Navigation

26 Ιουλίου 1822 - Η Μάχη των Δερβενακίων

26 Ιουλίου 1822 - Η Μάχη των Δερβενακίων
Η Μάχη των Δερβενακίων ήταν μία από τις σημαντικότερες μάχες που πραγματοποιήθηκαν κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, με νικηφόρα έκβαση για τους Έλληνες και μεγάλη καταστροφή των οθωμανικών δυνάμεων υπό τον αρχιστράτηγο Μαχμούτ πασά Δράμαλη. Η μάχη αυτή δόθηκε στις 26 Ιουλίου 1822, σε δύο από τα τέσσερα μικρά ορεινά περάσματα (δερβενάκια), μεταξύ Κορίνθου και κοιλάδας Άργους, εξ ου και η ονομασία της. Άλλο αποτέλεσμα της μάχης αυτής ήταν η ενίσχυση της φήμης του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, η οποία φόβισε τους τότε πολιτικούς αντιπάλους του.
Αποκλεισμός στην Αργολίδα
Ο Δράμαλης φθάνοντας με το ασκέρι του στο Άργος στις 12 Ιουλίου αντελήφθη την ερήμωση του κάμπου πλην όμως αποφάσισε να στρατοπεδεύσει προκειμένου να καταλάβει την ακρόπολη (Λάρισσα), μη θέλοντας στη πορεία του για Τρίπολη ν΄ αφήσει πίσω του εχθρικές εστίες. Στην απόφαση αυτή συνέβαλε και το γεγονός ότι το κάστρο Λάρισσα ήταν και το πρώτο κατά τη κάθοδό του στην Πελοπόννησο που πρόβαλε αντίσταση, κάνοντάς τον να πιστέψει ότι σ΄ αυτό οι Αργείοι έχουν αποθηκεύσει τις περιουσίες τους καθώς και πολλά τρόφιμα. Έτσι ξεκίνησε από την επομένη η πολιορκία του κάστρου.
Μέρα με τη μέρα όμως ο οθωμανικός άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά επισιτιστικά προβλήματα. Επιπλέον, το καλοκαίρι του 1822 ήταν ιδιαίτερα θερμό, την άνοιξη υπήρξαν λίγες βροχοπτώσεις και τα περισσότερα πηγάδια και ρέματα γύρω από το Άργος είχαν στερέψει. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Δράμαλης άρχισε να σκέπτεται σοβαρά τη διακοπή της εισβολής και την επάνοδο στην Κόρινθο.
Στις 20 Ιουλίου οι Μύλοι Αργολίδας αποτελούσαν το στρατηγείο των Ελλήνων αγωνιστών πέριξ των οποίων είχαν συρρεύσει τα ελληνικά σώματα ατάκτων. Στο συμβούλιο που ακολούθησε, ο Κολοκοτρώνης πρότεινε να περικυκλώσουν τους Τούρκους και έτσι αποφασίστηκε ο εγκλωβισμός του εχθρού στην αργολικό κάμπο, με αποκλεισμό των στενών των Δερβενακίων και ισχυρή άμυνα του Αχλαδόκαμπου και των Μύλων. Παράλληλα αποφασίστηκε ο απεγκλωβισμός των πολιορκημένων του κάστρου Λάρισα, οι οποίοι είχαν αρχίσει να υποφέρουν από ελλείψεις σε τρόφιμα και νερό. Άλλωστε ο αντικειμενικός σκοπός, για τον οποίο είχαν εγκλειστεί, είχε πετύχει απόλυτα με την καθήλωση του Δράμαλη στο Άργος, δίνοντας τον απαιτούμενο χρόνο στρατολόγησης και συγκέντρωσης των ελληνικών στρατευμάτων. Έτσι το βράδυ της 23ης Ιουλίου διατάχθηκαν κάποια τμήματα να προσβάλουν απ΄ όλες τις πλευρές τον χώρο. Μέσα στη νυκτερινή εκείνη ταραχή ειδοποιημένοι κατάλληλα οι πολιορκημένοι εξήλθαν ανενόχλητοι και ενώθηκαν με τα υπόλοιπα ελληνικά τμήματα.

Η καταστροφή του τούρκικου στρατού
Στις 26 Ιουλίου ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει προσωρινά στην Κόρινθο και κινήθηκε προς τα Δερβενάκια, στενό που ενώνει την αργολική με την κορινθιακή πεδιάδα. Η βασική διάβαση, με βάση το σχέδιο του Θ. Κολοκοτρώνη, φυλαγόταν από τον Αντώνη Κολοκοτρώνη και περίπου 1.500 άντρες.
Παράλληλα ο Θ. Κολοκοτρώνης είχε τοποθετήσει τον Πλαπούτα με περίπου 800 άντρες στο Σχινοχώρι για να φυλάει τη βορειοδυτική έξοδο της Αργολίδας προς τη Στυμφαλία, και τους Νικηταρά – Παπαφλέσσα στο Στεφάνι – Αγιονόρι, με άλλους 800 άντρες για να φυλάξουν την τρίτη διάβαση προς την Κλένια.
Οι Τούρκοι της εμπροσθοφυλακής μπήκαν στο στενό πέρασμα και όταν έφτασαν στην έξοδο δέχτηκαν τα πυρά των κρυμμένων Ελλήνων. Λίγοι πέρασαν προς την πεδιάδα της Κουρτέσας και ο κύριος όγκος οπισθοχώρησε με μεγάλες απώλειες.
Αφού αυτό το πέρασμα φυλαγόταν καλά από τους Έλληνες, η εμπροσθοφυλακή και το κύριο σώμα στράφηκαν προς το δεύτερο κοντινό πέρασμα, αυτό του Άγιου Σώστη, ανατολικά από την κύρια διάβαση. Αυτό το πέρασμα ήταν πολύ ανηφορικό και πιο δύσκολο για τους πεζούς και τα ζώα, αλλά οι Τούρκοι το βρήκαν αφύλακτο και άρχισαν να περνούν προς την Κουρτέσα, ενώ τα τμήματα του Αντώνη Κολοκοτρώνη τους πλευροκοπούσαν. Εν τω μεταξύ, το σώμα των Νικηταρά – Παπαφλέσσα, το μεσημέρι ειδοποιήθηκε με σήματα καπνού ότι ο Δράμαλης κινείται προς τα Δερβενάκια. Ανασυντάχτηκε και με γρήγορη πορεία έφτασε το απόγευμα στις κορυφές ανατολικά, πάνω από τον Αγιο Σώστη, και είδαν τους Τούρκους που περνούσαν προς την Κουρτέσα. Τότε επιτέθηκαν αμέσως στους Τούρκους που βρέθηκαν ανάμεσα σε δύο πυρά, ανατολικά οι νεοφερμένοι και δυτικά τα τμήματα του Α. Κολοκοτρώνη.
Η μάχη κράτησε μέχρι αργά τη νύχτα και οι Τούρκοι είχαν τρομακτικές απώλειες, σε ανθρώπους, ζώα και υλικά. Όταν σκοτείνιασε, η προσπάθεια των Τούρκων σταμάτησε και γύρισαν στην Τίρυνθα όπου είχαν και πριν το στρατόπεδό τους. Οι απώλειες των Τούρκων, κατά την 26η Ιουλίου, και με βάση τη διασταύρωση απομνημονευμάτων, άλλων ειδήσεων και εγγράφων, υπολογίζονται περίπου στους 2.500 - 3.000 νεκρούς και τραυματίες[2].
Σύντομα η καταστροφή του Δράμαλη έγινε τραγούδι και θρύλος σε πολλά δημώδη ελληνικά τραγούδια:
Της Ρούμελης οι Μπέηδες και του Μωριά οι λεβέντες
Στο Ντερβενάκι κείτονται κορμιά δίχως κεφάλια...

