Navigation

Οι λεηλασίες βαπτίστηκαν... σουβενίρ

Με τον τίτλο «Σφαγές και μερικά όμορφα σουβενίρ» η Sueddeutsche Zeitung δημοσιεύσει ένα σκληρό άρθρο κατά των καταστροφών και λεηλασιών που πραγματοποίησαν Γερμανοί αρχαιολόγοι στην Ελλάδα κατά την περίοδο της ναζιστικής Κατοχής.

Η γερμανική εφημερίδα, στο πολιτιστικό της ένθετο, τηρεί κριτική στάση, καθώς εκπρόσωποι του αρχαιολογικού τομέα προσπάθησαν τα προηγούμενα χρόνια να ωραιοποιήσουν τα όσα συνέβησαν την περίοδο της Κατοχής.

Όπως επισημαίνει «Παρά το υποτιθέμενο ενδιαφέρον για τα αρχαιολογικά ευρήματα, Γερμανοί στρατιώτες λεηλάτησαν μουσεία, πραγματοποιήθηκαν παράνομες ανασκαφές και ευρήματα μεταφέρθηκαν στη Γερμανία. Οι επιπτώσεις της γερμανικής κατοχής στην ελληνική αρχαιολογική επιστήμη είναι ορατές μέχρι σήμερα. Την τελευταία περίοδο επιστήμονες προσπαθούν να ρίξουν φως στην πολύπλοκη υπόθεση και όποτε είναι εφικτό επιστρέφονται αρχαιολογικά ευρήματα. (…) Η ερευνήτρια Αλεξάνδρα Κάνκελαϊτ συντάσσει αυτή την εποχή μια μονογραφία για τις επιπτώσεις της Κατοχής στην αρχαιολογία. (…)

Παράλληλα στην παραβίαση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων σημειώθηκαν ζημιές, λεηλασίες και κλοπές. Γερμανοί αρχαιολόγοι προσπάθησαν ωστόσο μετά τον πόλεμο να ωραιοποιήσουν την περίοδο της Κατοχής.

Ως παράδειγμα η SZ φέρνει τον αναγνωρισμένο Γερμανό αρχαιολόγο Ρόναλντ Χάμπε, ο οποίος έγραφε το 1950 ότι σχεδόν για όλες τις ζημιές και τις λεηλασίες ευθύνονται Βρετανοί και Ιταλοί και πως ο αριθμός των κλοπών που περιλαμβάνεται σε ένα βρετανικό κατάλογο είναι υπερβολικός.

Και μετά έρχεται η πρόταση που σε αφήνει άφωνο όταν προέρχεται από αρχαιολόγο, γράφει η εφημερίδα του Μονάχου: «Μα δεν επρόκειτο για κλοπές, αλλά για σουβενίρ, όπως λυχνάρια, μπουκαλάκια, θραύσματα από μάρμαρα ή μωσαϊκά, τα οποία ο κόσμος λαχταρά και εν καιρώ ειρήνης».

Γλυπτά στα υπόγεια του Εθνικού Μουσείου Βερολίνου...
ΠΩΣ ΣΩΣΑΜΕ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ
Κυριακή 27 Απριλίου 1941.Τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής καταλαμβάνουν την Αθήνα. Την επομένη το πρωί, οι Γερμανοί αξιωματικοί που ανέβηκαν τα μαρμάρινα σκαλιά του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου διαπίστωσαν με έκπληξη ότι παραλάμβαναν ένα κτίριο άδειο. Δεν βρήκαν πουθενά ούτε ίχνος από τα χιλιάδες πολύτιμα εκθέματα που κοσμούσαν το μεγαλύτερο μουσείο της χώρας τα προηγούμενα εξήντα χρόνια της λειτουργίας του. Αντί για αγάλματα, στέκονταν μπροστά τους παγωμένοι και ανέκφραστοι οι λιγοστοί αρχαιολόγοι και οι φύλακες που είχαν βάρδια. Αυτή ήταν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες σελίδες της ιστορίας της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, η επιχείρηση διάσωσης των αρχαιοτήτων στα χρόνια της Κατοχής από πιθανούς βομβαρδισμούς και λεηλασίες των ξένων στρατευμάτων.

Η απόκρυψη του Κούρου του Σουνίου ΕΑΜ 2720 στο όρυγμα που είχε διανοιχθεί μπροστά από το βάθρο του. (Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου) 
Αγάλματα και αρχαία αντικείμενα θάβονταν στη γη, σε κρύπτες, σε θησαυροφυλάκια, σε σπηλιές. Στα υπόγεια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου ανοίχτηκαν λάκκοι ενώ το ίδιο έγινε και στο Μουσείο της Ακρόπολης, μέσα στην Αίθουσα του Παρθενώνα. Σύμφωνα με το σχέδιο που είχε εκπονηθεί ήδη από τον μεταξά το 1937, τα πολυτιμότερα αντικείμενα φυλάσσονταν και σκεπάζονταν με στεγνή άμμο που μεταφερόταν από τα λατομεία του Ψυχικού. Σε κάθε στρώση με αρχαία αντιστοιχούσε και μία στρώση με άμμο. Ο διευθυντής του Μουσείου Ακροπόλεως, ο Γιάννης Μηλιάδης είχε από την αρχή μαρκάρει τα σπουδαιότερα αρχαία με σταυρό. Αυτά μπήκαν σε κασόνια με ειδικά στηρίγματα που γέμισαν με ροκανίδια και μεταφέρθηκαν σε περιοχές γύρω από την Ακρόπολη, όπου ο κίνδυνος για βομβαρδισμούς ήταν μικρότερος. Στη σπηλιά του Φιλοπάππου, που είναι γνωστή ως φυλακή του Σωκράτη, σε σπηλιά κάτω από την Πνύκα, αλλά και σε φρεατοειδή ανοίγματα στη βορινή πλευρά του Παρθενώνα. Τα στόμια κλείστηκαν με χοντρές πλάκες από μπετόν αρμέ γιατί οι γερμανοί σε όποιο ελληνικό μέρος βρήκαν αρχαία τα κατέστρεψαν ή τα έκλεψαν.

Για την κάθοδο των αγαλμάτων στα ορύγματα χρησιμοποιήθηκαν αυτοσχέδιοι ξύλινοι γερανοί, τους οποίους χειρίζονταν αδιάκοπα οι τεχνίτες του μουσείου. Όλοι δουλέψανε ενάντια στον χρόνο, με τον φόβο της εισβολής των Γερμανών, και βέβαια με τεράστια προσοχή. Τα ξύλινα κιβώτια με τα πήλινα αγγεία, τα ειδώλια και τα χάλκινα έργα, τοποθετούνταν στις ημιυπόγειες αποθήκες της επέκτασης του μουσείου, που είχε μόλις ολοκληρωθεί προς την οδό Μπουμπουλίνας. Μετά τη συμπλήρωση των χώρων, τα δωμάτια γεμίζονταν μέχρι την οροφή με στεγνή άμμο, προκειμένου να αντέξουν ενδεχόμενο βομβαρδισμό. Φανταστείτε να έμεναν εκεί τα πανέμορφα εκθέματα που είναι σήμερα στο νέο σύγχρονο μουσείο της ακρόπολης  όταν οι Ιταλοί κουβάλησαν στον ιερό βράχο πυροβόλα και πυρομαχικά και κατασκεύασαν τσιμεντένιες βάσεις.

Η παραμονή των στρατιωτών στην Ακρόπολη είχε δυσάρεστες συνέπειες για τα μνημεία του Ιερού Βράχου. Στις αίθουσες των αρχαϊκών αετωμάτων εγκατέστησαν το πλυντήριό τους και το μαγειρείο και το υπόλοιπο μουσείο μεταβλήθηκε σε στρατώνα. Ο Βράχος έγινε στρατιωτική περιοχή, άναβαν φωτιές για το πρόχειρο φαγητό τους, βρώμιζαν τα μνημεία με βενζίνες, πετρέλαια και μηχανέλαια και, όπως ήταν φυσικό, μεταχειρίζονταν τα απόμερα σημεία της Ακροπόλεως για αποχωρητήρια.


Η διάσωση των θησαυρών οφείλεται κυρίως στον ξεχασμένο σήμερα Γιάννη Μηλιάδη που υπήρξε μια πολυδιάστατη πνευματική προσωπικότητα. Γεννήθηκε το 1895, σπούδασε στη Φιλοσοφική και στη Νομική Σχολή, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Βιέννη, στο Μόναχο και στο Βερολίνο, υπηρέτησε σε αρχαιολογικές υπηρεσίες για να καταλήξει το 1940 διευθυντής του Μουσείου της Ακρόπολης, θέση στην οποία παρέμεινε ως τον θάνατό του, το 1975.

Μια σπάνια συνέντευξη
Για τις καταστροφές, τις λεηλασίες, τις κλοπές, τις αρπαγές και τις κάθε λογής αθλιότητες που έκαναν οι Γερμανοί ναζί επί των αρχαίων παραθέτουμε αποσπάσματα μιας συνέντευξης – ντοκουμέντο που είχε δώσει το 1945 στη περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» (16 Ιουνίου 1945), υπογεγραμμένη από τα αρχικά Μ. Α. Β. ο διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, σπουδαίος αρχαιολόγος και διανοούμενος, Χρήστος Καρούζος. Λίγο καιρό αργότερα ο Καρούζος και μια ομάδα αρχαιολόγων, πυρήνας την οποίας ήταν το ΕΑΜ αρχαιολόγων, μέλος του οποίου ήταν και ο ίδιος (καθώς και η γυναίκα του, η αρχαιολόγος Σέμνη Καρούζου), θα ξεκινήσουν την καταγραφή των κλεμμένων και λεηλατημένων αρχαιοτήτων. Η καταγραφή θα δημοσιευθεί το 1946 στην έκδοση του τότε υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας «Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής». Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία καταγραφή που έγινε. Η επόμενη θα ξεκινούσε 67 χρόνια μετά…
Οι άλλοι αρχαιολόγοι εκείνης της ομάδας ήταν ο Ιωάννης Μηλιάδης, ο Γρηγόρης Ανδρουτσόπουλος, ο Νικόλαος Ζαφειρόπουλος και ο Μαρίνος Καλλιγάς. Το 1944 ο Ιωάννης Μηλιάδης, ο οποίος στη Κατοχή ήταν Εφορος Ακρόπολης και ένας από τους πρωταγωνιστές της απόκρυψης των αρχαίων σε κρύπτες, και ο βυζαντινολόγος Δημήτριος Πάλλας, εγκατέλειψαν την Αρχαιολογική Υπηρεσία και ανέβηκαν στο βουνό ως εκλεγμένοι Εθνοσύμβουλοι της Κυβέρνησης της ΠΕΕΑ, που σχηματίστηκε στις 10 Μαρτίου του 1944 με πρόεδρο τον Αλέξανδρο Σβώλο.

Με αφορμή την δημοσίευση της γερμανικής εφημερίδας παραθέτουμε τη χρήσιμη, διδακτική και εν πολλοίς προφητική συνέντευξη του Χρήστου Καρούζου, που  αναδημοσιεύτηκε από το γενικό γραμματέα της Αρχαιολογικής Εταιρείας, Βασίλειο Πετράκο στο περιοδικό «Μέντωρ» τον Οκτώβριο του 1994.

Την ημέρα που οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα ο Χρήστος Καρούζος υπέβαλε την παραίτηση του από μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου.  «Από πολλά χρόνια είχε πάψει να έχει καμία σχέση με την επιστήμη και έπρεπε να τους κοπεί η ελπίδα, ότι θα πετύχαιναν τίποτε στην προσπάθεια που τη μάντευα συστηματική και μεθοδική, να μας λερώσουν όλους με αθώες προτάσεις ειρηνικής και πολιτιστικής συνεργασίας», λέει.
Στιγμιότυπο από τον εγκιβωτισμό του αμφορέα Α 803 

– Ποιες πιέσεις δοκιμάσατε από τις αρχές κατοχής;
«Προσωπικά καμία. Η αρχαιολογική υπηρεσία όπως τράβηξε πολλά. Εκινούσαν τόσο πιο πολύ την αγανάκτηση και το μίσος όσο βλέπαμε ότι την υπηρεσία μας προσπαθούσαν να την πιέσουν και να την εξευτελίσουν οι άνθρωποι ίσα – ίσα (δηλ. οι Γερμανοί αρχαιολόγοι) που όχι μόνο είχαν ζήσει πολλά στην Ελλάδα και είχαν βρει πάντοτε από τους συναδέλφους τους και απ’ όλους τους Ελληνες την πιο θερμή φιλία, όχι μόνο έλεγαν ότι η Ελλάδα είχε γίνει πατρίδα τους και άλλαζαν τα ονόματά τους με ελληνικά, αλλά και που πριν από τον πόλεμο περιποιόντουσαν και κολάκευαν ταπεινοί τους Ελληνες αρχαιολόγους σαν σκυλάκια: γνήσιο τύποι θρασύδειλων και λακέδων, οι άνθρωποι αυτοί ίσα – ίσα έγιναν τώρα σταυρωτήδες. Υπήρξαν βέβαια και λίγοι που έμειναν σταθερά άνθρωποι, που αντικρύζανε τον ελληνικό λαό ντροπιασμένοι εξαιτίας των συναδέλφων τους και των συμπατριωτών τους, που έκαμαν ό,τι μπόρεσαν για να σώσουν ανθρώπους – μα φοβούμαι πως στο μέτρημά τους θα παθαίναμε ό, τι και ο Σολωμός μετρώντας του δίκαιους: τα πέντε δάχτυλα του χεριού θα βγαίνανε πολλά. Τους θυμόμαστε γι’ αυτό ίσα – ίσα με συγκίνηση πάντοτε.

Μόλις μπήκαν οι Γερμανοί, οι αρχαιολόγοι τους, που αποτέλεσαν ιδιαίτερη “στρατιωτική υπηρεσία προστασίας της τέχνης”, απαιτήσανε πρώτα πρώτα να ανοίξουμε αμέσως τα Μουσεία, λέγοντας στην αρχή πως ο πόλεμος τελείωσαν πια, ύστερα πως τα αρχαία θα πάθουν κρυμμένα, ύστερα πως στον πόλεμο ίσα – ίσα οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να καταφεύγουν στην τέχνη κλπ. Η επίμονη αντίσταση της αρχαιολογικής υπηρεσίας μας εγλύτωσε τα σπουδαιότερα μουσεία μας από την καταστροφή και τη λεηλασία. Γιατί όπου βρήκαν ευκαιρία τα έκαμαν και τα δύο. Πέτυχαν ν’ ανοίξουν το Μουσείο του Κεραμεικού, που το είχαν κάμει αυτοί: σε λίγες μέρες Γερμανοί αξιωματικοί έκλεψαν μπροστά στα μάτια του Γερμανού αρχαιολόγου που τους οδηγούσε, έναν ωραίο αρχαϊκό πίνακα με παράσταση πρόθεσης του νεκρού. Σε διάφορα άλλα επαρχιακά μουσεία (Μέγαρα, Θήβα, Χαιρώνεια, Τανάγρα, Αλμυρό, Λάρισα, Βέροια, Θέρμο, Κόρινθο, Αργος, Δήλος, Σίφνο, Κνωσό, Χανιά, Σάμο κλπ) Γερμανοί και Ιταλοί, αφού μπήκαν ή εγκαταστάθηκαν στο Μουσεία, αλλού έσπασαν βιτρίνες και αποθήκες, αλλού έκαψαν την ξυλεία, αλλού πήραν ό,τι αρχαίο μπόρεσαν. Οι φύλακές μας στάθηκαν, όλοι σχεδόν, αξιοθαύμαστα πιστοί στο καθήκον τους, με κίνδυνο όχι μόνο της δικής τους ζωής, αλλά και όλου του σπιτιού τους. Μερικά ερείπια έπαθαν ανεπανόρθωτες καταστροφές για να κάμουν αυτοί τα απόρθητα οχυρώματά τους και να γράψουν πάνω τους “Vinceremo” ή DerSiegistunser” (βασιλικός τάφος Κνωσού, Ακρόπολη Ασίνης, βωμός ανακτόρου Τίρυνθος κλπ). Η αρχαιολογική μας υπηρεσία δεν άφησε καμία ευκαιρία που να μην απευθυνθεί στη στρατιωτική τους υπηρεσία προστασίας της τέχνης και να τους καταγγείλει με σπάνια παρρησία και με πολύ έντονα έγγραφα τα εγκλήματά τους. Οι αρχαιολογικοί σταυρωτήδες όμως που υπηρετούσαν εκεί (εννοώ προπάντων του Γερμανούς, ο Ιταλός φέρθηκε πολύ καλύτερα) μόνη έγνοια τους είχαν πως θα γλυτώσουν το μέτωπο: η γενναιότητά τους λοιπόν ξεθύμαινε με έγγραφα απερίγραπης τραχύτητας και θρασύτητας  που έστελναν – αυτά τα χτεσινά σκυλάκια – στο σεβάσμιο γέρο της Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων του υπουργείου, και όπου κατά κανόνα έρριχναν πάντα την ευθύνη στους Ελληνας και φοβέριζαν τους αρχαιολογικούς μας υπαλλήλους για τη δυσφήμιση του στρατού της κατοχής. Αρκετούς φύλακες έστειλαν στη φυλακή και τους σάπισαν στο ξύλο επειδή είχαν τολμήσει να κάνουν τέτοιες καταγγελίες. Ας αφήσομε τις λαθραίες ή τις φανερές αυθαίρετες ανασκαφές τους. Όταν η διεύθυνση Αρχαιοτήτων του εθύμιζε τους ελληνικούς νόμους, που η γερμανική υπηρεσία προστασίας της τέχνης είχε δηλώσει από την πρώτη ημέρα πως εξακολουθούν να ισχύουν, απαντούσαν με γνήσιο φασιστικό κυνισμό πως, σύμφωνα με τα διεθνή νόμιμα, ο Γερμανικός Στρατός είναι φορέας της εξουσίας στην Ελλάδα και δε μπορεί να δίνει λογαριασμό στην ελληνική αρχαιολογική υπηρεσία. Από τη Θεσσαλονίκη άρπαξαν, πέρσι την άνοιξη ακόμη, ένα γυναικείο άγαλμα, ωραία πορτραίτο από τους χρόνους τους υστερινής αρχαιότητας, και με όλες τις διαμαρτυρίες της υπηρεσίας μας ο πήγαν στη Βιέννη για μια έκθεσε, λέει – χωρίς οι αρχαιολόγοι της προστασία της τέχνης να πουν λέξη. Αν παρ’ όλα αυτά οι ζημίες και οι κλοπές δεν είναι περισσότερες, τούτο οφείλεται στο ότι οι Ελληνες αρχαιολόγοι στάθηκαν στη θέση τους, ακλόνητοι και αδιάλλαχτοι. Καθώς κάνω όμως τώρα τη σύντομη αυτή εξιστόρηση και ξαναθυμούμαι τα γεγονότα, αισθάνομαι πως πρέπει να μασήσω λίγο τα λόγια μου: το εθνικό μας Αρχαιολογικό Μουσείο κατορθώσαμε ωστόσο και το γλυτώσαμε από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, που ζήτησαν πολλές φορές να το μεταχειριστούν, όχι όμως και από τους Ελληνες ανθρωπιστές. Αυτοί το έκαμαν φυλακή και ιατρείο για τις δημόσιες γυναίκες».

–Τι σας έκαμε βαθύτερη εντύπωση από τα εγκλήματα του ναζισμού στην πατρίδα μας;
«Ακουγα (και μερικές φορές εξακριβώθηκε πώς ήταν σωστό) ότι οι Γερμανοί, εκείνοι που έβγαζαν τόσο ψυχρά διαταγές για τους ανατριχιαστικούς ομαδικούς σκοτωμούς ή για το ξεπάτωμα ολόκληρων χωριών ήταν πολύ μορφωμένοι, μερικοί μάλιστα πως είχαν και κλασική παιδεία. Βρίσκω πως ένα από τα προβλήματα τα πιο οδυνηρά που έθεσε στους ανθρώπους η φασιστική περίοδος και η ανήμερη μορφή του πολέμου, που είναι καρπός της, είναι τούτο ακριβώς: εξακολουθούμε να πιστεύουμε (και δεν πρέπει να απελπιστούμε) πως η αληθινή παιδεία δε γυμνάζει μόνο τις πνευματικές ικανότητες, αλλά και μεταμορφώνει ολόκληρο τον άνθρωπο – πώς όμως θα πετύχουμε αυτό;»

–Θεωρείται όλο το γερμανικό λαό υπεύθυνο για τα αίσχη της κατοχής ή μόνο τους αρχηγούς του;
« Κάθε λαός έχει και τις θετικές και τις αρνητικές του πλευρές. Δεν ξέρω να οι δεύτερες είναι στο γερμανικό λαό οι περισσότερες (….).  Νομίζω πως στην Γερμανία ο φασισμός μπόρεσε ευκολότερα παρά αλλού να οργανώσει τις αρνητικές ιδιότητες του λαού εκείνου σ’ ένα τρομερό μηχανισμό καταστροφής. Πολύ βαριά όμως είναι η ευθύνη των πνευματικών ανθρώπων. Ανθρώπων που το μυαλό τους εδούλευε περίφημα στην ειδικότητά τους, που κορόϊδευαν τον ιταλικό φασισμό και συχαινόντουσαν το αστυνομικό κράτος, που περιφρονούσαν τον Χίτλερ προτού να πάρει την εξουσία και στα πρώτα χρόνια της εξουσίας – κι όμως ερχότανε μια μέρα που αλλάζανε από τη μια στιγμή στην άλλη, αποφασίζανε χωρίς καμία πίεση να πάψουν να μεταχειρίζονται το πνεύμα τους και την κρίση τους (προ πάντων αυτή) και άρχιζαν να κατηγορούν τον παλαιότερό τους εαυτό (χωρίς τούτο να τους φέρει κανέναν εσωτερικό κλονισμό), να δικαιολογούν όλα όσα είχαν γίνει και όσα έμελλαν να γίνουν από το φασισμό και να κηρύσσουν πώς αυτό είναι η μεγάλη μοίρα του γερμανικού λαού. Το φαινόμενο ήταν τόσο γενικό, η πνευματική αυτή επιδημία χτύπησε και τόσο εξαιρετικά πνεύματα, ώστε πρέπει να αποτελεί για καιρό πηγή μόνιμης ανησυχίας μας. Γιατί είναι αδύνατο τα αίτια να έλειψαν μονομιάς με το πέσιμο του φασισμού, αφού φαίνεται μάλλον πως εκείνα προετοίμασαν και τούτον»(……)

– Ποιος φαντάζεσθε πως θα είναι ο αντίκτυπος της Κατοχής στο πνευματικό μας μέλλον;
«Η Κατοχή, αλλά και ό,τι την προετοίμασε (Μεταξάς κλπ), εδημιούργησαν και στον πνευματικό τομέα μια κατάσταση που φαντάζομαι πως για χρόνια πολλά θ’ απαιτεί πνευματική εργασία αγωνιστική – θέλω να πω σκόπιμη, όχι αδιάφορη για το αποτέλεσμα. Την έκαμαν όμως και φοβερά δύσκολη τη δουλειά αυτή. Οι πνευματικοί άνθρωποι θα είναι υποχρεωμένοι να αγωνίζονται και μέσα στον εαυτό τους κάθε στιγμή για να μη χάσουν τη ξαστεριά της ματιάς τους και για να μην ξεχάσουν πως στα καθαρά και απρόσβλητα αποτελέσματα φέρνουν μόντα τα μέσα τα αμόλυντα. Πράγμα που δεν φαίνεται να τους έδωσαν ως τώρα αρκετή σημασία.»

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: