• 9 Δεκεμβρίου 1943 - Οι Γερμανοί στα Καλάβρυτα

    Reporter: ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ NEWS
    Published: Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016
    A- A+
    Η χρονολογική σειρά των γεγονότων πριν και μετά το Καλαβρυτινό Ολοκαυτωμα από τα Ντοκουμέντα του Ιστορικού Αρχείου Κανελλόπουλου (Ι.Α.Κ.).
    ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκεύαση απόδοσης του περιεχομένου της ιστορικής έρευνας με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογραφίσεως ή άλλο, χωρίς γραπτή άδεια του Ι.Α.Κ. (Ν 2121/1993)

    Πέμπτη 9η Δεκεμβρίου 1943
    Οι Γερμανοί στα Καλάβρυτα
    ➤Ημέρα Πέμπτη και ώρα 9 π.μ. Οι ορδές των Ναζί του Χίτλερ εισβάλουν στα ένδοξα και ηρωϊκά Καλάβρυτα, τα μηχανοκίνητα μουγκρίζουν σαν να προαναγγέλουν τον όλεθρο και τη συμφορά που θα σκορπίσουν σε λίγο οι Ούννοι του Βορρά. Με μίσος πατούν την ένδοξη γη των προγόνων μας με τις βρώμικες μπότες τους. Γνώριζαν καλά οι εγκληματίες την ιστορία των Καλαβρύτων. Επειδή όμως ένοιωθαν ότι είχε θιγεί ο εγωϊσμός τους και το αήττητο εγώ τους, ήλθαν για να εφαρμόσουν την αμετάκλητη διαταγή του στυγνού εγκληματία Λε Σουίρ: «Σβήστε τα Καλάβρυτα από το χάρτη, ώστε να μην σηκώνουν κεφάλι οι Καλαβρυτινοί και ζητούν ελευθερία και πρωτοπορία». Χιλιάδες Γερμανοί περικυκλώνουν την άμοιρη πόλη μας και στη συνέχεια εγκαθίστανται στα σπίτια μας σαν να είναι αυτοί οι νοικοκυραίοι. Με το πάτημά τους οι Ούννοι στα Καλάβρυτα, καλούν όλους τους άνδρες να συγκεντρωθούν στην πλατεία και από το μπαλκόνι του σπιτιού του Αντωνόπουλου, ο Γερμανός Διοικητής τους απευθύνει ένα σύντομο λόγο, τον οποίο μεταφράζει ο γερμανομαθής Θεόδωρος Παπαβασιλείου. Εξηγεί ότι τα αισθήματα και οι διαθέσεις των Γερμανών είναι φιλικές, ζητούν τη βοήθειά τους ώστε να διώξουν μακρυά τους αντάρτες από την επαρχία Καλαβρύτων και να βρούνε τους αιχμαλώτους από τη μάχη της Κερπινής. Οι άνδρες ησύχασαν και γύρισαν πιο ήρεμοι στα σπίτια τους. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, λεηλατούν και καίνε το ξενοδοχείο «Χελμός», με τη δικαιολογία ότι βρήκαν μια χειροβομβίδα. Στη συνέχεια ζητούν από τον Πρόεδρο της Κοινότητας Χρήστο Παπανδρέου τον κατάλογο με τα ονόματα των Καλαβρυτινών ανταρτών. Ο Πρόεδρος δίνει τον κατάλογο με τα 33 ονόματα και στην αρχή αναφέρει τα δύο παιδιά του που ήταν αντάρτες.
    Επιτροπή Καλαβρυτινών αποτελούμενη από Χρήστο Παπανδρέου (πρόεδρος κοινότητας), Αντώνιο Οικονόμου (Γυμνασιάρχη), Αντώνη Δημόπουλο, καθηγητή, Δωρόθεο Παπαδημητρίου, Αρχιμανδρίτη, Θεόδωρο Παπαβασιλείου, εκπαιδευτικό και Δημήτριο Σαμψαρέλο, Διευθυντή της Εμπορικής Τράπεζας Καλαβρύτων, υποδέχονται την μονάδα ΙΙ/749 Jager Regiment κατά την εισβολή τους στα Καλάβρυτα με την προσφώνηση:
    «Αξιότιμε κ. Διοικητά, οι κάτοικοι της πόλεως των Καλαβρύτων μετά των περιχώρων και του κλήρου, υποδέονται Υμάς μετά χαράς ευχόμενοι το καλώς ήλθατε. Πιστεύσατέ μας ότι όντως αισθανόμεθα εξαιρετικήν χαράν επί τη επανόδω του γερμανικού στρατού κατοχής, διότι είμεθα βέβαιοι ότι Σεις, όστις αυτήν την στιγμή αντιπροσωπεύετε μίαν χώραν την οποίαν εξαιρετικώς οι διανοούμενοι της ημετέρας χώρας εκτιμούν, Σεις, λέγω, θα κατανοήσετε τας σημαρινάς συνθήκας υφ’ ας διατελεί η περιφέρειά μας και μετά συμπαθείας θα προσβλέψητε προς τον αναξιοπαθούντα πληθυσμόν της επαρχίας των Καλαβρύτων. Η χαρά μας καθίσταται έτι μεγαλυτέρα, διότι αναλογιζόμεθα την αρίστην συμπεριφοράν του ακουσίως προ τριμήνου εγκαταλείψαντος την πόλιν μας Γερμανικού Στρατού Κατοχής. Να είσθε απολύτως βέβαιος, κ. Διοικητά, ότι ο φιλόνομος και φιλήσυχος λαός των Καλαβρύτων, εναντίον του οποίου ουδέν παράπονον πιστεύομεν ότι είχον και οι προ υμών διαμείναντες ενταύθα, θα δείξει την πλέον άψογον στάσιν και συμπεριφοράν έναντι Υμών, πρόθυμος εν ταύτη να εξυπηρετήσει Υμάς εις ό,τι είναι δυνατόν. Επί πλέον διαβεβαιούμεν Υμάς ότι αισθανόμεθα βαθύτατην λύπην δια τα καθ’ Υμών εκ μέρους των ανταρτών λαμβάνοντα χώραν και μετ’ αποτροπιασμού αποδοκιμάζομεν ως απάδοντα εις την ηθικήν. Περαίνων επιτραπήσω μοι να αναφωνήσω: Ζήτω η μεγάλη Γερμανία, Ζήτω η μικρά Ελλάς, αίτινες χώραι, η μεν κατά τους αρχαίους η δε κατά τους νεωτέρους χρόνους συνετέλεσαν εις τον εκπολιτισμόν της ανθρωπότητος.
    Μετά τιμής
    Η Επιτροπή της πόλεως Καλαβρύτων
    Χρ. Παπανδρέου, Πρόεδρος Κοινότητος
    Αντ. Οικονόμου, Γυμνασιάρχης
    Α. Δημόπουλος, Καθηγητής
    Δωρόθεος Παπαδημητρίου, Αρχιμανδρίτης
    Θεοδ. Παπαβασιλείου, Πολ. Συνταξιούχος
    Δημ. Σαμψαρέλος, Δ/ντής Εμπ. τραπέζης»
    ➤Επιχείρηση «Καλάβρυτα». Άφιξη της μάχιμης ομάδας Wolfinger στις 9/12 με την Πεδινή Ομάδα στη Βυσωκά και στα Καλάβρυτα χωρίς να έλθει σε επαφή με το εχθρό. Η Ορεινή Ομάδα από Λαπαναγούς μέσω ΄Ανω Βλασίας προς Τριπόταμα. ΄Αφιξη της μάχιμης ομάδας Ebersberger στο Βραχνί και στο Σούβαρδο ανατολικά των Καλαβρύτων.
    ➤Ημέρα Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 1943 Σούβαρδο Καλαβρύτων: Η ομάδα του Ebersberger εκτελεί τους Δημήτριο Κατσικόπουλο, Κατστανιώτη, Παπαζαφειρόπουλο, Ροδόπουλο και Δημητρίου
    ομάδα Γερμανών στρατιωτών της Βέρμαχτ στα Καλάβρυτα, στο προαύλιο της οικίας Μακρή
    ➤Ο Διοικητής της 117 Jager Division υποστράτηγος Le Suire επισκέπτεται με το επιτελείο του στα Μαζέϊκα (σπίτι Μαρίας Αργυροπούλου) τον περιθάλπτοντα από την Μαρία Αργυροπούλου Γερμανό (Πολωνό) αιχμάλωτο και τους διασωθέντες από την εκτέλεση Ντονέρ και Βαλτέρ τους οποίους και ανακρίνει προσωπικά για το χρονικό της αιχμαλωσίας και της εκτέλεσης. Απαιτεί με την παρουσία του Ντονέρ και Βαλτέρ να κάνει αυτοψία από αέρος στον τόπο της εκτέλεσης των Γερμανών αιχμαλώτων, αλλά οι γιατροί της 116 μάχιμης μονάδας αναγνωρίσεως Gnass δεν εγκρίνουν την μετακίνηση των τραυματιών Ντονέρ και Βαλτέρ για σοβαρούς λόγους υγείας. 
    Ο Διοικητής της 117 Jager Division υποστράτηγος Le Suire επισκέπτεται με το επιτελείο του στα Μαζέϊκα (σπίτι Μαρίας Αργυροπούλου)
    ➤Σύσκεψη στο επιτελείο της Γερμανικής Στρατιωτικής Διοίκησης Ελλάδος υπό τον στρατιωτικό διοικητή Πτέραρχο Spaidel με συμμετοχή των επιτελείων των στρατιωτικών διοικήσεων και τμημάτων πληροφοριών Isla σχετικά με τα διαδραματιζόμενα γεγονότα στην περιοχή των Καλαβρύτων. Αποφασίζεται η εξόντωση των Καλαβρυτινών και η πυρπόληση των Καλαβρύτων και των παρακείμενων χωριών και οικισμών. 
    ➤Κατά τις πρωινές ώρες διεξήχθη έρευνα στο Σοπωτό. Οι οικίες στις οποίες βρέθηκαν πολεμοφόδια πυρπολήθηκαν. Μετά τη διερεύνηση της περιοχής, συνεχίσθηκε η προέλαση. Προσέγγιση των Τριποτάμων στις 09.40. Σύμφωνα με τις διαταγές αποκλείστηκε η γραμμή Τριποτάμων – Δίβρης προς Βορρά. Η διερεύνηση των περιοχών απέβη άκαρπη. Στις 15.30 το Απόσπασμα Wolfinger με Ουλαμό Ανιχνευτών Αρμάτων, Διμοιρία Αντιαρματικών και δύο διμοιρίες Μηχανικού έλαβε επαφή με το Απόσπασμα. Τμήματα του Αποσπάσματος 

    ➤Wolfinger παρέμειναν επίσης στα Τριπόταμα. Η Ομάδα Προελάσεως Kockert διενήργησε αποκλεισμό του υψώματος του Καστελλίου ως την άφιξη της μηχανοκίνητης εμπροσθοφυλακής του Αποσπάσματος Wolfinger, και μετά τη λήψη επαφής επέστρεψε στα Μαζέϊκα. Κατά τα άλλα δεν υπήρξαν ιδιαίτερα συμβάντα. Η εκτέλεση της αποστολής αποκλεισμού της ορεινής διάβασης στη διασταύρωση των οδών 10 χλμ. βορειοδυτικά των Μαζέϊκων δεν είναι πλέον απαραίτητη, επειδή κατά τις 15.00 η επαφή με την εκ Καλαβρύτων ερχόμενη μάχιμη ομάδα είχε ήδη επιτευχθεί. Η μάχιμη ομάδα είχε ήδη αφιχθεί στην ορεινή διάβαση και μπόρεσε να επιστρέφει εκ νέου στα Μαζέϊκα. Ο εχθρός αποσύρθηκε από την περιοχή των Μαζέϊκων κατευθυνόμενος βορειοανατολικά. Αντ’ αυτού η Μάχιμη Ομάδα Glitz επιφορτίσθηκε με τον αποκλεισμό της κοιλάδας του Φενεού με κατεύθυνση προς τα δυτικά. Αντάρτες από την περιοχή των Καλαβρύτων αποσύρθηκαν προς νοτιοδυτικά. Για την παρεμπόδιση της κινήσεως αυτής μια μάχιμη ομάδα ξεκίνησε από την κατεύθυνση του Πύργου επί της οδού προς Καλάβρυτα, ενώ η Α.Α. 116 Μάχιμη Ομάδα Αναγνωρίσεως έπρεπε να πραγματοποιήσει αποκλεισμό προς Βορρά στην περιοχή των Τριποτάμων. 
    άντρες του Ανεξαρτήτου Τάγματος ΕΛΑΣ Καλαβρύτων

    ➤Μνήμες Τέτοκα Ιωάννη. 
    Στις 9 του Δεκέμβρη, κατά τις πρωινές ώρες, ήρθαν οι Γερμανοί στο χωριό. Τους υποδεχτήκαμε ‒με ευγένεια‒ εδώ πιο κάτω, παράπλευρα αππο μια λιμνούλα που την είχαμε, για να ποτίζουμε τα ζώα. Στην υποδοχή τους ήμουν παρών κι εγώ ‒ δέκα χρονών παιδάκι τότε. Θυμάμαι, βλέποντάς τους, δυσανασχέτησα κι έλεγα μέσα μου: «Γιατί τους καλωσορίζουμε τώρα αυτούς;». Αλλά τότε επικράτησε μια άποψη ότι εμείς δεν είχαμε να φοβηθούμε τίποτα. Ενδεχομένως, όπως κι έπραξαν, να έθιγαν αυτούς που είχαν κάποιο συγγενικό μέλος στο αντάρτικο. Στη συνέχεια είπαν στους συγκεντρωμένους να επιστρέψουν στα σπίτια τους. ΄Αλλοι γύρισαν άλλοι έφυγαν στα βουνά. Θυμάμαι ένα περιστατικό που αφορά τον πατέρα μου, τον Βασίλειο Τέτοκα. Εδώ στο σπίτι μας είχαμε μία χαμοκέλα γεμάτη χορτάρι. Ο πατέρας μου και οι δύο ακόμη συγχωριανοί, ο Γιάννης Τερζής και ο Ανδρέας Δημακόπουλος, εφοριακοί υπάλληλοι, αποφάσισαν να χωθούν μέσα στη χαμοκέλα, γιατί ήδη οι Γερμανοί είχαν αρχίσει να συγκεντρώνουν από το πάνω μέρος του χωριού τους άντρες, όσους ήταν πάνω από 15 χρονών, προς την Αγία ΄Αννα. ΄Εξω από τη χαμοκέλα και απέναντι βρισκόταν η γυναίκα του Τερζή και άρχισε να φωνάζει: «Βγείτε έξω, βγείτε έξω», κι έδειχνε στο σημείο εκείνο. Εγώ ήμουν μπροστά κι έλεγα να τη γραπώσω από τον λαιμό γα να σταματήσει, αλλά μ’ έβλεπαν οι Γερμανοί. Ε, λένε κι αυτοί κάτι γίνεται εκεί μέσα, κάτι συμβαίνει. Μπήκαν μέσα με παρατεταμένα τα όπλα και τους ξετρύπωσαν σαν τα ποντίκια. Τώρα, αν τους σκότωναν όλους εκεί κάτω στην Αγία ΄Αννα, η αιτία θα ήταν οι Γερμανοί, ενώ αυτούς θα τους σκότωνε η αφέλεια μιας γυναίκας! Στις 12 Δεκεμβρίου οι Γερμανοί επέστρεψαν στο χωριό κι έκαψαν τα σπίτια των ανταρτών. Οι κάτοικοι φάνηκε να εφησυχάζουν πιο πολύ. «Να», λέγανε, «τους αντάρτες κυνηγάνε, εμάς δεν μας πειράζουνε». Αντιθέτως ένας συγχωριανός μας, ο Παναγιώτης ο Κακογιάννης-Μενύχτας, γύρναγε και διέδιδε ότι οι Γερμανοί σκοτώνουν. «Φύγετε απ’ το χωριό. Σκότωσαν στην Κερπινή, στους Ρωγούς, στη Ζαχλωρού, στο Μ. Σπήλαιο, φώναζε». Κι αυτοί εδώ να ‘χουν πάθει μια τέτοια απραξία, που δεν άκουγαν ούτε πίστευαν, τίποτα. Και δεν έφυγε κανένας εκτός από κάποιους τσοπάνηδες. Τρομερά πράγματα.

    ➤Μνήμες Αθανασιάδη Σωκράτη.
    Η είσοδος των Γερμανών στα Καλάβρυτα έγινε με τεθωρακισμένα προερχόμενα από την Πάτρα τις πρωινές ώρες της 9.12.1943, ημέρα Πέμπτη. Μια επιτροπή Καλαβρυτινών με Επί κεφαλής τον Δήμαρχο Παπανδρέου και διερμηνέα τον γερμανομαθή Επιθεωρητή Δημοτικής Εκπαίδευσης Θεόδωρο Παπαβασιλείου, θέλησε να μιλήσει στον Γερμανό αξιωματικό για να τονίσει ότι ο λαός των Καλαβρύτων είναι φιλήσυχος και δεν είχε καμία ανάμειξη στα γεγονότα που είχαν προηγηθεί. Ο πατέρας μου, ο οποίος πρέπει να ήταν στην Επιτροπή, όταν γύρισε σπίτι είπε ότι τα πράγματα έδειχναν πολύ άσχημα, οι Γερμανοί ήταν αγριεμένοι, δεν θέλησαν να ακούσουν τίποτα και μάλιστα απώθησαν τον Παπαβασιλείου και τον Δήμαρχο. Οι Γερμανοί συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους στην κεντρική πλατεία όπου, ο Επί κεφαλής αξιωματικός είπε ότι ήλθαν για να καταδιώξουν τους αντάρτες και όσοι δεν έχουν σχέση με αυτούς δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα. Απαγόρευσαν την κυκλοφορία πολιτών στους δρόμους και απείλησαν ότι θα πυροβολούν όποιον κυκλοφορεί και άρχισαν να πυρπολούν τα σπίτια όσων είχαν αντάρτες ή όσων απουσίαζαν. ΄Εκαψαν την Πέμπτη το μεσημέρι το ξενοδοχείο «Χελμός» και την παρακείμενη οικία του Γεωργακόπουλου. Θυμάμαι τις τεράστιες φλόγες και την υψηλή θερμοκρασία που νιώθαμε αγγίζοντας τα τζάμια του σπιτιού μας, που βρίσκεται στην απέναντι από το «Χελμό» πλευρά της πλατείας. Αργότερα, το απόγευμα μερικοί άρχισαν να κυκλοφορούν στον δρόμο, παρά την απαγόρευση της κυκλοφορίας και εγώ έφθασα μέχρι την Αγία Αικατερίνη, όπου είχαν βάλει φωτιά και καιγόταν το σπίτι του Κώστα Γκίκα που ήταν αντάρτης, πρώην αξιωματικός του ελληνικού στρατού. Το πρωί της Παρασκευής επικρατούσε ησυχία, ενώ τα τεθωρακισμένα οχήματα είχαν φύγει, κάτι που μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. ΄Ομως την Παρασκευή το μεσημέρι έφθασαν πεζοπόρα τμήματα που γέμισαν τους δρόμους προερχόμενα από το Αίγιο. Κατέλαβαν σπίτια όπως το δικό μας και το συνεχόμενο του Γιώργου του Γεωργαντά και μας περιόρισαν σ’ ένα μικρό δωμάτιο. Μεταξύ των Γερμανών στρατιωτών που έμεναν στο σπίτι μας ήταν κι ένας Αλσατός κι ένας Αυστριακός που συνεννοούνταν με τον πατέρα μου στα γαλλικά. ΄Ενας εξ αυτών είχε πάρει από τη βιβλιοθήκη το μεγάλο Larousse και το ξεφύλλιζε για πολλές ώρες, κάτι που έδειχνε ότι είχε κάποια σχέση με τα βιβλία ίσως και κάποια καλλιέργεια. Πάντως απέφευγαν τις πολλές επαφές και συνομιλίες, παρά το ότι ο πατέρας μου εύρισκε αφορμές να ανοίγει συζήτηση μαζί τους, σε μια προσπάθεια να εκμαιεύσει κάποιες πληροφορίες σχετικά με τις προθέσεις τους και τα σχέδιά τους. Το Σάββατο ήταν μία σχετικά ήσυχη μέρα με εξαίρεση την εκταφή, νεκροψία και επανενταφιασμό των τριών Γερμανών τραυματιών της μάχης της Κερπινής που τους είχαν εκτελέσει οι αντάρτες και τους είχαν ρίξει σε πηγάδι κοντά στο μεταλλείο Παπανδρέου, παρά την προσφορά των Καλαβρυτινών γιατρών να συνεχίσουν να τους φροντίζουν και να τους παραδώσουν στους Γερμανούς, όταν θα έφθαναν στα Καλάβρυτα. Μια πρόταση πολιτισμένη, με ανθρωπιστική διάσταση, που απερρίφθη, για να υπερισχύσει και να υιοθετηθεί ο παραλογισμός των τοπικών αρχηγών των ανταρτών, οι οποίοι δεν είχαν προφανώς μάθει ή έστω ακούσει ποτέ κάτι σχετικά με τη μεγαλοψυχία που πρέπει να δείχνει ο νικητής στην αντιμετώπιση τραυματιών και αιχμαλώτων πολέμου, συμπεριφορά που τον εξυψώνει ενώπιον όλων ακόμη και στα μάτια των αντιπάλων και των εχθρών του. Τη διαδικασία εκταφής και επανενταφιασμού με απόδοση τιμών από στρατιωτικό άγημα υποχρεώθηκε να παρακολουθήσει στο νεκροταφείο Καλαβρύτων ο πατέρας μου, μαζί με τον Δήμαρχο και μερικούς άλλους Καλαβρυτινούς, με τον φόβο ότι μπορούσε και να τους εκτελέσουν εκεί στο νεκροταφείο, κάτι που πίστεψαν προς στιγμή ότι έκαναν οι Γερμανοί, όταν έριξαν τιμητικές βολές με πολυβόλα που είχαν ακριβώς πίσω τους.
    Από αριστερά: Δ. Παπανδρέου, Δήμου, Ι. Κατσικόπουλος

    ➤Μνήμες Θανόπουλου Σωτηρίου
    Την Πέμπτη 9/12/1943 ήρθαν οι Γερμανοί στα Καλάβρυτα.
    Αμέσως κάλεσαν τους προεστούς στην πλατεία, στο καφενείο «Πανελλήνιον». Τους ζήτησαν επιτακτικά έναν κατάλογο με τα ονόματα των Καλαβρυτινών ανταρτών. ΄Οπως μας διηγήθηκε ο πατέρας μου, ο Πρόεδρος της Κοινότητας, ο συγχωρεμένος ο Χρήστος ο Παπανδρέου, συνέταξε τον κατάλογο και τους τον παρέδωσε. Επί κεφαλής έβαλε το ένα από τα δυο του παιδιά, που ήταν αντάρτες. «΄Εχεις αφήσει κι ένα όνομα..., λείπει ένας από την κατάσταση αυτή!», αντέδρασε ο Γερμανός διοικητής. Τόσο καλά πληροφορημένοι ήταν οι Γερμανοί. Στη συνέχεια, διέταξαν τους προεστούς να συγκεντρώσουν τον πληθυσμό της πόλης στον χώρο της πλατείας, μπροστά από τα δύο καφενεία. Πήγαμε κι εμείς. Ο πατέρας μου, ο αδελφός μου ο Μίμης κι εγώ. ΄Ενας Γερμανός αξιωματικός ανέβηκε στο σπίτι ιδιοκτησίας του Ανδρέα του Αντωνόπουλου ‒το οποίο χρησιμοποιήθηκε από τον ιταλικό στρατό ως τοπικό Φρουραρχείο‒ βγήκε στο μπαλκόνι ‒που «έβλεπε» προς την πλευρά της εκκλησίας‒ κι έχοντας δίπλα του ως διερμηνέα τον Επιθεωρητή της Δημοτικής Εκπαίδευσης, Θεόδωρο Παπαβασιλείου, που ήξερε απταίστως τη γερμανική, άρχισε να μας μιλάει. «Εμείς ήρθαμε», είπε, «να διώξουμε, να κυνηγήσουμε τους αντάρτες, εσάς δεν θα σας πειράξουμε καθόλου. Θα πάτε μέσα στα σπίτια σας μέχρι νεοτέρας». Θυμάμαι, γιατί μου ‘κανε τρομερή εντύπωση, με τι μένος κάτι Γερμανοί στρατιώτες, μετά το τέλος της ομιλίας, κλοτσούσανε τα ρολά του καταστήματος του Τζούδα. Εκ των υστέρων, ωστόσο, έδωσα την εξήγηση. Πριν το μεσημέρι οι Γερμανοί άρχισαν την πυρπόληση των σπιτιών των ανταρτών. Ο πατέρας μου, πεπεισμένος ότι θα κάψουν και το δικό μας σπίτι, γιατί ο αδελφός μου ο Γιώργης ήταν αντάρτης, μ’ έστειλε στον θείο μου, τον Τάσο τον Κατσίνη, γιατί είχε κι αυτός το παιδί του αντάρτη, τον Μίμη, για να τον ρωτήσω μήπως γνώριζε κάτι. «Πες στον πατέρα σου να μην ανησυχεί, δεν κινδυνεύει το δικό σας το σπίτι, γιατί είναι συνεχόμενο με τ’ άλλα. Τα μεμονωμένα κινδυνεύουν», απάντησε ο θείος μου. Αυτή ήταν η γνώμη του. Εμείς αρχίσαμε τότε να βγάζουμε τα πράγματα από το σπίτι μας και να τα κουβαλάμε στα γειτονικά σπίτια. Για τα εμπορεύματα του μαγαζιού, αδιαφορήσαμε. Το πρώτο κτήριο που κάηκε στα Καλάβρυτα ήταν το ξενοδοχείο «Χελμός», γιατί, όπως είπαν, βρήκαν εκεί ένα στρατιωτικό σακίδιο που ανήκε σε κάποιον αντάρτη. Εμείς κοιτάζαμε τους καπνούς από το πίσω μέρος του σπιτιού μας που «έβλεπε» προς το Λαγκάδι (σ.σ. πρόκειται για τον ξεροπόταμο «Βελιάς») και φωνάζαμε: «Καίνε τον Χελμό, καίνε τον Χελμό». Θυμάμαι πόσο γρήγορα διαδόθηκε το νέο από στόμα σε στόμα, από μπαλκόνι σε μπαλκόνι, γιατί απαγορευόταν να βγούμε έξω∙ οι Γερμανοί είχαν επιβάλει την πρώτη μέρα απαγόρευση της κυκλοφορίας. Η είδηση ότι οι Γερμανοί καίνε τα σπίτια των ανταρτών μεταδόθηκε ταχύτατα. Τα σπίτια του Αθανάσιου Ροδόπουλου, των αδελφών Γλαράκη, του Ανδρέα Τσαβαλά, του Κωστάκη του Γκίκα και άλλων καίγονταν. Εγώ από περιέργεια πήγα την άλλη μέρα να δω το σπίτι του Γκίκα∙ τι να δω; Στάχτη και αποκαΐδια... Ακόμη, θυμάμαι ότι την ίδια μέρα ο πατέρας μας, πριν τον συλλάβουν οι Γερμανοί, το μεσημέρι στο τραπέζι, μας μετέφερε ένα φοβερό νέο: ένας πελάτης μας από το Βραχνί του είπε ότι οι Γερμανοί σκότωσαν στο Σούβαρδο τους Καλαβρυτινούς Δημήτριο Κατσικόπουλο, τον γαμπρό του ΄Αγγελου Δημητρίου, φαρμακοποιό, τον Γιάννη Ροδόπουλο και τον Γεώργιο Κακλαμάνο. Και συμπλήρωσε ο πατέρας μου απευθυνόμενος στη μητέρα μου: «Ειρήνη, ξέρεις, αυτοί ήταν της Οργανώσεως». Την Παρασκευή, 10.12.43, οι Γερμανοί ήρθαν και στο δικό μας σπίτι, για να μας κάνουν έρευνα, επειδή ο αδελφός μου ο Γιώργος ήταν αντάρτης. Ο αδελφός μου είχε συμμετάσχει στη Μάχη της Κερπινής κι είχε φέρει δυο λάφυρα (!), ένα γερμανικό σακίδιο κι ένα πακέτο επίδεσμο. Το σακίδιο δεν ξέρω που το είχαμε κρύψει, μάλλον σε κάποια άλλη αποθήκη. Τον επίδεσμο τον είχαμε βάλει σ’ ένα ντουλάπι. Και λέει ο Γερμανός: «Τι είναι αυτό;» «Επίδεσμος», λέει ο πατέρας μου. «Ποιος τον έφερε;». Τι να τους πεις; «Το παιδί μου, που είναι αντάρτης», απαντάει ο πατέρας μου. Με το αιτιολογικό αυτό, λοιπόν, συνέλαβαν τον πατέρα μου και τον αδερφό μου, τον Μίμη, και τους οδήγησαν στο ξενοδοχείο του Δαλιάνη. Το Σάββατο, το πρωί, 11.12.43, χτύπησε η καμπάνα της εκκλησίας πένθιμα. Εγώ με μια παρέα φίλων μου έτυχε να βρισκόμαστε εκείνη την ώρα στην πλατεία. Βγαίνει από την εκκλησία ο παπα-Παναγιώτης (ο καλούμενος και παπα-Καλός), μας φωνάζει και μας λέει: «Παιδιά, ελάτε να πάρετε τα εξαπτέρυγα να πάμε στο νεκροταφείο για τη νεκρώσιμη ακολουθία των τριών Γερμανών μήπως μπορέσουμε και καλοπιάσουμε τους Γερμανούς και φύγουν τα “σκυλιά” χωρίς να μας πειράξουν». Θυμάμαι τη λέξη «σκυλιά», που είπε ο παπα-Παναγιώτης. Πήραμε τα εξαπτέρυγα και πήγαμε στο νεκροταφείο, όπου μέσα σε μια βαριά ατμόσφαιρα τελέστηκε η νεκρώσιμη ακολουθία. Οι Γερμανοί είχαν ξεθάψει τους τρεις Γερμανούς αιχμαλώτους που είχαν σκοτώσει οι αντάρτες σ’ ένα πηγάδι στου «Ξυδιά» και τους είχαν ενταφιάσει οι Καλαβρυτινοί στο νεκροταφείο, φοβούμενοι την αντίδραση των Γερμανών. Θυμάμαι ότι εκείνη η ημέρα ήταν βροχερή και ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί κρατούσε ομπρέλες. Θυμάμαι, ακόμη, τα τρία φέρετρα, τρία καινούργια φέρετρα από σανίδα φτιαγμένα, τοποθετημένα πίσω από το Ιερό της εκκλησίας των Αγίων Πάντων. Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο πατήρ Δωρόθεος, καθηγητής Θεολογίας, ο οποίος, για να εξευμενίσει τους Γερμανούς, καυτηρίασε την πράξη και αναφέρθηκε στα δικαιώματα των αιχμαλώτων: στην ανθρώπινη μεταχείρισή τους και στον σεβασμό της προσωπικότητάς τους. Ακολούθως, μια διμοιρία Γερμανών στρατιωτών απέδωσε τιμές δια πυροβολισμών. Φύγαμε από εκεί με την ανησυχία και την αβεβαιότητα της επόμενης μέρας ζωγραφισμένη στα πρόσωπά μας. ΄Ενας θεός ξέρει τι θα μας ξημέρωνε...
    ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΚΑΛΑΒΡΥΤΙΝΟΥ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ

  • No Comment to " 9 Δεκεμβρίου 1943 - Οι Γερμανοί στα Καλάβρυτα "