Η καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη ολοκληρώθηκε στη μάχη του Αγιονορίου, στις 28 Ιουλίου 1822. Έτσι, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στάθηκε ο οργανωτής και κύριος αυτουργός αυτής της νίκης που έσωσε την Επανάσταση και εξασφάλισε την ελευθερία στη νεότερη Ελλάδα.
Απομνημονεύματα Φωτάκου (Αποσπάσματα)

«Εκείθεν τήν 13ην Ιουλίου 1822 εκατέβη εις τό κάτω Μπέλεσι (Λυρκεία) καί εκείθεν εις ταίς Στέρναις καί Μαλανδρίνο όπου ήτον μικρόν σώμα Τούρκων καβαλαραίων καί πεζών. Όσοι Τούρκοι από αυτούς επρόφθασαν καί έφυγαν εγλύτωσαν, οι δέ άλλοι εκλείσθησαν εκεί από τόν Κολοκοτρώνην καί αρχιμανδρίτην Φλέσαν, πρώτον εις ολίγα σπίτια, έπειτα όλοι εις ένα σπίτι. Τούς εζήτησεν ο αρχηγός τά άρματα καί νά παραδοθούν, αλλ' εκείνοι απεκρίθησαν δέν παραδιδόμεθα, διότι είμεθα Γέγγιδες. Μάλιστα δέ τόν Κολοκοτρώνην καί τόν αρχιμανδρίτην τούς ύβρισαν.
Ο αρχηγός τούς εζήτησε νά προσκυνήσουν καί δέν εδέχθησαν, είπε τό κρίμα στόν λαιμόν τους καί διέταξε τούς στρατιώτας νά μαζώξουν ταίς φράκταις τού χωριού καί νά βάλουν φωτιά νά τούς κάψουν. Δέν γνωρίζομεν σωστά πόσοι ήσαν 10 ή 15 ή ολιγώτεροι. Εις τόν μικρόν αυτόν πόλεμον ο Φλέσας εζύγωσεν εις τήν πόρταν τού κατωγείου, άρπαξεν ένα Τούρκον μισοζώντανον, αλλά δέν επρόφθασε νά τού πάρη όλα τά άρματα. Ο Γκέγκας εκαίετο καί η φωτιά τού σπιτιού δέν μάς άφινε νά πλησιάσωμεν, αλλ' ο Φλέσας τόν ετράβηξεν έξω.
Αφού λοιπόν έφθασεν εις τόν Άγιον Γεώργη (Νεμέα) ο αρχηγός διέταξεν αμέσως νά πάν 300 στρατιώται εις Δερβενάκι εις τήν θέσιν Αγριλόβουνο νά κάμουν ταμπούρι κλειστό καί νά μείνουν εκεί υπό τάς διαταγάς τού Αντώνη Κολοκοτρώνη. Τόν δέ παπά Δημήτρη Χρυσοβιτσιώτη νά πάγη εις τό χωριό Ζαχαριά παρακάτω εις τήν ανατολικήν πλευράν τού Δερβενακίου μέ τούς δικούς του στρατιώτας, περισσοτέρους τών εκατόν πενήντα καί νά ταμπουρωθούν καί αυτοί. Εκεί δέ εις τόν Άγιον Γεώργη, όσας ημέρας εστάθηκε ο αρχηγός διέταξε τά πάντα, εσύστησεν εις τό χωρίον Κούτσι τό φροντιστήριον τών τροφών καί άλλων αναγκαίων τού στρατού.
Μετέπειτα επήρεν όλους τούς σωματοφύλακας μαζί του, τήν σημαίαν καί όσους καβαλαραίους είχε τότε καί επήγε νύκτα, τήν 20ην Ιουλίου 1822, είς τό Σκοινοχώρι, όπου ηύρε τό άλλο στρατόπεδον καί φροντιστήριον τού Πλαπούτα.
Εκείθεν τήν αυτήν ημέραν ετράβηξε κατά τήν Άκοβα, όπου μέ τό έβγαλμα τού ηλίου αντάμωσε τόν Πλαπούταν, τόν Τζανέτον Χριστόπουλον, τόν Δημητράκη Δεληγιάννην καί πολλούς Τριπολιτσιώτας, οι οποίοι κάθε ημέραν επολέμουν μέ τόν Δράμαλη καί δέν τόν άφηναν ποτέ νά ανασάνη, ούτε νά αποκλείση εις τό φρούριον τούς εδικούς μας. Τό ίδιον έκαμε καί ο Δημήτριος Τσόκρης μέ τούς Αργείους καί επειδή εγνώριζαν καλά ως εντόποι τόν τόπον έκαμαν χωσιαίς καί εσκότωναν κάθε ημέραν πολλούς Τούρκους.
Εις τάς 16 Ιουλίου 1822, ο Πλαπούτας συνεννοηθείς μέ τούς αρχηγούς, οι οποίοι ήταν εις τό Κεφαλάρι, άναψαν γύρω τού φρουρίου τόν πόλεμον καί ανάγκασαν τούς Τούρκους νά ανοίξουν τό φρούριον. Ο Πλαπούτας τότε μέ τούς άλλους εμβήκε μέσα εις τό φρούριον (Άργους), άφησε πολεμοφόδια καί τροφάς καί αφήσαντες μέρος στρατιωτών διά φρουράν αφού τούς υποσχέθησαν ότι θέλουν έλθει νά τούς βγάλουν καί δέν θά τούς αφήσουν νά χαθούν, ο μέν Υψηλάντης πήγε εις τό Κεφαλάρι, ο δέ Πάνος εις τό Σκοινοχώρι.
Εκείθεν ο αρχηγός επήγεν εις τό Κεφαλάρι καί ηύρε τόν Υψηλάντην, τούς Μαυρομιχαλαίους, τόν Κεφάλαν, τόν Παπατσώνην καί λοιπούς. Όλοι αυτοί ήταν τόσον φοβισμένοι, ώστε αίμα δέν είχαν εις τό πρόσωπόν τους, διότι τήν περασμένην ημέραν (19 Ιουλίου 1822) είχαν χάσει μίαν μεγάλην μάχην πολεμούντες μέ τόν στρατόν τού Δράμαλη, εις τήν οποίαν εσκοτώθησαν περισσότεροι τών διακοσίων Ελλήνων.»...
...«Τήν 24ην Ιουλίου 1822 εβγήκεν από τό Άργος ο Χριστιανός γραμματικός τού Δράμαλη, σταλμένος από αυτόν νά παρατηρήση τήν κατάστασιν τού στρατοπέδου μας καί νά μάς εξαπατήση. Ως Χριστιανός δέ, ως έλεγε, μάς εσυμβούλευε νά φυλάγωμεν καλά τόν δρόμον τής Τριπολιτσάς, διότι εκεί θά τραβήξη όλον τό στράτευμα τού Δράμαλη, αλλ' ο Κολοκοτρώνης δέν έδωσε καμμίαν προσοχήν εις τά λόγια του. Τήν αυτήν δέ ημέραν ήλθε καί ο Πετρόμπεης από τούς Μύλους τού Ναυπλίου εις τό Κεφαλάρι τού Άργους.
Τήν ακόλουθον ημέραν εβγήκαν Τούρκοι καβαλαραίοι οι ονομαζόμενοι ντελήδες έως 6000 καί επέρασαν τήν Ξερόβρυσιν, διευθυνόμενοι κατά τό Κεφαλάρι. Οι εκεί Έλληνες όσοι είχαν άλογα έως σαράντα έκαμαν ακροβολισμόν, εις τόν οποίον διεκρίθη ο Δημήτρης Παπατσώνης, ο Κότσος Βούλγαρης, ο γέρο Κωνσταντής Παλαμήδης, ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης, ο Πάνος Κολοκοτρώνης καί ο Δημήτριος Τσόκρης, οι δέ Τούρκοι δέν επροχώρησαν περισσότερον, αλλ' εγύρισαν πίσω εις τό Άργος.
Τό έβγαλμά των ήτον νά παρατηρήσουν άν ήσαν εκεί στρατεύματα ελληνικά. Μετέπειτα οι Κολοκοτρώνης, Υψηλάντης, Τσόκρης, Σέκερης καί λοιποί καπεταναίοι συνήλθαν εις συμβούλιον πολεμικόν εις τό Κεφαλάρι τού Άργους, εις τό οποίον είπεν ο αρχηγός νά μοιράσουν τάς θέσεις πρός αποκλεισμόν τών Τούρκων εις τάς δύο επαρχίας Άργους καί Κορίνθου, διότι προβλέπει ότι οι Τούρκοι θά φύγουν, δέν ειμπορούν νά σταθούν πλέον, επειδή ο τόπος δέν τούς βαστά, καί δέν έχουν τροφάς διά πολλάς ημέρας ούτε νερόν.
Έλεγεν ακόμα ο Κολοκοτρώνης ότι οι Τούρκοι θά πάν στήν Κόρινθον πίσω νά πάνε στήν Βοστίτσαν καί Πάτραν νά πιάσουν τήν Γαστούνη καί τότε θά μάς πάρουν όλους τούς κάμπους.
Μολονότι δέν εσυμφώνησαν εις τό συμβούλιον, ο Κολοκοτρώνης απεφάσισε νά φύγη κα είπεν εις τούς εδικούς του νά ετοιμασθούν νά φύγουν. Τότε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης είπε: "νά ο Κολοκοτρώνης πάγει νά γείνη κλέφτης σταίς ράχαις τών βουνών", αλλά ο Υψηλάντης τόν μάλωσε διά τούς λόγους αυτούς καί μάλιστα τόν έκαμεν προσεκτικόν, διότι ευρισκόμεθα εκεί ο Σπηλιωτόπουλος καί εγώ.»
«Έλληνες, σήμερα εγεννήθημεν καί σήμερα θά πεθάνωμεν διά τήν σωτηρίαν τής πατρίδος μας καί διά τήν εδικήν μας. Ιδού τί πρέπει νά κάμετε, αμέσως νά πάτε στά κονάκια σας νά πάρετε τό ταΐνι (τροφή) σας. Εδιάταξα νά σάς δοθή καθώς καί τά φουσέκια, αλλά νά ήσθε έτοιμοι στό γελέκι (χωρίς αποσκευές) όλοι οι δυνατοί. Τούς δέ αδύνατους καί τά περιττά πράγματα, τά ζώα καί ταίς καπόταις σας νά τά στείλετε εις τό αντικρυνό βουνό τού Αγίου Γεωργίου, όπου εδιέταξα νά πάν καί τά δικά μου πράγματα. (Σέ εκείνο τό βουνό ο Κολοκοτρώνης μετακινούσε τά μουλάρια διαρκώς ώστε νά φαίνεται από μακρυά μεγάλη δύναμη καί νά στραφούν οι Τούρκοι στίς Χρυσοκουμαριές πού τούς περίμεναν κρυμμένοι οι άντρες τού Αντώνη Κολοκοτρώνη καί τών υπολοίπων).

Απόψε ήλθεν η Τύχη τής πατρίδος μας (εννοεί τήν Παναγία) καί μού είπεν ότι είμεθα νικηταί τόσον πολύ, όπου άλλην νίκην καλλιτέραν από τήν σημερινήν δέν εκάναμεν, αλλ' ούτε θέλομεν κάμει. Έχω τόσην βεβαιότητα νά σάς ειπώ νά μήν πάρετε ούτε τά άρματά σας, διά νά πάρωμεν τών Τούρκων. Σήμερα ο καθείς από εμάς θά καταδιώκη πολλούς, θά πάρητε λάφυρα πολλά καί τούς θησαυρούς τού Αλή πασιά θά τούς μοιράσετε μέ τό φέσι τά φλωριά. Τά χρήματα πού έχουν οι Τούρκοι είναι χρήματα χριστιανικά. Τά είχεν ο τύραννος τής Ηπείρου παρμένα από τούς αδελφούς μας. Ο Άγιος Θεός μάς τά έστειλε καί είναι κελεπούρι δικό μας.

Αύριον αυτήν τήν στιγμήν θά σάς ιδώ όλους μέ τ' άρματα τών Τούρκων, μέ τ' άλογά τους, λαμπροφορεμένους μέ τά ρούχα τους. Ο Θεός είναι μέ ημάς νά μή σάς μέλλη τίποτε, πηγαίνετε νά ετοιμασθήτε καθώς σάς είπα καί νά ελθήτε εδώ όλοι νά ξεκινήσωμεν μαζί.»
«Τότε ο αρχηγός έβαλε τήν φωνήν. "Επάνω τους Έλληνες καί μή φοβάστε, σκοτώστε όσους θέλετε από δαύτους".

Αφού άκουσαν οι κρυμμένοι εις τά χαμόκλαδα τήν φωνήν τού αρχηγού ο καθένας έρριχνε τά τουφέκια των ώστε όλο τό πλάγι εκάπνισε καί εφώναζαν όλοι επάνω τους. Οι Τούρκοι βλέποντες τήν χωσιά (ενέδρα) έστριψαν ευθύς ταίς πλάταις όλοι καί ετραβούσαν κατά τόν Άγιον Σώστην. Τότε ο Αντώνης Κολοκοτρώνης, ο γέρο Μάρκος Κολοκοτρώνης, οι σωματοφύλακες τού αρχηγού καί οι Αρκουδορεματίτες επήραν τόν ζυγόν καί τό βουνό Πανάγο, από δίπλα τών Αλβανών διά νά μή πάρουν οι Τούρκοι τήν ράχην καί πέσουν εις τόν δημόσιον δρόμον, ο οποίος πάει εις τήν Κουρτέσαν.


Αι φωναί τού αρχηγού, "βάρτε τους", έκαμαν τούς στρατιώτας νά κυνηγήσουν τούς Τούρκους εις όλην τήν ρεμματιάν καί τό πλάγι διά νά πάν εις τόν Άγιον Σώστην. Δέν δυνάμεθα νά περιγράψωμεν τόν θρήνον καί ταίς φωναίς τών Τούρκων. Όλοι Τούρκοι καί Έλληνες ανεκατώθησαν καί όποιος εδύνατο εσκότωνε τόν άλλον. Οι Τούρκοι από τήν πολλήν τους βίαν νά κολλήσουν τό βουνόν καί όταν εύρισκαν καμμίαν αντίστασιν από τούς Έλληνας, είτε απαντούσαν κανένα τόπον κρημνώδη καί δύσβατον, άφηναν όλα τους τά πράγματα, τά άλογά των καί τά φορτηγά ζώα των.

Τέλος πάντων οι εμπροστινοί Τούρκοι έφθασαν εις τόν Άγιον Σώστην καί εκαθάρισε ο δημόσιος δρόμος (Δερβενάκια), ο οποίος βγαίνει από τήν ρεμματιά εις τόν κάμπον εις τό Χαρβάτι (Μυκήνες). Οι πασιάδες όμως όλοι καί ο ίδιος Δράμαλης μέ 7000 καβαλαραίους, μέ ταίς 500 καμήλαις των καί μέ τά φορτηγά των ζώα καί τά κανόνια, ταίς μπάλαις καί όλαις ταίς αποσκευαίς τού πολέμου, καί τούς αρρώστους των έμειναν πίσω καί ούτω τό τουρκικόν στράτευμα εχωρίσθη εις δύο. Οι μέν ετράβηξαν νά περάσουν τόν Άγιον Σώστην καί οι Έλληνες, άλλοι μέν τούς ετουφέκιζαν από πίσω από ταίς πλάταις, ο δέ Αντώνης Κολοκοτρώνης καί λοιποί έπιασαν τόν ζυγόν καί δέν τούς άφησαν νά γύρουν τήν άλλην πλευράν τού βουνού, αλλά τούς έσπρωξαν κατά τόν Άγιον Σώστην πού είναι μονοπάτι στενό. Εδώ οι Τούρκοι ηύραν τόν τόπον αφύλακτον καί επέρασαν κοντά 10000 πεζοί καί καβαλαραίοι.»
«Καθ' όλον αυτόν τόν δρόμον μας εις τήν ρεμματιάν τήν νύχτα ευρίσκαμεν κατάστρατα πτώματα Τούρκων καί ακούαμε εις τά πλάγια διάφοραις φωναίς πονεμέναις παιδιών πάσης ηλικίας, γυναικών καί τών πληγωμένων καί μάς εκυρίευσε φόβος καί τρόμος έως νά περάσωμεν όλην τήν ρεμματιάν καί εδώ και εκεί έπεφταν καί τουφέκια.

Τί ήταν αυταίς οι φωναίς; Οι Τούρκοι είχαν σκλαβώσει, όθεν επερνούσαν κατά τά Δερβενοχώρια τά Μεγάλα τής Κορίνθου καί αλλού Χριστιανούς καί είχαν πάρει μαζί τους καί κάμποσαις φαμίλιαις. Όλους τότε τούς σκλάβους των τούς άφησαν εις τήν απώλειαν καί όπου ευρέθη ο καθένας τήν νύχτα μέσα εις τόν λόγκον έμεινε καί δέν ήξευρε πού νά πάη. Έκλαιε τόν πόνον του καί εφώναζε τούς γνώριμούς του άλλος τούρκικα, άλλος αρβανίτικα καί άλλος ρωμέϊκα: Όρε Χασάνη, όρε Δερβίση, όρε Αχμέτ, όρε Θανάση, όρε Κωνσταντή, γιάμ Γκέκα, γιάμ Σκόνδρα, γιάμ Χριστιάν. Εγώ είμαι Χριστιανός, εγώ είμαι σκλάβος.
Έως νά περάσωμεν καί νά έβγωμεν εις τό Παληόχανον από τό φόβον μας, από τήν λύπην μας καί τήν πείνα μας ήλθεν η ψυχήν μας εις τά δόντια μας. Τά άλογά μας επατούσαν τούς νεκρούς καί φοβισμένα καί κουρασμένα από τόν πολύν δρόμον τά ταλαίπωρα ζώα εβαρέθηκαν καί αυτά τήν ζωήν των. Έβλεπαν τούς ανθρώπους ξαπλωμένους κατά γής εδώ καί εκεί όπου εβόγκαγαν καί εξεψύχαγαν καί οι πληγωμένοι ετινάζοντο από τούς πόνους.
Τέλος πάντων εβγήκαμεν εις τόν τόπον τόν ήσυχον εις τό Παληόχανον, όπου ο δρόμος πάγει εις τήν κωμόπολιν Άγιον Γεώργιον. Εκεί ηύραμεν τούς στρατιώτας, ερωτήσαμεν πού είναι ο αρχηγός καί μάς είπαν ότι επήγε εις τόν Αγιώργη. Τούς είπαμεν τί κάνετε εσείς εδώ; Κουβαλούμεν μάς είπαν τά λάφυρά μας. Είχαν κάμει δύο δρόμους σάν τά μυρμήγκια, ένας πήγαινε καί άλλος ήρχετο. Έπαιρναν τά λάφυρα φορτωμένοι καί τά επήγαιναν εις τόν Αγιώργη εις τά σπίτια, όπου είχαν κονάκι τό κάθε χωρίον μάγκαις μάγκαις.»
«Ο δέ Κολοκοτρώνης από εκεί όπου είχε τά τσαντήρια του ειδοποιήθη κοντά τά ξημερώματα από ταίς βάρδιαις, εβγήκε καί είδε ταίς φωτιαίς τών τουφεκιών ανάποδα καί εννόησεν ότι οι Τούρκοι επήραν ταίς πλάταις τών εδικών μας. Αμέσως εδιέταξε τόν Τσανέτον Χριστόπουλον μέ τούς Φαναρίτας, τόν Γενναίον καί άλλους πολλούς νά πάνε από τό πίσω μέρος νά προφθάσουν τούς εδικούς μας.

Κατά καλήν τύχην οι ειδοποιηθέντες από τό βράδυ από τόν αρχιστράτηγον, Δημήτριος Τσόκρης καί λοιποί έφθασαν εγκαίρως καί δέν επροχώρησε τό κακόν περισσότερον. Συγχρόνως πολλά πρωΐ ήλθε καί ο Χατζή Χρήστος από τό Στεφάνι καί Μετόχι μέ τούς στρατιώτας του εις τόν Άγιον Σώστην κατά τήν διαταγήν τήν οποίαν από τό βράδυ είχε λάβει από τόν Νικήταν νά ξημερωθή εκεί.
Μετά τόν ερχομόν αυτών τών δύο έγεινε πόλεμος καλός καί εστείλαμεν πολλούς Τούρκους εις τόν Άδην, τούς επήραμεν μπροστά, τούς εκυνηγήσαμεν καί τούς ερρίξαμεν κατά τήν Κουρτέσαν όπου είχεν έλθει τό μεγάλο σώμα τών Τούρκων καί είχε βάλει τά κανόνια του διά νά κτυπήση τούς πύργους τών Ελλήνων.
Τότε ο υπασπιστής τού Κολοκοτρώνη (ο Φωτάκος εννοεί τόν εαυτό του) καβαλάρης εκυνήγησεν ένα Τούρκον χωρίς νά γνωρίζη ότι αυτός είχε τά κεφάλια τού Παππά Αρσένη καί τού Σπανού, τόν εξεκάμπισε καί τόν εχώρισεν από τούς άλλους Τούρκους καβαλαραίους καί αφού άδειασε τά πιστόλια του καί δέν είχε πλέον τί νά ρίξη ετράβηξε τό σπαθί του διά νά τόν κόψη, τόν εκτύπησεν, αλλά δέν ημπόρεσε νά τού κάμη τίποτε. Ο Τούρκος τότε διά νά σωθή άρχισε νά πετά τά άρματά του, τά κεφάλια καί ότι άλλο είχε διά νά τόν χασομερήση καί ούτως γλύτωσε.
'Επειτα ο υπασπιστής τού αρχηγού επέστρεψε τό πισάχναρο νά ιδή τί επέταγεν ο Τούρκος καί ηύρε τά πιστόλια του καί τά δύο κεφάλια τού Αρσένη καί τού Σπανού από τά μαλλιά ζευγάρι δεμένα.»
Απομνημονεύματα Φωτάκου
Πηγές
Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια τομ.Θ΄, σ.49
Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larous Britannica τ.2οος, σ.98 (Δερβενάκια)
Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larous Britannica τ.21ος, σ.316-317 (Δράμαλης)
Κ. Παπαρηγόπουλος "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" τ.7ος, σ.91-95
Α. Βακαλόπουλος "Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821" Αθήναι 1971, σ. 206-212
"Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη" εκδ. Χ. Κοσμαδάκη Αθήναι
"Απομνημονεύματα Φωτάκου"
"Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", τ. ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών, 1975

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: