Navigation

ΚΑΛΑΒΡΥΤΙΝΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΝΑ: Απολογισμός ‒ Διαπιστώσεις Κρίσεις – Συμπεράσματα (2)

Η συνέχεια της προδημοσίευση του υπό έκδοση βιβλίου του ιστορικού ερευνητή της Επιχείρησης Καλάβρυτα Δημητρίου Κανελλόπουλου 
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ  ΙΒ
Ανασκόπηση – Απολογισμός ‒ Διαπιστώσεις
Κρίσεις – Συμπεράσματα
-2-

Ο ρόλος του Χίμλερ

—     Για τον Χίμλερ, η κ. Έμπνερ είπε: "Ο Χίμλερ και ο άνδρας μου ήσαν παληοί φίλοι. Είχαν γνωρισθεί στο κίνημα της νεολαίας στο Μόναχο, όπου σπούδαζαν. Ο Χίμλερ ήταν αδύνατος νέος, ερχόταν τακτικά στο σπίτι μας και κατόπιν έφερνε και την κόρη του Γκούντρουν για να παίξει με τα παιδιά μας. Ήταν καλός άνθρωπος, δίκαιος, έτοιμος να βοηθήσει τον άλλον. Δυστυχώς, στη διάρκεια του πολέμου, τον βλέπαμε σπάνια. Είχε πολύ δουλειά. Τον επιφόρτισαν με τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. "Οι άλλες συναντήσεις με άτομα, που δούλεψαν στα "Λέμπενσμπορν" δεν απέδωσαν σπουδαία πράγματα.
— Η Ίνγκε Φίρμετζ, που ήταν επιφορτισμένη να δέχεται τα ξένα παιδιά, έλεγε ότι έκανε φιλανθρωπικό έργο.
— Ο Κούρτ Χάϊντζε, που ασχολιόταν με τα απαχθέντα παιδιά, είναι κλεισμένος στο σπίτι του, κυριαρχημένος από τον φόβο και δεν θέλει να δει κανένα.
— Ο Γκύντερ Τες, του Νομικού Τμήματος των "Λέμπενσμπορν", είναι δικηγόρος στο Ντόρμουντ και δεν δέχεται, επίσης, κανέναν, ούτε και να μιλήσει.

"Αλλά, υπήρχαν γυναίκες και παιδιά του "Λέμπενσμπορν", που ζούσαν στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στην Ολλανδία, στην Πολωνία, στην  Τσεχοσλοβακία και, που θα μπορούσαν να μιλήσουν".

Από αιώνες πριν, οι Γερμανοί θεωρούσαν ότι ήταν μια φυλή ανώτερη και αυτή τη φυλετική τους υπεροχή θέλησαν να την κάνουν σύμβολο παγκόσμιας ηγεμονίας. Με μύθους, ιστορίες, κατορθώματα ηρώων, προσπάθησαν να καλύψουν το κόμπλεξ κατωτερότητας, που είχαν απέναντι στα άλλα δυτικά έθνη, βιομηχανικά και φυλετικά, και παρουσίασαν το "χαρτί του φυλετισμού". Γιατροί, φιλόσοφοι, ψυχίατροι, βιολόγοι, πολιτικοί, είχαν επηρεασθεί από αυτές τις φυλετικές θεωρίες, ότι οι Γερμανοί ήταν η πιο ωραία, η πιο ανώτερη φυλή στον κόσμο, έως ότου το 1933, ο Χίτλερ και το Ναζιστικό καθεστώς, υιοθέτησαν πλήρως τις θεωρίες αυτές. Ο φυλετισμός έγινε επίσημη πολιτική του ναζιστικού κράτους και τα γαλάζια μάτια και το ξανθό χρώμα θεωρήθηκαν σαν ενδείξεις της φυλετικής ανωτερότητας. Όταν ο Χίτλερ ανέθεσε στον Χάϊνριχ Χίμλερ την οργάνωση των Ες-Ες, προκειμένου να επιβάλλει τη Μαύρη Τάξη και να έχει επίλεκτους άνδρες, απόλυτα αφοσιωμένους στο Ναζιστικό Κόμμα, έκρινε ότι οι παλιές φυλετικές θεωρίες της αυτοκρατορικής Γερμανίας, δεν μπορούσαν να συμβιβαστούν, ακριβώς, με το Εθνικοσοσιαλιστικό Ράϊχ και ότι η φυλετική επιλογή έπρεπε να είναι ευρύτερη. Κατά τον επίσημο θεωρητικό του Ναζιστικού Κόμματος Χάνς Γκύντερ, οι άνθρωποι της ανώτερης φυλής έπρεπε να είναι ξανθοί, ψηλοί, δολιχοκέφαλοι, με ωραίο πηγούνι, λεπτή μύτη, λευκό δέρμα. Ο Χίμλερ υιοθέτησε αυτές τις αντιλήψεις, αν και η καταγωγή της οικογενείας του ήταν ουγγρική και η μητέρα του είχε μογγολικά χαρακτηριστικά. Αλλά, ο ίδιος ο Χίμλερ ανέπτυξε και δικές του φυλετικές ιδέες και ήθελε να δημιουργήσει ένα μέλλον διαφορετικό για τον άνθρωπο. Διαφωνούσε, πλήρως, με τις θεωρίες ότι ο άνθρωπος είναι εξέλιξη του πιθήκου και ήθελε να θέσει τέρμα στις απόψεις αυτές και να δημιουργήσει μια νέα "πηγή ζωής" (Λέμπενσμπορν). Οι άνθρωποι δεν θα κατάγονταν πλέον από τον πίθηκο, αλλά από τους πράκτορες των Ες-Ες, που είχαν επιλεγεί από το Ναζιστικό Κόμμα. Έτσι, το ανθρώπινο γένος θα είχε, εκτός από τη νέα καταγωγή του, έναν αρχηγό: Τον Φύρερ, μία χώρα: Το Ράϊχ, μία θρησκεία: Το αίμα.


Ο νέος τύπος ανθρώπου

Ο νέος άνθρωπος θα ήταν ψηλός, ξανθός, με γαλανά μάτια και θα υπάκουε στη Νέα Τάξη: "Η τιμή μου λέγεται πίστη".
Προτού ο νέος αυτός άνθρωπος ορκισθεί, θα απαντούσε στο ακόλουθο ερώτημα:
— Γιατί πιστεύεις στη Γερμανία και στον Φύρερ;
— Πιστεύω στη Γερμανία, γιατί πιστεύω στο Θεό, που δημιούργησε τη Γερμανία και έστειλε τον Φύρερ, για να την κυβερνήσει.
Ο όρκος του νέου ανώτερου ανθρώπου ήταν αυτός:
— Σε σένα, Αδόλφε Χίτλερ, ορκίζομαι πίστη και θάρρος. Ορκίζομαι σε σένα και στους αρχηγούς, που εσύ όρισες, πειθαρχία μέχρι θανάτου. Ο Θεός μάρτυς μου.

Με βάση αυτές τις αρχές, ο Χίμλερ δημιούργησε τους ανθρώπους της Νέας Τάξεως, τους βασανιστές και εκτελεστές των Ες-Ες και της Γκεστάπο. Το 1936 έλεγε για τα Ες-Ες: "Ξέρω ότι στη Γερμανία υπάρχουν άνθρωποι που μόλις δουν τη μαύρη στολή των Ες-Ες, τρομάζουν. Καταλαβαίνουμε αυτό, αλλά δεν θέλουμε να μας αγαπούν πολλοί άνθρωποι". Ο Χίμλερ ενδιαφερόταν να δημιουργήσει μια οργάνωση που να περιλαμβάνει εκπροσώπους της ανώτερης γερμανικής φυλής, που να έχουν επιλεγεί με βάση τις φυλετικές αρχές του Ναζισμού. Με βάση αυτές τις αρχές, δημιούργησε την Υπηρεσία Εποικισμού και Φυλής και ανήγγειλλε την ίδρυση της οργανώσεως "Λέμπενσμπορν" (πηγή ζωής), που θα απέβλεπε:
— Στην εξασφάλιση της φυλετικής υγιεινής.
— Στη βελτίωση της φυλής με το μέσον της επιλογής.
— Στον έλεγχο των γάμων, ώστε οι νυμφευμένοι να έχουν καθαρό αίμα.
— Στην "καλλιέργεια" παιδιών μέσα σε ειδικούς οίκους του κράτους.

Για να εξασφαλισθεί αυτό το φυλετικό πλαίσιο στη Γερμανία, θα εφαρμόζονταν οι απόψεις, που ανέπτυξε ο Βαυαρός γιατρός Βίλχελμ Σαλμάγιερ στο βιβλίο του "κληρονομία και επιλογή", για το οποίο ετιμήθη με βραβείο από το Ίδρυμα Κρούπ. Ο Σαλμάγιερ έλεγε ότι σκοπός της γυναίκας είναι να φέρνει παιδιά στον κόσμο, να μένει στο σπίτι, να παντρεύεται νέα, να πιστεύει στους νόμους της κληρονομικότητας, να μην εργάζεται πολύ έξω από το σπίτι, να αγωνίζεται εναντίον των σεξουαλικών ασθενειών και να δημιουργεί κατάλληλο περιβάλλον στο σπίτι για τους στρατιώτες, που γυρίζουν από το μέτωπο.

2.- Εγκλήματα της Βέρμαχτ κατά αιχμαλώτων πολέμου

Κατά την επίθεση των γερμανικών δυνάμεων στο Δυτικό Μέτωπο, υπήρξαν κάποιες περιπτώσεις παρα­βίασης του διεθνούς δικαίου από τα γερμανικά στρα­τεύματα. Στις 26 Μαΐου 1940, καθώς οι γερμανικές δυνάμεις έσφιγγαν τον κλοιό τους γύρω από τους υ­ποχωρούντες Βρετανούς, ένας λόχος του Βασιλικού Τάγματος του Νόρφολκ παραδόθηκε σε άνδρες του 2ου Τάγματος Πεζικού της 3ης Μεραρχίας Τεθωρακι­σμένων Totenkopf των Waffen SS, επί κεφαλής του ο­ποίου ήταν ο υπολοχαγός των SS Φριτς Κνέχλαιν. Οι 99 αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν σε ένα κοντινό συγκρότη­μα αγροικιών, όπου τους παρέταξαν έναντι ενός τοι­χώματος. Οι βολές των δύο πολυβόλων σκότωσαν τους 97, ενώ δύο κατάφεραν να διαφύγουν. Αργότερα αιχμαλωτίστηκαν από άλλη γερμανική μονάδα και με­ταφέρθηκαν σε στρατόπεδο αιχμαλώτων. Οι νεκροί τοποθετήθηκαν σε έναν ρηχό, πρόχειρο λάκκο μπρο­στά από τις αγροικίες. Το 1942 πραγματοποιήθηκε εκταφή των νεκρών από τις γαλλικές Αρχές, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στο τοπικό νεκροταφείο του Λε Παραντί. Μετά τον πόλεμο ο Κνέχλαιν συνελήφθη και δικά­στηκε για το έγκλημα αυτό στο Αμβούργο. Καταδικά­στηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε με απαγχονισμό στις 28 Ιανουαρίου 1949. Στις 27 Μαΐου 1940, την επομένη της σφαγής στο Λε Παραντί, περί τους 100 άνδρες του 2ου Βασιλικού Τάγματος Γουόργουικσαϊρ συνελήφθησαν αιχμάλωτοι από άνδρες του 2ου Τάγματος της 1ης Μεραρχίας Τε­θωρακισμένων SS Leibstanbdarte Adolf Hitler στο Εσκελμπέκ, κοντά στο Βόρμχουντ, περί τα 18 χιλιόμε­τρα από τη Δουκέρδη, προορισμό των υποχωρού­ντων Βρετανών. Οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν σε μια κο­ντινή αγροικία, όπου περιορίστηκαν. Τότε οι Γερμανοί στρατιώτες έριξαν στο εσωτερικό της αγροικίας πέ­ντε χειροβομβίδες, οι οποίες σκότωσαν τους περισ­σότερους από τους αιχμαλώτους. Μερικοί σκοτώθη­καν από πυρά των Γερμανών στρατιωτών, ενώ επέζη­σαν 15 άνδρες, οι οποίοι αργότερα μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδο αιχμαλώτων. Οι νεκροί θάφτηκαν σε έναν μαζικό τάφο, σε διπλανή τοποθεσία. Το 1941 άνδρες των SS αποκάλυψαν τα πτώματα και τα μετέφεραν σε διάφορα κοιμητήρια στις κοντινές πολίχνες, για να καλύψουν το έγκλημα. Μετά την επιτυχημένη απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στη Νορμανδία, τον Ιούνιο του 1944, σημει­ώθηκαν αρκετά περιστατικά ακροτήτων κατά αιχμά­λωτων στρατιωτών των πρώτων. Σε πολλές περιπτώ­σεις οι υπαίτιοι των σφαγών ήταν νεαρής ηλικίας, Γερ­μανοί στρατιώτες, οι οποίοι επιδείκνυαν κατά κανόνα έντονο ιδεολογικό φανατισμό, ενώ πολλοί από αυ­τούς είχαν υποστεί τις συνέπειες των συμμαχικών βομβαρδισμών, που είχαν προκαλέσει την απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων άμαχων Γερμανών πολιτών. Στις 8 Ιουνίου 37 Καναδοί στρατιώτες αιχμαλωτίστηκαν από άνδρες της 12ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων των SS Hitlerjugend. Οι δράστες συγκεκριμένα ανήκαν στο 2ο Τάγμα του 26ου Τεθωρακισμένου Συντάγματος Γρεναδιέρων. Οι αιχμάλωτοι Καναδοί στρα­τιώτες αρχικά οδηγήθηκαν στο διοικητήριο του 2ου Τάγματος και κατόπιν σε ένα ξέφωτο, κοντά στο χωριό Λε Μενίλ-Πατύ (Le Mesnil-Patty). Αφού διατάχθηκαν να καθίσουν κά­τω, με τους πληγωμένους άνδρες τους στο κέντρο, εκτελέστηκαν με ριπές πολυβόλου.

      
Οι απώλειες α­νήλθαν συνολικά σε 35 νεκρούς. Δύο από τους Καναδούς αιχμαλώ­τους κατάφεραν να διαφύγουν προσωρινά. Σύντομα συνελήφθη­σαν και μεταφέρθηκαν σε στρατό­πεδο αιχμαλώτων. Σε μια άλλη περίσταση στις 8 Ιουνίου συνελήφθησαν περίπου 40 Καναδοί του σώματος North Nova Scotia Highlanders, κοντά στα χωριά Ωτί και Μπουρόν. Οι άνδρες αυτοί σκοτώθηκαν μετά την αιχ­μαλωσία τους, κατά την επιστροφή της γερμανικής μονάδας η οποία τους συνέλαβε στα μετόπισθεν. Τα άψυχα σώματα των στρατιωτών πετάχτηκαν κατόπιν στο οδόστρωμα. Μερικοί Γάλλοι πολίτες έσπευσαν να απομακρύνουν τα πτώματα στην άκρη, όμως διατά­χθηκαν από τους Γερμανούς στρατιώτες να τα επανα­φέρουν στην αρχική τους θέση, ώστε να είναι ορατά από τους στρατιώτες των Συμμάχων. Στις 8 Ιουνίου εκτελέστηκαν επιπλέον 26 Καναδοί στρατιώτες στον Πύργο του Ωντρί, οι οποίοι είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι από Τάγμα Προκαλύψεως της 12ης Μεραρχίας Panzer των SS Hitlerjugend. Η συγκε­κριμένη μεραρχία, αποτελούμενη από μέλη της Χιτ­λερικής Νεολαίας, που ενίοτε ήταν μόλις 15 ετών, διέπραξε αρκετά εγκλήματα πολέμου σε βάρος των στρατιωτών των Συμμάχων. Συνολικά υπολογίζεται ότι ακρότητες συνέβησαν σε 31 διακριτές περιπτώσεις, με θύματα 134 Καναδούς, τρεις Βρετανούς και έναν Αμερικανό στρατιώτη. Ο διοικητής της μεραρχίας, Κουρτ Μάγιερ, δικάστηκε μεταπολεμικά στο Άουριχ της Γερμανίας και στις 28 Δεκεμβρίου 1945 καταδικά­στηκε σε θάνατο. Η ποινή του αργότερα μετατράπη­κε σε ισόβια και το 1954 αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας. Ιδιαίτερα γνωστή είναι η σφαγή στην τοποθεσία του Βελγίου Μαλμεντύ, όπου στις 17 Δεκεμβρίου 1944 εκτελέστηκαν 84 Αμερικανοί στρατιώτες, αιχμά­λωτοι πολέμου. Κατά τη γερμανική αντεπίθεση στις Αρδέννες η 1η Μεραρχία Panzer των SS, που τελούσε υπό τις διαταγές του ταγματάρχη των SS Γιοακίμ Πάιπερ, εγκλώβισε άνδρες του 285ου Τάγματος Παρατή­ρησης Πυροβολικού από την 7η Αμερικανική Μεραρ­χία Τεθωρακισμένων. Ο επί κεφαλής των Αμερικανών στρατιωτών, υπολοχαγός Βίρτζιλ Λάρυ, αποφάσισε να προχωρήσει σε παράδοση. Οι αιχμάλωτοι μεταφέρθη­καν σε ένα παρακείμενο χωράφι. Μερικοί από αυτούς προσπάθησαν να δραπετεύσουν, ώστε να καταφύ­γουν στο παρακείμενο δάσος. Ένας από τους άνδρες των SS τράβηξε το πιστόλι του και πυροβόλησε τον ο­δηγό του υπολοχαγού Λάρυ, σκοτώνοντάς τον. Τότε τα γερμανικά τεθωρακισμένα άνοιξαν πυρ με τα πο­λυβόλα τους κατά των αιχμαλώτων. Οι νεκροί ανήλ­θαν σε 84 άτομα, ενώ 43 Αμερικανοί στρατιώτες επέ­ζησαν. Οι νεκροί αφέθηκαν στο χιόνι και τα πτώματά τους εντοπίστηκαν αργότερα, από την 30ή Μεραρχία Πεζικού στις 14 Ιανουαρίου 1945. Οι Αμερικανοί εξορ­γίστηκαν με την ενέργεια αυτή των SS και ως αποτέ­λεσμα εκδόθηκε διαταγή ότι, για την επόμενη εβδο­μάδα θα εκτελούντο όλοι οι άνδρες των SS, που θα συλλαμβάνονταν αιχμάλωτοι. Μετά τον πόλεμο 74 Γερμανοί στρατιώτες των SS, μεταξύ αυτών και ο Πάιπερ, καταδικάστηκαν σε ποινές, που κυμαίνονταν από την πολυετή κάθειρξη έως τον θάνατο. Ο Πάιπερ α­φέθηκε ελεύθερος το 1956, όμως δολοφονήθηκε από Γάλλους κομμουνιστές τρομοκράτες το 1972.

Μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών από την κυ­βέρνηση Μπαντόλιο στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, οι γερ­μανικές δυνάμεις κινήθηκαν αστραπιαία για να εξου­δετερώσουν τους έως τότε συμμάχους τους, που ξαφνικά είχαν μετατραπεί σε εχθρικές δυνάμεις. Στις 11 Σεπτεμβρίου ο Χίτλερ ενέκρινε με διάταγμά του την εκτέλεση των Ιταλών αξιωματικών, που συλλαμβά­νονταν αιχμάλωτοι. Στην Κεφαλλονιά υπήρχε η ιταλι­κή Μεραρχία Acqui, αποτελούμενη από 525 αξιωματι­κούς και 11.500 στρατιώτες, υπό τον στρατηγό Αντόνιο Γκαντίν. Σύντομα κατέφθασαν στο νησί το 11ο Τάγμα του Συντάγματος Κυνηγών της 1ης Ορεινής Μεραρχίας υπό τον ταγματάρχη Χάραλντ φον Χίρσφελντ. Με τη συνδρομή της Luftwaffe, οι γερμανικές δυνάμεις εξουδετέρωσαν με εντυπωσιακό τρόπο τους Ιταλούς αντιπάλους τους. Μετά την αιχμαλωσία των Ιταλών στρατιωτών, οι Γερμανοί άρχισαν να τους εκτελούν σε ομάδες των τεσσάρων έως δέκα ατόμων. Τέσσερις ώρες αργότερα, είχαν εκτελεστεί συνολικά 4.750 Ιταλοί στρατιώτες. Οι Γερμανοί δικαιολόγησαν την εκτέλεση ως καταστολή εχθρικών δυνάμεων. Με­ταπολεμικά ο στρατηγός Χούμπερτ Λαντς (Huberl Lanz), ανώτερος διοικητής των γερμανικών μονάδων, που ενεπλάκησαν στη σφαγή, καταδικάστηκε σε κά­θειρξη 12 ετών στις Δίκες της Νυρεμβέργης. Τελικά απελευθερώθηκε το 1951. Τη δεκαετία του 1950 τα πτώματα μεταφέρθηκαν στην Ιταλία, στο Στρατιωτικό Νεκροταφείο του Μπάρι. Το 2002 η υπόθεση επανήλ­θε στο προσκήνιο, όταν ασκήθηκε νέα δικαστική δίω­ξη στη Γερμανία εναντίον δέκα πρώην μελών της 1ης Ορεινής Μεραρχίας. Στις 4 Οκτωβρίου 1943 οι Γερμανοί κατέλαβαν τη νήσο Κω, αιχμαλωτίζοντας συνολικά 1.388 Βρετανούς και 3.145 Ιταλούς στρατιώτες. Οι Γερμανοί συνέλαβαν τον συνταγματάρχη Φέλιτσε Λέτζιο και επιπλέον 101 αξιωματικούς των ιταλικών δυνάμεων, τους οποίους οδήγησαν σε μια θέση με αλυκές, ανατολικά της πό­λης της Κω. Εκεί τους εκτέλεσαν σε ομάδες των δέκα ατόμων. Οι νεκροί θάφτηκαν σε μαζικούς τάφους. Με­τά τη λήξη του πολέμου, τα πτώματα των νεκρών Ιτα­λών αξιωματικών μεταφέρθηκαν στο Στρατιωτικό Νε­κροταφείο του Μπάρι. Τον Απρίλιο του 1945, καθώς οι συμμαχικές δυνά­μεις στη Δύση είχαν πλέον εισχωρήσει στο εσωτερικό της ίδιας της Γερμανίας, στο νησί Τέξελ, δίπλα στις α­κτές της Ολλανδίας, σημειώθηκε μια μεγάλης έκτα­σης σφαγή αιχμαλώτων πολέμου. Στο νησί υπήρχαν περίπου 700 πρώην στρατιώτες του Σοβιετικού Στρα­τού από τη Γεωργία, οι οποίοι είχαν προσφερθεί ως ε­θελοντές, για τη μάχη κατά του μπολσεβικισμού. Οι Γεωργιανοί στρατιώτες είχαν σχηματίσει το 822ο Τάγ­μα Πεζικού και διοικούντο από περίπου 400 Γερμα­νούς υπαξιωματικούς και αξιωματικούς. Βλέποντας τη δυσμενή τροπή του πολέμου οι Γεωργιανοί πραγ­ματοποίησαν εξέγερση κατά των Γερμανών αξιωματι­κών τους. Στο τέλος Απριλίου, με επί κεφαλής τον λοχαγό Σάλβα Λολάτζε, κατάφεραν να εισέλθουν στους κοιτώνες των Γερμανών στρατιωτών και να σκοτώσουν 246 άνδρες, κατά τη διάρκεια του ύπνου τους. Οι Γερμανοί απέστειλαν δυνάμεις από την ηπει­ρωτική Ολλανδία, για να καταστείλουν την εξέγερση. Αφού απέκτησαν τον έλεγχο της κατάστασης και αιχ­μαλώτισαν τους εξεγερθέντες Γεωργιανούς, οι Γερ­μανοί απέδωσαν συνοπτική δικαιοσύνη. Έδεσαν τους αιχμαλώτους ανά τέσσερα ή πέντε άτομα και τοποθέ­τησαν χειροβομβίδες ανάμεσά τους, οι οποίες τους κομμάτιασαν. Κατά την καταστολή της εξέγερσης και την εκτέλεση των αιχμαλώτων σκοτώθηκαν 476 Γεωργιανοί, οι οποίοι θάφτηκαν σε νεκροταφείο στο νησί Τέξελ.


Εκτελέσεις αιχμαλώτων του σοβιετικού στρατού

       Η τύχη των Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου στο Ανατολικό Μέτωπο υπήρξε σκληρή. Γενικά υπολογίζε­ται ότι περισσότεροι από τους μισούς στρατιώτες, που περιήλθαν σε αιχμαλωσία, έχασαν τη ζωή τους, εί­τε λόγω εκτελέσεων, είτε λόγω κακουχιών, των επιδη­μιών δυσεντερίας, φυματίωσης και τύφου και των βαναυσοτήτων. Οι νεκροί ανέρχονται σε 3.300.000 άτομα επί συνόλου 5.700.000 αιχμαλώτων, σε ποσοστό, δηλα­δή, 58%, που συγκρινόμενο με το αντίστοιχο ποσοστό των νεκρών αιχμαλώτων στρατιωτών του Ρωσικού Στρατού κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο (5%), κατα­δεικνύει τη ριζική μεταλλαγή των πολεμικών ηθών και την επικράτηση της μαζικής, αποστασιοποιημέ­νης από την ατομική τύχη του στρατιώτη, σύγκρου­σης. Ήδη από την αρχή της εκστρατείας στην Ανατολή για την καταστροφή της ΕΣΣΔ ήταν έκδηλες οι προ­θέσεις των ιθυνόντων των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων. Στις «Οδηγίες για τη μεταχείριση των Σο­βιετικών αιχμαλώτων πολέμου», διαταγή, που εκδό­θηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1941 από την Ανωτάτη Διοί­κηση της Wehrmacht, συγκεκριμένα από τον στρατηγό Χέρμαν Ράινεκε, αναφερόταν ότι ο πόλεμος στην Ανα­τολή δεν θα δεσμευόταν από τις συνήθεις αντιλή­ψεις περί ιπποτικού πολέμου και ότι ο εχθρός θα α­ντιμετωπιζόταν με δραστικά μέτρα. Οι στρατιώτες εξουσιοδοτούντο να κάνουν ελεύθερη χρήση των ό­πλων τους, κατά των αιχμαλώτων πολέμου. Το κείμενο κατέληγε χαρακτηριστικά: «Για τους λόγους αυτούς ο μπολσεβίκος στρατιώτης έχει χά­σει κάθε δικαίωμα να δέχεται με­ταχείριση ως έντιμος στρατιώτης, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Γε­νεύης». Άλλωστε, η ΕΣΣΔ δεν είχε επι­κυρώσει στο σύνολό της τη Συνθή­κη της Γενεύης του 1929 -όπως, α­ντιθέτως, είχε κάνει το Γερμανικό Ράιχ- ούτε αναγνώριζε ως δεσμευ­τική τη Σύμβαση της Χάγης του 1907, για τους κανόνες διεξαγωγής του πολέμου στην ξηρά. Με αυτό το δεδομένο αντιλαμβάνεται κα­νείς ότι η τακτική του Γερμανικού Στρατού στην Ανατολή ήταν εν μέ­ρει αντίδραση στην αναμενόμενη σκληρότητα και βιαιότητα των με­θόδων του Ερυθρού Στρατού. Πράγματι, η μεταχείριση των Σοβιετικών αιχμαλώ­των πολέμου υπήρξε εξαρχής ιδιαίτερα σκληρή. Σε πολλές περιπτώσεις κάθε αιχμάλωτος θεωρείτο δό­λιος αντίπαλος, κάθε ένδειξη ανυπακοής αποδεδειγ­μένη απόπειρα δολιοφθοράς, κάθε συζήτηση μεταξύ των αιχμαλώτων αρχή συνωμοτικής δράσης, ακόμη και κάθε βήμα εκτός γραμμής προσπάθεια για από­δραση. Οι Γερμανοί αντιμετώπιζαν όλες αυτές τις εκ­δηλώσεις των Σοβιετικών αιχμαλώτων με εξαιρετική σκληρότητα, επιφέροντας πολυάριθμους αδικαιολό­γητους θανάτους.
Ιδίως, κατά τους πρώτους μήνες της εκστρατείας, όταν ο Γερμανικός Στρατός συνελάμβανε κατά εκατο­ντάδες χιλιάδες τους Σοβιετικούς στρατιώτες, υπήρξαν εκτεταμένες απώλειες των τελευταίων. Αυτό φυσικά οφειλόταν περισσότερο στις δυσμενείς συνθή­κες, που προκλήθηκαν από την αναπόφευκτη συγκέ­ντρωση ενός τόσο μεγάλου αριθμού ανθρώπων, εν μέσω μιας παρατεινόμενης πολεμικής επιχείρησης. Περίπου 2.000.000 αιχμάλωτοι πέθαναν μόνο το 1941, λόγω της ανεπαρκούς σίτισης, των κακουχιών και των επιδημιών που εκδηλώνονταν στα πρόχειρα στρατό­πεδα αιχμαλώτων. Η λογική της προτεραιότητας των πολεμικών στόχων -της τελικής εξουδετέρωσης της σοβιετικής αντίστασης - καθιστούσε δευτερεύουσα τη μέριμνα για τους Σοβιετικούς αιχμαλώτους. Χιλιά­δες άνθρωποι πέθαναν, για παράδειγμα, από τις επί­πονες και μακρές πεζοπορίες έως τους χώρους υπο­δοχής, αφού δεν είχαν διατεθεί οχήματα μεταφοράς, λόγω της χρήσης τους στο μέτωπο στα ανατολικά. Άλλωστε, δεν υπήρχαν καταλύματα για την υποδοχή των αιχμαλώτων. Τα στρατόπεδα αιχμαλώτων ήταν α­πλώς περιφραγμένοι χώροι, χωρίς καμιά προστασία από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες και τις επιδημίες. Η δε σίτιση ήταν ανεπαρκής, αφού προσφερό­ταν μόλις το 25% των απαιτούμενων ημερήσιων ανα­γκών σε θερμίδες, γεγονός το οποίο επέφερε πρό­σθετες απώλειες από πείνα και εξάντληση. Σε αναφορά του υπουργικού συμβούλου Ντορς, με ημερομηνία 7 Οκτωβρίου 1941, προς τον υπουργό για τις Κατεχόμενες Ανατολικές Περιοχές, ΄Αλφρεντ Ρόζενμπεργκ περιγραφόταν η άθλια κατάσταση των αιχμαλώτων στο στρατόπεδο του Μινσκ: «Οι αιχμά­λωτοι, που έχουν συνωστιστεί σε αυτό το μέρος μετά βίας μπορούν να κουνηθούν και αναγκάζονται να πραγματοποιούν τις φυσικές ανάγκες τους εκεί όπου στέκονται. Οι αιχμάλωτοι πολέμου μερικές φορές περνούν έξι έως οκτώ ημέρες χωρίς τροφή και με τη ζωώδη απάθεια, που προκαλεί η πείνα, δεν έχουν πα­ρά μια επιθυμία, να βρουν κάτι να φάνε. Ο μόνος δυ­νατός τρόπος συνεννόησης, που μπορούν να χρησι­μοποιήσουν οι ανεπαρκείς μονάδες περι­φρούρησης, οι οποίες επιτελούν το καθήκον τους ημέρα και νύ­κτα, χωρίς διακοπή, είναι οι πυροβολισμοί, που χρη­σιμοποιούνται ανηλεώς». Η Διαταγή περί Κομισάριων (Kommissarbefehl), που εκδόθηκε στις 6 Ιουνίου 1941, προέβλεπε την άμεση εκτέλεση των πολιτικών στελεχών του Ερυθρού Στρατού, των κομισάριων, που αποτελούσαν ιδεολο­γικούς καθοδηγητές των Σοβιετικών στρατιωτών και εμπνευστές της πεισματικής αντίστασης στη γερμα­νική προέλαση. Ο σημαντικός αριθμός εβραϊκής κα­ταγωγής ατόμων μεταξύ των κομισάριων αποτελούσε, αφενός όπλο για τη γερμανική προπαγάνδα, που ταύ­τιζε το κομμουνιστικό καθεστώς με τον εβραϊσμό, α­φετέρου λειτουργεί ερμηνευτικά για τις εκτελέσεις σε πολλές περιπτώσεις Εβραίων αιχμαλώτων, που θε­ωρούντο στυλοβάτες του σοβιετικού καθεστώτος. Η εν λόγω διαταγή ανακλήθηκε τον Μάϊο του 1942, όταν διαπιστώθηκε από τους στρατιωτικούς του μετώπου ότι ενίσχυε την αντίσταση του σοβιετικού στρατεύ­ματος. Η Wehrmacht, επίσης, συνεργάστηκε με την Αστυνομία Ασφαλείας (Orpo) και την Υπηρεσία Ασφάλειας (SD), υπηρεσίες υπό τον έλεγχο του Ράινχαρντ Χάυντριχ. Οι δύο αυτές υπηρεσίες είχαν δικές τους στρα­τιωτικές μονάδες (Einsatzkommandos), οι οποίες ανέ­λαβαν τον εντοπισμό και την εξόντωση των «πολιτικά ανεπιθύμητων» στοιχείων στα μετόπισθεν της κατεχομένης ΕΣΣΔ, δηλαδή των ιδεολόγων κομμουνι­στών, των στελεχών του κομμουνιστικού κόμματος και των Εβραίων. Εκτιμάται ότι καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου ο αριθμός των πολιτικών στελεχών, που θανατώθηκαν από τις μονάδες αυτές ανήλθε, σε 140.000 άτομα.

Τον Ιούλιο του 1941 πιθανολογείται ότι συνέβη­σαν εκτελέσεις μερικών χιλιάδων Εβραίων και κομι­σάριων αιχμαλώτων στο Μινσκ. Στην κατάθεσή του, ε­νώπιον ενός δικαστηρίου (12/10/1963) ο στρατιώτης με τα ελλιπή στοιχεία Μπ. (Β.), του 12ου Λόχου του 354ου Συντάγματος Πεζικού, ανέφερε: «Μέρος των καθηκόντων περιφρούρησης, που μας είχαν ανατεθεί ήταν η φύλαξη ενός εκτεταμένου στρατοπέδου αιχ­μαλώτων στο Μινσκ. [...]. Σε αυτό το στρατόπεδο βρί­σκονταν οι αιχμάλωτοι από τη μάχη περικύκλωσης στο Μινσκ-Μπιαλυστόκ. Απ' όσο ξέρω, υπήρχαν εκεί και Εβραίοι κρατούμενοι. Ξέρω ότι αργότερα αυτοί οι Εβραίοι εκτελέστηκαν. Όσοι εκτελέστηκαν ήταν πολι­τικοί κομισάριοι του Ρωσικού Στρατού, καθώς και άλ­λοι Εβραίοι». Σε μια άλλη μαρτυρία, αυτή του επί κεφαλής αξιω­ματικού του ανωτέρω λόχου, υπάρχει μια αντίθετη α­ναφορά της μεταχείρισης των αιχμαλώτων κομισά­ριων: «Στο Μινσκ έπρεπε να φυλάξουμε ένα τεράστιο στρατόπεδο αιχμαλώτων. [...]. Το στρατόπεδο περιείχε αιχμαλώτους από τις μάχες περικύκλωσης στο Μπιαλυστόκ και το Μινσκ, περίπου 120.000 άτομα.[...]. Όσον αφορά τις εκτελέσεις Εβραίων ή πολιτικών κο­μισάριων στο στρατόπεδο, δεν είδα ούτε άκουσα να συμβαίνει κάτι τέτοιο». Στις 14 Οκτωβρίου 1941, 742 αιχμάλωτοι Εβραίοι της Ουκρανίας εκτελέστηκαν από μια διμοιρία του Sonderkommando 4a, ενώ 375 επιπλέον εκτελέστηκαν στις 16 Οκτωβρίου 1941. Σε αυτούς περιλαμβάνονταν πολυάριθμοι κομισάριοι του Ερυθρού Στρατού. Στην αναφορά του συνταγματάρχη Ερβιν Λαχάουζεν, από το Γραφείο Αντικατασκοπείας της Ανώτατης Στρατιω­τικής Διοίκησης, με ημερομηνία 23 Οκτωβρίου 1941 και τίτλο «Παρατηρήσεις και διαπιστώσεις κατά το ταξίδι στην Ανατολή» περιγράφεται, η μεταχείριση των Σοβιετικών αιχμαλώτων: «Εξαιτίας της φυσικής κό­πωσης, που προκαλούν οι πορείες, της άθλιας δια­τροφής και των άσχημων συνθηκών στα καταλύματα των εγκαταστάσεων, οι αιχμάλωτοι πολέμου συχνά καταρρέουν και κατόπιν μεταφέρονται από τους άλ­λους στρατιώτες ή αφήνονται στο έδαφος. Η 6η Στρα­τιά έχει εκδώσει διαταγές, βάσει των οποίων όλοι οι αιχμάλωτοι πολέμου, που καταρρέουν, θα εκτελού­νται. Δυστυχώς, αυτό συμβαίνει στον δρόμο, ακόμη και στις πόλεις». Καθώς έφθασε ο δριμύς χειμώνας του 1941/42, η επίταση του ψύχους προκάλεσε αυξημένη θνησιμό­τητα μεταξύ των αιχμαλώτων και πρόσθετη αποδιορ­γάνωση του ήδη ελλιπούς δικτύου επιμελητείας και περίθαλψης των αιχμαλώτων. Μόνο τον Οκτώβριο του 1941 εκτιμάται ότι ένας αβέβαιος αριθμός αιχμαλώ­των, 20-50.000 άτομα, έχασαν τη ζωή τους στα μετόπι­σθεν της Ομάδας Στρατιάς Κέντρου, ενώ τον επόμε­νο μήνα ο αριθμός ανήλθε στα 80-100.000 άτομα. Η α­πόφαση της γερμανικής πολιτικής ηγεσίας από το τέ­λος του 1941 να χρησιμοποιηθούν σε μεγάλο ποσο­στό οι Σοβιετικοί αιχμάλωτοι, για καταναγκαστική ερ­γασία, οπωσδήποτε συνετέλεσε μακροπρόθεσμα στην αυξημένη πιθανότητα επιβίωσης ενός μεγάλου ποσοστού αυτών, παρά τις εξουθενωτικές συνθήκες και την ανεπαρκή σίτιση στα στρατόπεδα εργασίας. Η χρήση των Σοβιετικών αιχμαλώτων ως εργατικού δυναμικού και η δυσμενής τροπή του πολέμου, που συνεπαγόταν την αναγκαιότητα αυξημένης πα­ραγωγής, βελτίωσε τις συνθήκες διαβίωσής τους, α­φού από τον Οκτώβριο του 1944 οι Σοβιετικοί αιχμά­λωτοι πολέμου λάμβαναν πλέον μερίδες ίσες με αυ­τές του γερμανικού πληθυσμού στο Ράιχ. Το 1945, ό­μως, καθώς, το σύστημα επιμελητείας των στρατοπέ­δων εργασίας είχε καταρρεύσει, λόγω της μειωμένης παραγωγής και των συμμαχικών βομβαρδισμών, οι ρυθμοί θανάτου των αιχμαλώτων αυξήθηκαν κατακό­ρυφα.



ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκεύαση απόδοσης του περιεχομένου της ιστορικής έρευνας με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογραφίσεως ή άλλο, χωρίς γραπτή άδεια του Ι.Α.Κ. (Ν 2121/1993)

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: