Navigation

Στουρνάρας: Δεν είμαστε ακόμα σε αδιέξοδο, αλλά είμαστε πολύ κοντά στον τοίχο

Η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης θέτει εν αμφιβόλω όλους ανεξαρτήτως τους στόχους για το 2017, αναπτυξιακούς δημοσιονομικούς και χρηματοπιστωτικούς.
Την προειδοποίηση αυτή απηύθηνε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας στο πλαίσιο του συνεδρίου που διοργανώνει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής.
Ο ίδιος επεσήμανε ότι με την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 2% στον Προϋπολογισμό του 2016 η χώρα έχει καλύψει το 90% της απόστασης που απαιτείται έως το 2018.
Αναφερόμενος στις προοπτικές ανάπτυξης ο διοικητής της ΤτΕ υπογράμμισε την αξία των ξένων άμεσων επενδύσεων καθώς, όπως είπε, πριν την κρίση οι επενδύσεις στην Ελλάδα ήταν 24% του ΑΕΠ, σήμερα κυμαίνονται γύρω στο 11%.
Για την επίτευξη του νέου αναπτυξιακού προτύπου με την ανάδειξη κλάδων ως μοχλών οικονομικής ανάπτυξης αλλά και την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων, είναι απαραίτητη προϋπόθεση η δημιουργία ενός κατάλληλου πλαισίου επιχειρηματικότητας.
Όπως συμπλήρωσε για τη δημιουργία του πλαισίου αυτού έχουν ήδη γίνει σημαντικά βήματα. Οι μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν κατά την περίοδο της κρίσης αναμένεται να ενισχύσουν το αναπτυξιακό δυναμικό της ελληνικής οικονομίας μεσο-μακροπρόθεσμα.
Έτσι, καθώς η οικονομία επανέρχεται σε τροχιά ανάπτυξης, η αύξηση της απασχόλησης και της παραγωγικότητας θα είναι υψηλότερη σε σχέση με την περίπτωση που δεν θα είχε γίνει καμία μεταρρύθμιση. Ήδη, παρατηρείται αύξηση της απασχόλησης κατά περίπου 2% ετησίως τα τελευταία τρία χρόνια, ενώ η οικονομική δραστηριότητα σε όρους πραγματικού ΑΕΠ παραμένει ουσιαστικά στάσιμη.
Πιο αναλυτικά, ο κ. Στουρνάρας σημείωσε ότι μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί σε πέντε τομείς και ειδικότερα:
1ον Άρση των εμποδίων που υπάρχουν ακόμη και για τις ιδιωτικοποιήσεις που έχουν ήδη εγκριθεί και περαιτέρω προώθηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της ακίνητης δημόσιας περιουσίας, μέσω των κατάλληλων χρήσεων γης.
2ον Αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το οποίο αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την ελληνική οικονομία, με έμφαση στην αποπληρωμή των δανείων των λεγόμενων "στρατηγικών κακοπληρωτών". Αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη πρωτοβουλίες για την καθιέρωση ενός πλαισίου διευθέτησης του ιδιωτικού χρέους, που θα χαρακτηρίζεται από ταχύτερες και αποτελεσματικότερες διαδικασίες. Αυτές οι πρωτοβουλίες περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων:
•Τη δημιουργία δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων.
•Την αναθεώρηση του Κώδικα Δεοντολογίας των τραπεζών, με σκοπό τη διαφάνεια, αποτελεσματικότητα και, όπου ενδείκνυται, ευελιξία στην αντιμετώπιση των συνεργάσιμων δανειοληπτών, που δυσκολεύονται να εξυπηρετήσουν το χρέος τους.
• Μια σειρά από στόχους και βασικούς δείκτες επιδόσεων, με σκοπό τη μείωση του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά 38% (ή περίπου 40 δισεκ. ευρώ) μέχρι το τέλος του 2019.
Πέρα από τις δράσεις που έχουν ήδη θεσμοθετηθεί, προβλέπονται να θεσμοθετηθούν άμεσα και οι ακόλουθες:
•Εισαγωγή πλαισίου για την εξωδικαστική διευθέτηση οφειλών, ώστε να διασφαλίζεται ταχεία, αποτελεσματική και διαφανής αντιμετώπιση για τα χρέη προς τον ιδιωτικό αλλά και το δημόσιο τομέα.
•Τροποποίηση της νομοθεσίας για ζητήματα που σχετίζονται με:
-τη φορολογική μεταχείριση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο και των διαγραφών δανείων,
-τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι των μη συνεργαζόμενων μετόχων, κατά την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων,
-τη νομική προστασία των στελεχών των τραπεζών και δημόσιων φορέων, κατά την αναδιάρθρωση δανείων και την εξυγίανση επιχειρήσεων,
-τη διαμόρφωση ασφαλούς και αποτελεσματικού πλαισίου αντιμετώπισης κοινών οφειλετών σε περισσότερες από μία τράπεζες, και
-τη διαμόρφωση ηλεκτρονικού συστήματος πλειστηριασμών.
Η διαφαινόμενη ήδη συνεργασία τραπεζών με διεθνή επενδυτικά σχήματα για πιο ενεργητική πολιτική διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, σε συνδυασμό με την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που έχουν νομοθετηθεί και την αντιμετώπιση των επιμέρους θεσμικών εμποδίων που έχουν εντοπιστεί, αναμένεται να βελτιώσουν την ποιότητα του ενεργητικού, την κερδοφορία και τη ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος. Στο ίδιο πλαίσιο και μέσω της ίδιας διαδικασίας, αναδιαρθρώνονται και πολλές βιώσιμες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα. Αυτό θα οδηγήσει στην ενίσχυση της χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας, συμβάλλοντας στην επιβίωση παλαιών επιχειρήσεων, που είναι μεν υγιείς αλλά αντιμετωπίζουν πρόβλημα ρευστότητας, στη δημιουργία νέων, στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, στην προσέλκυση επενδύσεων και, εν γένει, στην οικονομική ανάπτυξη. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι το νέο, εξωστρεφές αναπτυξιακό πρότυπο περνά μέσα από την επιτυχή αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
3ον Αντιμετώπιση του προβλήματος του υψηλού δημόσιου χρέους και ρεαλιστική αναπροσαρμογή των δημοσιονομικών στόχων. Η υλοποίηση των βραχυπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους στο πλαίσιο των αποφάσεων του Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου 2016 είναι ένα θετικό βήμα, καθώς τα μέτρα αυτά αναμένεται να μειώσουν το δημόσιο χρέος, έως το 2060 κατά 20 περίπου ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ καθώς και τις ετήσιες ακαθάριστες δανειακές ανάγκες του Ελληνικού Δημοσίου χρέος κατά 5 περίπου ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Ωστόσο, η διασφάλιση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους απαιτεί την ανάληψη πρόσθετων μεσο-μακροπρόθεσμων μέτρων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί, είναι συμβατή η βιωσιμότητα του χρέους με τη  μείωση του δημοσιονομικού στόχου μετά το 2020  σε πρωτογενές πλεόνασμα 2,0% του ΑΕΠ (από 3,5%), εάν συνδυαστεί με ήπια μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, όπως για παράδειγμα με επιμήκυνση της μέσης σταθμισμένης περιόδου αποπληρωμής των τόκων του EFSF κατά 8,5 χρόνια. Τα χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, σε συνδυασμό με την υλοποίηση των συμφωνηθεισών μεταρρυθμίσεων, τις ιδιωτικοποιήσεις και τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους θα συμβάλουν στην παγίωση της εμπιστοσύνης και στην ενίσχυση της οικονομικής ανάκαμψης και θα διευκολύνουν τη διατηρήσιμη επιστροφή στις χρηματοπιστωτικές αγορές μετά τη λήξη του προγράμματος.
4ον Αλλαγή στο μίγμα της δημοσιονομικής προσαρμογής, ώστε να καταστεί πιο φιλικό προς την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη. Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί με: (α) επανεξέταση όλων των δημοσίων δαπανών με σκοπό την επαναστόχευσή τους, την ενίσχυση των ποικίλων μηχανισμών κινήτρων που εμπεριέχονται σε αυτές και τελικά τη μείωσή τους, (β) την αξιολόγηση των δομών του Δημοσίου και των δημόσιων οργανισμών, (γ) την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και (δ) τη μείωση των φορολογικών συντελεστών και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.
5ον Αντιμετώπιση του προβλήματος της μακροχρόνιας ανεργίας. Οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης και τα προγράμματα κατάρτισης καθώς και η αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας θα συμβάλουν στη μείωση της ανεργίας, επενεργώντας θετικά και στα έσοδα από ασφαλιστικές εισφορές.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: