαστήρας, εξάλλου, αστός δημοκράτης και αυτός, προχωρώντας παραπέρα θεωρούσε αναγκαίο το σχηματισμό στην Ελλάδα φιλογερμανικής κυβέρνησης και υποστήριζε στα σοβαρά, ότι μια τέτοια κυβέρνηση θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τις καταστροφές, που ήσαν σωρευμένες από την ολέθρια πολιτική της βασιλομεταξικής δικτατορίας, και να εργασθεί για την επιβίωση του λαού, που τον απειλούσε η πείνα με αφανισμό [Χ. Φλάισερ: Στέμμα και Σβάστικα. Αθήνα, χ.χ. σ. 152, 153, 157].
Αντίθετα, τα λαϊκά στρώματα απαρχής απέρριψαν την ταπεινωτική αποδοχή της εθνικής υποταγής και πολύ περισσότερο τη συνεργασία τους με τους επιδρομείς. Η φασιστική άλλωστε ομάδα, που είχε επικεφαλής τη ναζιστική Γερμανία, είχε μέσα από τις διακηρύξεις της προχωρήσει στον καθορισμό των στόχων της, που αναφέρονταν όχι σε απλές κατακτήσεις ορισμένων εδαφών με το πρόσχημα της εξασφάλισης ζωτικών χώρων, αλλά στην πλήρη υποδούλωση, ακόμη και στην εξολόθρευση ολόκληρων λαών. Το γεγονός δε τούτο, που πρόδιδε εκτός πολλών άλλων και την απότομη όξυνση εκείνη την εποχή της ολόπλευρης κρίσης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος γενικά, άλλαξε πάρα πολύ σύντομα το χαρακτήρα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, που ταλάνιζε ήδη τους λαούς, προκαλώντας ευρύτατα αντιφασιστικά κινήματα στις ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες είχαν γνωρίσει τη μουσολινική και τη χιτλερική επιδρομή, και μεταξύ τους βέβαια και στην Ελλάδα.
Μέσα στο κλίμα αυτό, που τη διαμόρφωσή του δεν είχαν προβλέψει οι εκφραστές ούτε των φασιστικών ούτε των αστικοδημοκρατικών πολιτικών συστημάτων, το ελληνικό κομμουνιστικό κόμμα αποφάσισε στην έκτη ολομέλεια της κεντρικής του επιτροπής, στα τέλη του Ιούνη του 1941, την οργάνωση παλλαϊκής αντίστασης κατά του ξένου επιδρομικού φασισμού. Έτσι, τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου προχώρησε μαζί με άλλα τρία μικρά αριστερά πολιτικά κόμματα στην ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, του ΕΑΜ, και στη συνέχεια συγκρότησε τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό, τον ΕΛΑΣ, ο οποίος απετέλεσε τον οπλισμένο χαλύβδινο βραχίονά του. Οι αριστερές πολιτικές δυνάμεις του τόπου είχαν προηγούμενα απευθυνθεί σε όλο τον ελληνικό αστικό πολιτικό κόσμο για την από κοινού συγκρότηση ενός αντιφασιστικού μετώπου, αντιμετώπισαν όμως απαρχής την απόλυτη άρνησή του. Μεταξύ μάλιστα εκείνων, που απέρριψαν τις σχετικές προτάσεις της ελληνικής αριστεράς περιλαμβάνονταν οι αχαιοί πολιτευτές Γεώργιος Παπανδρέου και Παναγιώτης Κανελλόπουλος, από τους οποίους ο πρώτος όχι μόνο αρνήθηκε να πάρει μέρος στη συγκρότηση εθνικού αντιστασιακού μετώπου, αλλά συμβούλευσε για το αντίθετο και τα άλλα αστικά πολιτικά κόμματα, ενώ ο δεύτερος με αντιπρόσωπό του είχε δηλώσει, ότι δεν επιθυμούσε να δεσμευθεί, αλλά ήθελε να είναι ελεύθερος, για να έχει τη δυνατότητα της προσαρμογής του στις οποιεσδήποτε μελλοντικές εξελίξεις [Γ. Ζωίδη κ.ά. Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης. Αθήνα, 1984, σ. 80].
Ορισμένοι έχουν υποστηρίξει, ότι το ελληνικό κομμουνιστικό κόμμα ειδικά πήρε την απόφαση της πολύμορφης αντίστασης κατά των κατακτητών μόνο, όταν τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στα σοβιετικά εδάφη, και ότι μέχρι τότε κρατούσε επιφυλακτική στάση, εξαιτίας προφανώς της υπογραφής του γνωστού συμφώνου μη επίθεσης ανάμεσα στον Ρίμπεντροπ και στον Μολότωφ, υπουργούς των Εξωτερικών της χιτλερικής Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης αντίστοιχα. Τούτο ωστόσο δεν ευσταθεί, δεδομένου ότι σύμφωνα με έγγραφα των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών τον Απρίλη ήδη του 1941, τρεις μήνες δηλαδή πριν από την εισβολή της Βέρμαχτ στη σοβιετική επικράτεια, είχαν κυκλοφορήσει στη Θεσσαλονίκη κομμουνιστικές προκηρύξεις, που περιείχαν «ανατρεπτικές εκκλήσεις» κατά του γερμανικού στρατού και προτροπές προς τους πολίτες να μην παραδώσουν τα όπλα και να αντισταθούν στην κατάσχεση των τροφίμων [Χ. Φλάισερ, ό.π. σ. 141]. Στις 3 του Μάη του ίδιου χρόνου, εξάλλου, η κεντρική επιτροπή του κομμουνιστικού κόμματος σε ειδική ανακοίνωσή της καλούσε το λαό να αγωνισθεί για την απελευθέρωση του τόπου και την ειρήνη και να μην αδρανεί περιμένοντας την απολύτρωση από τους βρετανούς ή από την καλή θέληση των κατακτητών [Εφ. Κρητικά Νέα, φ. 16 Μαΐου 1941] – ενώ λίγες ημέρες μετά την έναρξη της μάχης της Κρήτης ο άλλοτε κομμουνιστής βουλευτής Μιλτ. Πορφυρογένης ζητούσε από τους Κρητικούς να παραμερίσουν τις μεταξύ τους διαφορές, πικρίες και μνησικακίες προς το συμφέρον του εθνικού αγώνα, στις πρώτες γραμμές του οποίου όφειλαν να βρίσκονται οι κομμουνιστές [Περ. Εθνική Αντίσταση, τεύχος Απριλίου 1962, σ. 3-4].
Η πολύμορφη πάλη κατά των κατακτητών και η απελευθέρωση της πατρίδας από τον ξενικό φασιστικό ζυγό δεν απετέλεσαν ωστόσο τους μοναδικούς σκοπούς των ελλήνων κομμουνιστών και των εαμιτών γενικότερα. Όπως αναφερόταν στην απόφαση της προαναφερμένης έκτης ολομέλειας της κεντρικής επιτροπής του ελληνικού κομμουνιστικού κόμματος, πέρα από το καθήκον της συγκρότησης εθνικού μετώπου για τον τερματισμό της κατοχής σημειωνόταν και η αναγκαιότητα του σχηματισμού αμέσως μετά την απελευθέρωση ενός προσωρινού υπουργείου από όλα τα κόμματα, που θα φρόντιζε για την αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών, για τη σύγκληση συντακτικής εθνοσυνέλευσης και για την υπεράσπιση της χώρας από την ενδεχόμενη καινούργια εμφάνιση της οποιασδήποτε ξένης ιμπεριαλιστικής απειλής. Το τελευταίο τούτο, που ξεπερνούσε τα όρια της προσπάθειας για την εκδίωξη των κατακτητών από τα ελληνικά εδάφη, ανησύχησε απαρχής τον αγγλικό παράγοντα, ο οποίος ήθελε να διαδραματίσει και μεταπολεμικά τον παλιό του ρόλο στη διαμόρφωση των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα. Έτσι, πέρα από όλα τα άλλα, φρόντισε και για τη συγκρότηση ορισμένων αντιεαμικών ανταρτικών ομάδων στη χώρα και κατά πρώτο λόγο του Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου, του ΕΔΕΣ, του οποίου ο ηγέτης Ναπ. Ζέρβας, όπως έγραφε ο βρετανός διαπιστευμένος στην εξόριστη κυβέρνηση του Εμμ. Τσουδερού Ρ. Λήπερ, «ήταν πάντα πρόθυμος να συμμορφώνεται προς ό,τι επιθυμούσαν οι άγγλοι» [Βλ. εφ. Ελευθερία, φ. 11 Απριλίου 1950]. Προφανώς δε μέσα στο πλαίσιο των βρετανικών οδηγιών «ένα τμήμα του ΕΔΕΣ», όπως αποκάλυπτε το Γενάρη του 1944 ο Αχιλλέας Κύρου σε σημείωμά του προς τον προαναφερμένο βρετανό διαπιστευμένο, «είχε συμφωνήσει επί μιας συνεννοήσεως με μίσθαρνα όργανα των γερμανών, είχε δεχθεί όπλα από την κυβέρνηση των Κουίσλινγκ και είχε τοποθετήσει αξιωματικούς του εις τα αξιοθρήνητα Τάγματα Ασφαλείας» [Μυστικά Αρχεία του Φόρεϊν Όφφις. Εφ. Ακρόπολις, φ. 3 Μαΐου 1972].


Το ΕΑΜ ωστόσο και ο ΕΛΑΣ, παρά τις εχθρικές σε βάρος τους ενέργειες του βυσσοδομούντα αγγλικού παράγοντα, αναπτύσσονταν με γρήγορους ρυθμούς σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Έτσι, στην Αχαΐα συγκεκριμένα τα πρώτα τμήματα του ΕΛΑΣ είχαν κάνει την εμφάνισή τους από τις αρχές ήδη του 1943 και στις 14 του Απρίλη εκείνου του χρόνου είχαν δώσει με επικεφαλής τον σμήναρχο Δημ. Μίχου την πρώτη σε ολόκληρη την Πελοπόννησο αξιομνημόνευτη μάχη κατά των κατακτητών. Επρόκειτο για τη μάχη στο Πυργάκι της Αιγιαλείας, που κατέληξε στη συντριβή ενός ιταλικού στρατιωτικού τμήματος –με συνέπεια οι μεν ιταλοί φασίστες να προχωρήσουν στον τουφεκισμό ανυπεράσπιστων ελλήνων πολιτών και στην πυρπόληση μερικών χωριών της περιοχής, ο δε τοπικός κατοχικός νομάρχης Πολυζώης Οικονομίδης να στείλει στον έπαρχο των Καλαβρύτων ένα κατάπτυστο εμπιστευτικό έγγραφο. Στο έγγραφο αυτό ο εν λόγω νομάρχης πληροφορούσε τον υφιστάμενό του, ότι «ομάς ταραξιών είχε διαταράξει την ησυχίαν και την τάξιν της περιφερείας του», ενώ παράλληλα επέσειε το ενδεχόμενο φασιστικών αντιποίνων σημειώνοντας, ότι τέτοιου είδους περιστατικά «ηδύναντο να προκαλέσουν αυστηροτάτας κυρώσεις εις βάρος του αθώου πληθυσμού του νομού του» [Νομαρχία Αχαΐας. Αρ.Εμπ.Πρ. 123/7.4.1943].
Τη μάχη στο Πυργάκι ακολούθησαν και άλλες μάχες του ΕΛΑΣ, οι οποίες κατέληξαν στις 9 του Σεπτέμβρη του 1943 στην απελευθέρωση των Καλαβρύτων και στη δημιουργία μιας ευρύτερης ελεύθερης περιοχής, που την αποτελούσαν ολόκληρη η καλαβρυτινή επαρχία και ένα μεγάλο μέρος των επαρχιών της Πάτρας και της Αιγιαλείας. Οι κατακτητές προσπάθησαν τότε να αντιδράσουν με την προσφιλή σ’ αυτούς μέθοδο της τρομοκρατίας, ενώ οι εγχώριοι συνεργάτες τους έσπευσαν να τους προσφέρουν την ηθική τους υποστήριξη. Έτσι, ο Χρ. Γιώτης, που είχε διαδεχθεί στο νομαρχιακό αξίωμα τον Οικονομίδη, με εγκύκλιό του στους δημάρχους και στους κοινοτάρχες της δικαιοδοσίας του φρόντισε να ζητήσει τη συνδρομή τους για την καταπολέμηση του ΕΑΜ και παράλληλα τους θύμισε ειδική διαταγή, που είχε τότε εκδώσει η προδοτική κυβέρνηση της Αθήνας. Στην εν λόγω διαταγή οι πατριωτικοί ανταρτικοί σχηματισμοί χαρακτηρίζονταν «ληστρικαί ομάδες», που «επεδίδοντο εις εκνόμους και αντεθνικάς ενεργείας» – γεγονός, που κατά το συντάκτη της διαταγής δημιουργούσε την υποχρέωση να αναληφθεί κατά των σχηματισμών αυτών «αληθής σταυροφορία, εφ’ ενός μεν διότι ουτωσί πράττοντες ενήργουν αντεθνικώς, αφ’ ετέρου δε διότι αι συνέπειαι αι απειλούμεναι κατά των παραπλανημένων και υποβοηθούντων τούτους πολιτών ήσαν εξοντωτικαί» [Εφ. Νεολόγος Πατρών, φ. 22 Σεπτεμβρίου 1943].


Το κίνημα ωστόσο της εαμικής εθνικής αντίστασης εξακολουθούσε να αναπτύσσεται στην Αχαΐα με ρυθμούς ιδιαίτερα ταχείς και επομένως ανησυχητικούς για τους κατακτητές. Αυτός υπήρξε δε ο λόγος, για τον οποίο στις 31 του Αυγούστου του 1943 οι μυστικές υπηρεσίες της 117ης γερμανικής μεραρχίας πεζικού, που βρισκόταν στην Πελοπόννησο, με εμπιστευτική αναφορά τους στη διοίκηση της Βέρμαχτ της νοτιοανατολικής Ευρώπης, στο Βελιγράδι, ζήτησαν να ισοπεδωθεί η περιοχή των Καλαβρύτων, η οποία χαρακτηριζόταν «άκρως επικίνδυνη», γιατί «εκεί είχε την έδρα του το Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κέντρο, με επικεφαλής το σμήναρχο Δημήτριο Μίχου» [Δημ. Κανελλοπούλου: Εισήγηση στο Διεθνές Συμπόσιο με θέμα «Καλάβρυτα 1943. Αντίσταση και Αντίποινα στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αθήνα, 28 και 29 Σεπτεμβρίου 1993, σ. 4]. Η εμπιστευτική αυτή αναφορά καταδεικνύει πέρα από κάθε αμφισβήτηση, ότι η καταστροφή της επαρχίας των Καλαβρύτων βρισκόταν μέσα στα σχέδια της Βέρμαχτ, καθόλου λιγότερο εγκληματικής από τους σχηματισμούς των Ες-Ες, πολύ προτού σημειωθούν τα επεισόδια, που εμφανίσθηκαν αργότερα ως η αιτία της εν λόγω καταστροφής. Πρόκειται δε για τα περιστατικά, που αναφέρονται στην κατατρόπωση του λόχου του Σόμπερ από τον ΕΛΑΣ κοντά στους Ρωγούς στις 16 του Οκτώβρη του 1943 και στην κατοπινή εκτέλεση των αιχμαλωτισμένων ανδρών του από τους αντάρτες. Η εν λόγω εμπιστευτική αναφορά εμπνέεται γενικότερα από το πνεύμα της περιβόητης ειδικής διαταγής προς την Βέρμαχτ, που είχε εκδώσει στις 16 του Δεκέμβρη του 1942 ο στρατάρχης Κάιτελ. Η διαταγή αυτή, στηριγμένη ιδεολογικά στην απόλυτη φασιστική αντίληψη για την απόρριψη κάθε ανθρώπινης αξίας, αναφερόταν στον κτηνώδη τρόπο αντιμετώπισης των κινημάτων αντίστασης κατά της γερμανικής επιδρομής στις περιοχές των Βαλκανίων και της Ανατολής. Επρόκειτο για ένα ιδιαίτερα σημαντικό κείμενο, το οποίο πρόβαλλε χωρίς δισταγμούς τη φασιστική δικαιολόγηση όλων των εγκλημάτων, που η γερμανική βαρβαρότητα διέπραξε στην Ευρώπη και στην περίπτωση της χώρας μας στην επαρχία των Καλαβρύτων, αλλά και αλλού.
Σύμφωνα με το κείμενο αυτής της διαταγής οι αντίπαλοι του γερμανικού επεκτατισμού είχαν ρίξει στο «συμμοριτοπόλεμο», που διεξήγαγαν κατά της Βέρμαχτ και των συμπληρωμάτων της, φανατικούς μαχητές, εκπαιδευμένους από τους κομμουνιστές, που δε σταματούσαν μπροστά σε καμιά «πράξη βίας». Έτσι, κατά το ίδιο κείμενο πάντα, στον αγώνα κατά των συγκεκριμένων αυτών αντιπάλων του γερμανικού στρατού στην Ανατολή και στα Βαλκάνια, έπρεπε να χρησιμοποιηθούν τα «πιο ωμά μέσα», επειδή διαφορετικά υπήρχε το ενδεχόμενο οι γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις να μην έχουν στο μέλλον την ικανότητα να επιβληθούν στην εν λόγω «μάστιγα» με αποτελεσματικό τρόπο. Ο χιτλερικός στρατάρχης Κάιτελ συνεπώς παρείχε στις γερμανικές στρατιωτικές μονάδες την άδεια και την εντολή να λαμβάνουν στον αγώνα κατά των ανταρτών και των πραγματικών ή υποθετικών συνεργατών τους οποιαδήποτε μέτρα, χωρίς περιορισμούς ούτε και προς τις γυναίκες και τα παιδιά, αν αυτά τα μέτρα κρινόταν, ότι ήσαν αναγκαία για την επιτυχία. Όπως σημείωνε η εν λόγω διαταγή χαρακτηριστικά, «ανθρωπιστικές επιφυλάξεις οποιουδήποτε είδους αποτελούσαν έγκλημα εναντίον του γερμανικού έθνους» [Βλ. Μ. Μαζάουερ: Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Αθήνα, 1994, σ. 179].



Το πνεύμα αυτής της διαταγής εκφράστηκε σε ένα πλήθος αιματηρών γεγονότων, όπως εκείνα, που διαδραματίσθηκαν στις 10 του Ιούνη του 1944 ταυτόχρονα στο Δίστομο της Βοιωτίας, στο Λίντιτσε της Τσεχοσλοβακίας και στη γαλλική κωμόπολη Οραντούρ. Το ίδιο πνεύμα μαρτυρείται στα ολοκαυτώματα της Λευκορωσίας, της Ουκρανίας και της Ρωσίας και στα πάνω από έξι χιλιάδες καταγραμμένα θύματα σφαγιασμών από το γερμανικό φασισμό ειδικά στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στον Κάνδανο των Χανίων, στις επαρχίες του Βιάνου, του Αμαρίου και της Ιεράπετρας της Κρήτης, στα Ανώγεια του Ηρακλείου, στο Μονοδέντρι της Λακωνίας, στην Κοκκινιά του Πειραιά, στη Δρακειά της Μαγνησίας, στο Κομμένο της Άρτας, στους Λιγκιάδες των Ιωαννίνων, στην Κλεισούρα της Καστοριάς, στο Μεσόβουνο και στους Πύργους της Κοζάνης, στους Χορτιάτες της Θεσσαλονίκης, στα Γιαννιτσά της Πέλλας, στα Κερδύλλια των Σερρών, αλλά και σε άλλες περιοχές της χώρας. Επρόκειτο για ψυχρά εγκλήματα ενός αδυσώπητου φασισμού, που είχε διαποτίσει και τη Βέρμαχτ και ο οποίος μαζί με όλους τους άλλους λαούς, πλην των «αρίων» αντιμετώπιζε και τους νεοέλληνες με την εσχάτη περιφρόνηση και μόνο μέσα από μια ιδιόμορφη διαδικασία εξιδανίκευσης της ελληνικής αρχαιότητας επιχειρούσε να προβάλει αρετές και αξίες, που υποτίθεται, ότι προσδιόριζαν το «χιλιόχρονο» Τρίτο Ράιχ και τους «ακατανίκητους» πολεμιστές του. Οι κτηνώδεις αντιλήψεις, που είχαν αναπτυχθεί στην προαναφερμένη διαταγή του Κάιτελ, συναντώνται βέβαια και σε άλλα γερμανικά στρατιωτικά έγγραφα και μεταξύ τους σε μυστική εγκύκλιο της 117ης μεραρχίας της Βέρμαχτ. Εκεί θεωρούταν ιδιαίτερα σημαντικό «να χαλυβδωθεί η απόφαση του στρατιώτη να πολεμήσει» και παράλληλα υπογραμμιζόταν, ότι «ήταν απόλυτα αναγκαία η ανάπτυξη της αντίστασής του στους [ηθικούς] δισταγμού, η σκληρότητά του και η ωμότητά του». Στην ίδια εγκύκλιο της 117ης γερμανικής μεραρχίας ο «έλληνας εχθρός» δεν ήταν απόγονος των αρχαίων ελλήνων, τους οποίους οι ναζιστές ισχυρίζονταν ότι θαύμαζαν ιδιαίτερα, όχι πάντως για το ελεύθερο πνεύμα τους. Ο σημερινός έλληνας ήταν ένας «βαλκάνιος φανατικός», ένα «διψασμένο για αίμα πλάσμα», που άξιζε να αντιμετωπίζεται ως «υπάνθρωπος εγκληματίας» [Μ. Μαζάουερ, ό.π. σ. 183].
Στις 9 του Σεπτέμβρη του 1943 συνθηκολόγησε η Ιταλία – και τούτο, εκτός πολλών άλλων, οδήγησε στην παραπέρα ισχυροποίηση του ΕΛΑΣ σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο και επομένως και στην Αχαΐα. Αυτή όμως η ισχυροποίησή του ανησύχησε όχι μόνο τους γερμανούς κατακτητές αλλά και τη μυστική αγγλική στρατιωτική αποστολή, που βρισκόταν τότε στην Πελοπόννησο και της οποίας ένα τμήμα, που το αποτελούσαν οι συνταγματάρχες Τζον Στήβενς και Πήτερ Μακ Μάλεν, ο ταγματάρχης Άντονυ Άντριους, ο λοχαγός Γκρέυ ή Ηρακλής, και δύο ακόμη βρετανοί αξιωματικοί, ο Ντούγκαν Κάμπελ και ο Ρηντ, διαδραμάτισαν αργότερα πολύ ύποπτο ρόλο στα τραγικά γεγονότα της επαρχίας των Καλαβρύτων. Οι Άγγλοι πράκτορες επιζητούσαν την καταστροφή του εαμικού κινήματος, κυρίως μετά τη διάσκεψη της Τεχεράνης, στην οποία είχε απορριφθεί η βρετανική πρόταση για την απόβαση αγγλοαμερικανικών δυνάμεων στη Βαλκανική. Είχε τότε αντιληφθεί ο αγγλικός ιμπεριαλισμός, ότι, όσο διατηρούταν ακμαίο, δυναμικό και αδιάφθορο το ΕΑΜ, δεν θα μπορούσε αυτός να επιδράσει στα ελληνικά πολιτικά πράγματα μετά τον πόλεμο και ότι έπρεπε συνεπώς να κτυπήσει με πολλούς τρόπους, και μεταξύ τους με προσεταιρισμούς, με διαβρώσεις και με υπονομεύσεις, την εαμική εθνική αντίσταση. Έτσι, στην περιοχή της Αχαΐας οι άγγλοι πράκτορες είχαν πλησιάσει εαμίτες με ασταθείς πολιτικές πεποιθήσεις και, όπως φανερώνεται από συγκεκριμένες μαρτυρίες, είχαν κατορθώσει να τραβήξουν με το μέρος τους ορισμένους. Ένα μάλιστα εαμικό στέλεχος από εκείνα, που κατόρθωσαν να προσεταιρισθούν και το οποίο κατείχε ηγετική θέση στο 12ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, το είχε αργότερα ανακαλύψει και το είχε γι’ αυτό το λόγο φυλακίσει ο Άρης Βελουχιώτης, ο οποίος είχε κατεβεί στην Πελοπόννησο, για να εξουδετερώσει τα διαβρωτικά φαινόμενα, που είχαν αρχίσει να παρατηρούνται στο τοπικό εαμικό κίνημα εξαιτίας των υπονομευτικών δραστηριοτήτων των άγγλων πρακτόρων και των ποικίλων συνεργατών τους.
Οι Άγγλοι πράκτορες είχαν προσεγγίσει και κάποιες μικρές αντιεαμικές ομάδες, κυρίως μέσα στην Πάτρα, οι οποίες όμως ήσαν διασπασμένες, τα δε αίτια της διάσπασής τους, όπως σημειώνει σε ανέκδοτο ημερολόγιό του ο Δημ. Λάγαρης, που υπήρξε μέλος μιας από τις εν λόγω ομάδες, «κατεγράφοντο σαφώς από γελοίες και ανθελληνικές φιλοδοξίες, από συμφέροντα οικονομικά, από χάραξη προοπτικών, που αφορούσαν τη μεταπολεμική εποχή και από την προσπάθεια όχι απλώς συγκαλύψεως αλλά και ηρωοποιήσεως μερικών δοσιλόγων της τριετούς απαθλιώσεώς μας». Επρόκειτο συγκεκριμένα για το «Εθνικόν Κομιτάτον Ελλήνων Πατριωτών», που το πλαισίωναν, κατά το Λάγαρη και πάλι, «όλα σχεδόν τα παλαιά ανίκανα και ανήθικα ταυτοχρόνως στελέχη της διαλυθείσης ΕΟΝ της 4ης Αυγούστου, καθώς και όχι ολίγοι κεφαλαιοκράται εκμεταλλευταί» [Δημ. Λάγαρη: Ημερολόγιον (ανέκδ.), σ. 327] και για τα «Τάγματα Εθνικής Δράσεως», που εξέδιδαν κατά καιρούς ορισμένα παράνομα δελτία ασήμαντου περιεχομένου, όπου την έλλειψη πολιτικών θέσεων αντικαθιστούσε η ρηχότητα των προσωπικών επιθέσεων εναντίον συγκεκριμένων ατόμων – μια ρηχότητα, η οποία εξυπηρετούσε ωστόσο τις αγγλικές μυστικές υπηρεσίες, που ήσαν εντελώς αντίθετες με την ανάπτυξη ενός μαζικού κινήματος αντίστασης κατά της φασιστικής δουλείας. Επρόκειτο επίσης για τον αχαϊκό ΕΔΕΣ, του οποίου ο πρόεδρος, σύμφωνα με τον Κων. Πρεβεδούρο, που υπήρξε και αυτός εδεσίτης, «ήτο το μισητότερον και ειδεχθέστερον πρόσωπον του νομού Αχαΐας, επιστεύετο δε ως ένας κοινός λωποδύτης, διότι όλαι του αι πράξεις ήσαν έργα λωποδύτου» [Ηλ. Παπαστεριόπουλου: Ο Μωρηάς στα όπλα, τ. Β’, σ. 122-123].
Οι Άγγλοι πράκτορες όμως δεν είχαν διστάσει να προχωρήσουν παράλληλα σε επαφές και με τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής του αχαϊκού χώρου. Όπως αναφέρει ο άγγλος ιστορικός Μ. Άρτον σε επιστολή του στο συγγραφέα αυτού του βιβλίου ιστοριοδίφη Δημ. Κανελλόπουλο, ερευνώντας τα αρχεία του Φόρεϊν Όφφις τα σχετικά με τα γεγονότα της επαρχίας των Καλαβρύτων το Δεκέμβρη του 1943, είχε διακρίνει την τότε ύπαρξη εμπιστευτικών επαφών μεταξύ της αγγλικής στρατιωτικής αποστολής και των Ες-Ες και Ες-Ντε της Πάτρας και του Αιγίου. Οι επαφές μάλιστα αυτές πραγματοποιούνταν κάθε φορά με τη μεσολάβηση αντιπροσώπων του Σουηδικού Οργανισμού Περίθαλψης ή ελλήνων, που έπαιζαν το ρόλο διπλών πρακτόρων. Στις επαφές γενικά μεταξύ των άγγλων πρακτόρων, της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης και των απαραίτητων στις περιπτώσεις αυτές ταγματασφαλιτών της περιοχής ιδιαίτερα σημαντική είχε τότε αποβεί η συμβολή του εκπροσώπου του σουηδικού Ερυθρού Σταυρού Χανς Ερενστρώλε. Κρυφός εχθρός του ΕΑΜ, υπήρξε έμπιστος άνθρωπος των άγγλων αλλά και ευπρόσδεκτος από τους γερμανούς συνομιλητής – είχε μάλιστα αναπτύξει θερμή προσωπική φιλία με τον τελευταίο γερμανό στρατιωτικό διοικητή της αχαϊκής πρωτεύουσας ναύαρχο Μάγκνους, που είχε διατάξει τον απαγχονισμό στα Ψηλαλώνια της Πάτρας δέκα πατριωτών και ο οποίος για άλλους λόγους είχε χαρακτηρισθεί από τους συμμάχους εγκληματίας πολέμου. Φαίνεται, ότι ο Ερενστρώλε αντιμετώπιζε τον Μάγκνους ως συμμαχητή περίπου, δεδομένου ότι, όπως ο ίδιος αναφέρει, του είχε προτείνει τις τελευταίες ημέρες της γερμανικής κατοχής να παραμείνει στην Πάτρα με τις δυνάμεις του και να τηρήσει την τάξη, εμποδίζοντας τον ΕΛΑΣ να απελευθερώσει την πόλη [Χ. Ερενστρώλε: Μεσολαβητής στην Ελλάδα (εκδ. ΕΣΔΙΑ), σ. 60].
Ο Ερενστρώλε είχε εργασθεί με ιδιαίτερη ζέση κυρίως για την ανάπτυξη στενών σχέσεων των άγγλων πρακτόρων με τους ταγματασφαλίτες. Οι άγγλοι πράκτορες άλλωστε υπήρξαν πάντα πρόθυμοι για την καλλιέργεια τέτοιων σχέσεων, όπως μαρτυρούν εκτός των άλλων οι επαφές, που είχαν πραγματοποιήσει εκείνη την εποχή με τους δοσίλογους στρατιωτικούς Παρ. Ζερβέα και Νικ. Κουρκουλάκο, οι οποίοι είχαν έλθει στην Πάτρα με σκοπό να οργανώσουν σε τοπικό επίπεδο τα Τάγματα Ασφαλείας, που ωστόσο τα αποτελούσαν «αντισυμμαχικά στρατιωτικά σώματα», σύμφωνα με το ραδιοσταθμό του Λονδίνου. Αυτές δε τις επαφές τις είχε επιβεβαιώσει ο αντιστράτηγος Παναγάκος καταθέτοντας μεταπολεμικά στη δίκη των δοσιλόγων πρωθυπουργών και σ’ αυτές ακριβώς αναφέρθηκε ο αρχηγός της βρετανικής στρατιωτικής αποστολής στην Πελοπόννησο συνταγματάρχης Στήβενς με κρυπτογραφικό του σήμα προς το αρχηγείο της Μέσης Ανατολής, που είχε υπογράψει για λογαριασμό του και ο αντισυνταγματάρχης Ντε Σάλις. Στο κρυπτογραφικό αυτό σήμα ανέφερε, ότι το Δεκέμβρη του 1943 ο Κουρκουλάκος είχε πλησιάσει άγγλους πράκτορες στην Πελοπόννησο και τους είχε προτείνει να προμηθεύσει άδεις κυκλοφορίας σε μέλη της συμμαχικής αποστολής, ενώ στη συνέχεια διατύπωνε την πρόβλεψη, ότι, όταν γινόταν κατορθωτή η διάλυση του ΕΑΜ, ο Κουρκουλάκος θα προσχωρούσε στο Ζέρβα και θα πολεμούσε τους γερμανούς [Ηλ. Παπαστεριόπουλου ό.π., τ. Α’, σ. 238]. Το ίδιο στενές ήσαν οι σχέσεις των άγγλων πρακτόρων και με άλλους συνεργάτες των κατακτητών στην Αχαΐα, όπου δυστυχώς είχαν πληθύνει οι προδότες. Το τελευταίο τούτο μάλιστα προκύπτει από συγκεκριμένες αναφορές του βιβλίου βουλευμάτων του τοπικού Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων, σύμφωνα με τις οποίες είχαν παραπεμφθεί για δοσιλογισμό 210 πατρινοί το 1945, 142 το 1946, όταν ο δοσιλογισμός δεν θεωρούταν κολάσιμος από το επίσημο κράτος, και μόλις 36 το 1947, όταν ο δοσιλογισμός αποτελούσε στην πραγματικότητα τίτλο τιμής για τους ιθύνοντες. Έτσι, ο κατοχικός δήμαρχος της Πάτρας Γεώργιος Πανταζής ήταν βεβαιωμένο, ότι «ευρίσκετο εις επαφήν και συνεργασίαν με την εν Πελοποννήσω αγγλικήν αποστολήν» [Βούλευμα υπ’ αρ. 89 της 4ης Ιουνίου 1945 του Ειδικού Δικαστηρίου Κυρώσεων της Συντακτικής Πράξεως 6/1945], ενώ ο καταδότης των γερμανών δικηγόρος Διον. Παπαλεξανδρόπουλος [Πρακτικά Συνεδριάσεων 2ας Σεπτεμβρίου 1945 του αυτού Δικαστηρίου] «κατείχε δίπλωμα του στρατηγείου της Μέσης Ανατολής δια τας υπηρεσίας, ας προσέφερεν εις τον συμμαχικόν αγώνα» [ό.π. Συνεδρίασις 12ης Μαΐου 1945]. Ο αστυνομικός διευθυντής Αλκ. Κωνσταντάρας, εξάλλου, ήταν βέβαια φανερός συνεργάτης των κατακτητών, τούτο όμως υπήρξε συνέπεια συμμαχικών εντολών, δεδομένου ότι συνέβη, όπως βεβαίωνε επίσημα ο βρετανός ταγματάρχης Φρανκ Μπέιλις, «κατά σύστασιν αξιωματικών της αγγλικής κατασκοπείας» [Βούλευμα υπ’ αρ. 38 της 19ης Απριλίου 1945 του αυτού Δικαστηρίου].
Παράλληλα οι άγγλοι πράκτορες σε συνεργασία με αντιεαμικούς κύκλους είχαν ξεκινήσει προσπάθειες για τον περιορισμό και την τελική συντριβή του πελοποννησιακού ΕΑΜ με τη δράση ένοπλων αντικομμουνιστικών ανταρτικών τμημάτων στην περιοχή. Μέσα στο πλαίσιο μάλιστα αυτών των προσπαθειών τους συνέβαλαν στη συγκρότηση στο Καστρίτσι της ομάδας του λοχαγού Χρ. Δροσόπουλου, η οποία ωστόσο στις 14 του Σεπτέμβρη του 1943 διαλύθηκε από το καλαβρυτινό ελασίτικο τάγμα του Σφακιανού ύστερα από σύντομη μάχη. Η διάλυση όμως της ομάδας του Δροσόπουλου σήμανε την πλήρη κυριαρχία του ΕΛΑΣ στην αχαϊκή ύπαιθρο – γεγονός ιδιαίτερα ανησυχητικό για τους άγγλους, αλλά και για τους γερμανούς. Δηλωτική μάλιστα της ανησυχίας των γερμανών, αλλά και της απόφασής τους να προχωρήσουν μέσα σε σύντομο χρόνο σε καταστροφικές επιχειρήσεις στην επαρχία των Καλαβρύτων, υπήρξε η μεταστάθμευση στις αρχές του Οκτώβρη του 1943 του 749ου Συντάγματός τους από τη Μεσσηνία στην Αχαΐα και η διασπορά ενός τμήματός του στο Αίγιο και στο Διακοφτό. Οι γερμανικές στρατιωτικές αρχές είχαν αποφασίσει να αφανίσουν τα Καλάβρυτα και τα γύρω χωριά και είχαν στηρίξει την απόφασή τους αυτή σε ένα συγκεκριμένο σκεπτικό, το οποίο αποκαλύφθηκε από ένορκη δήλωση του υποστράτηγου Αυγ. Βίντερ, επιτελάρχη της γερμανικής Ομάδας Έψιλον της νοτιοανατολικής Ευρώπης, στο Διεθνές Δικαστήριο της Νυρεμβέργης. Στη δήλωση αυτή ο Βίντερ ανέφερε, ότι εξαιτίας της αποχώρησης του ιταλικού στρατού λόγω της ιταλικής συνθηκολόγησης η κατάσταση στη νοτιοανατολική περιοχή της Ευρώπης το φθινόπωρο του 1943 είχε γίνει ιδιαίτερα κρίσιμη, όσο αφορούσε δε ειδικά την Πελοπόννησο και τις πολύ μακρές και πολλαπλά διαρθρωμένες ακτές της, ήταν διαθέσιμη για τη φύλαξή της μόνο η 117η γερμανική πεζική μεραρχία. Κατά τον Βίντερ η εξασφάλιση των μαρκών και ασύνδετων μεταξύ τους γραμμών εφοδιασμού των ομάδων μάχης, που χρησιμοποιούνταν για την προστασία των πελοποννησιακών ακτών, δεν θα ήταν πια πρακτικά δυνατή, αν οι γραμμές αυτές απειλούνταν σοβαρά από «ταραχές» στην περιοχή, που θα τις προκαλούσαν εσωτερικά αίτια. Και μια τέτοια απειλή, κατά τον Βίντερ πάντα, είχε εμφανισθεί, όταν η «καμουφλαρισμένη σε εθνικό κίνημα κομμουνιστική επαναστατική οργάνωση του ΕΑΜ» αντιλήφθηκε την αυξανόμενη αδυναμία των γερμανικών στρατευμάτων για τη φύλαξη της περιοχής. Ο Βίντερ στη συνέχεια της δήλωσής του σημείωνε, ότι μια πολύ ισχυρή «κομμουνιστική επαναστατική ομάδα» είχε εγκατασταθεί στην περιοχή των Καλαβρύτων και είχε οργανώσει εκεί ένα οχυρωμένο κέντρο αντίστασης – γεγονός, που δημιουργούσε την ανάγκη το εν λόγω κέντρο να καταστραφεί με κάθε τρόπο. Όπως αναφέρει ο Βίντερ και πάλι, η απόφαση για μια σχετική στρατιωτική επιχείρηση είχε ξεκινήσει από το διοικητής της 117ης πεζικής γερμανικής μεραρχίας στρατηγό Λε Σουίρ, υπεύθυνο για την άμυνα της Πελοποννήσου από εξωτερική επίθεση και για την ασφάλειά της από τους «επαναστάτες του εσωτερικού», ο δε γενικός σκοπός της εν λόγω απόφασης είχε γνωστοποιηθεί στα ανώτερα γερμανικά στρατιωτικά κλιμάκια και είχε εγκριθεί από μέρους τους χωρίς επιφυλάξεις [Βλ. Δημ. Γ. Κανελλοπούλου, ό.π. σ. 13-14]. Η δολοφονική επιδρομή κατά της επαρχίας των Καλαβρύτων πραγματοποιήθηκε ανάμεσα στις 5 και στις 15 του Δεκέμβρη του 1943, αφού προηγήθηκε η έκδοση σχετικών διαταγών του Λε Σουίρ και του διοικητή του 749ου Συντάγματος Ι. Βέλφινγκερ, που αναφέρονταν με σαφήνεια στην καταστροφική επιχείρηση και είχαν ημερομηνίες έκδοσης 25 Νοέμβρη και 1η Δεκέμβρη αντίστοιχα. Η επισήμανση των ημερομηνιών των εν λόγω διαταγών έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι εκδόθηκαν η πρώτη δώδεκα και η δεύτερη εφτά ημέρες πριν από την εκτέλεση των γερμανών αιχμαλώτων της μάχης των Ρωγών, η οποία εκ των υστέρων εμφανίσθηκε ως η μοναδική αιτία του καλαβρυτινού ολοκαυτώματος. Την άποψη, ότι τα Καλάβρυτα και η γύρω περιοχή καταστράφηκαν λόγω της εκτέλεσης από τους ελασίτες των γερμανών αιχμαλώτων πρώτοι την είχαν προβάλει ως δικαιολογία οι γερμανοί και στη συνέχεια την είχε αποδεχθεί ο ελληνικός αστικός πολιτικός κόσμος και την είχε πολύ γρήγορα περάσει ως αποδοχή σε μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού, με προφανή σκοπό τη συκοφάντηση του ΕΑΜ. Την ίδια άποψη είχε προωθήσει και η αγγλική μυστική στρατιωτική αποστολή στην Πελοπόννησο ύστερα από ειδική εντολή του στρατηγείου της Μέσης Ανατολής προς το στέλεχος της εν λόγω αποστολής Τζον Στήβενς, σύμφωνα με την οποία η περίπτωση των Καλαβρύτων αποτελούσε θαυμάσια ευκαιρία για την άνετη εφαρμογή της διαίρεσης του ελληνικού πληθυσμού και της ενθάρρυνσης δραστηριοτήτων κατά των κομμουνιστών και του ΕΑΜ, προκειμένου να επιτευχθεί η πλήρης επικράτηση της προκαθορισμένης αγγλικής πολιτικής στην Ελλάδα μετά την κατάρρευση του Άξονα [Έγγραφο με αρ. πρ. 371/43674 του Φόρεϊν Όφφις, όπου η εντολή με ημερομηνία 31 Ιανουαρίου 1944].


Η δολοφονική επιχείρηση κατά της επαρχίας των Καλαβρύτων εκτελέσθηκε από δύο συντάγματα και δύο μικρότερες μονάδες της Βέρμαχτ – πήραν όμως μέρος σ’ αυτή και ένοπλοι έλληνες προδότες, όπως τούτο βεβαιώνεται από προφορικές και γραπτές μαρτυρίες. Μια μάλιστα από τις μαρτυρίες αυτές αποτελεί ένα συνοπτικό πληροφοριακό κείμενο, που είχε υποβάλει στην ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου ο διαπιστευμένος σ’ αυτή βρετανός πρεσβευτής Λήπερ και σύμφωνα με το οποίο «τα γερμανικά στρατεύματα είχα πετύχει να εκκαθαρίσουν τα Καλάβρυτα και να καταστρέψουν τα πάντα στην πορεία τους πλαισιούμενα και βοηθούμενα από ελληνικές Ομάδας Ασφαλείας» [Έγγραφο με αρ. πρ. 311/43074 του Φόρεϊν Όφφις]. Επρόκειτο για ομάδες, που τον πυρήνα τους αποτελούσε ειδικό σώμα χωροφυλάκων, το οποίο συγκροτούσαν, σύμφωνα με έγγραφο της κατοχικής χωροφυλακής Αχαΐας, «οι επιφανείς μεταξύ των εθνικιστών, οίτινες προ της κατατάξεώς των εξ ιδίας πρωτοβουλίας και εξ υπερβολικκού ζήλου προς τα εθνικά συμφέροντα είχον αναλάβει ήδη την καταδίωξιν των κομμουνιστών [Διοίκησις Χωροφυλακής Αχαΐας. Αρ. πρ. 1/7/103/29.1.1944].
Η καταστροφή της επαρχίας των Καλαβρύτων από τη Βέρμαχτ υπήρξε, όπως έχει προαναφερθεί, το ειδεχθέστερο των εγκλημάτων, που διέπραξε στη χώρα μας ο γερμανικός φασισμός. Οι δράστες ωστόσο αυτού του εγκλήματος στη συντριπτική τους πλειοψηφία ποτέ δεν οδηγήθηκαν μπροστά στη δικαιοσύνη. Αντίθετα, ο Βέλφινγκερ ειδικά χρημάτισε μεταπολεμικά αστυνομικός διευθυντής στο Μόναχο και έζησε στη συνέχεια ως συνταξιούχος εντελώς ανενόχλητος στην ίδια πόλη, ασχολούμενος ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική, ενώ ο Φέλμυ γλίτωσε στη δίκη της Νυρεμβέργης με μόλις δεκαπέντε χρόνια φυλάκιση. Μόνο ο Λε Σουίρ πλήρωσε κατά κάποιον τρόπο για την κτηνωδία του, δεδομένου ότι αμέσως μετά τη σφαγή των Καλαβρύτων μετατέθηκε στο ανατολικό μέτωπο, όπου αργότερα αιχμαλωτίσθηκε από το σοβιετικό στρατό και το 1954 πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης έξω από το Στάλινγκραντ κάτω από άγνωστες συνθήκες.
Βασ. Κ. Λάζαρης
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....
ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ: Η άποψη του Βασ. Λάζαρη στελέχους της Νομαρχιακής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε. Αχαΐας για τις ευθύνες του Πελοποννησιακού γραφείου και ειδικότερα του Γραμματέα Κώστα Γαμβέτα (Νίκου)

1 σχόλιο

  1. ΡΕΜΑΛΙΑ ΤΟΛΜΑΤΕ ΚΑΙ ΜΙΛΑΤΕ,ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΠΟΥ ΣΥΝΑΨΑΤΕ ΑΝΑΚΩΧΗ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ,ΦΑΓΑΤΕ ΤΙΣ ΛΙΡΕΣ ΤΩΝ ΑΓΓΛΩΝ ΚΑΙ ΑΦΗΣΑΤΕ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΣΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΒΡΩΜΟΚΟΥΜΟΥΝΙΑ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Ακολουθήστε το kalavrytanews.com στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Ακολουθήστε το ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ-NEWS σε Instagram, Facebook και Twitter.