Navigation

14 Δεκεμβρίου 1943 - Η Πυρπόληση Μαζεΐκων και Αγίας Λαύρας

14 Δεκεμβρίου 1943 - Η Πυρπόληση Μαζεΐκων και Αγίας Λαύρας

Η χρονολογική σειρά των γεγονότων πριν και μετά το Καλαβρυτινό Ολοκαυτωμα από τα Ντοκουμέντα του Ιστορικού Αρχείου Κανελλόπουλου (Ι.Α.Κ.).
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκεύαση απόδοσης του περιεχομένου της ιστορικής έρευνας με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογραφίσεως ή άλλο, χωρίς γραπτή άδεια του Ι.Α.Κ. (Ν 2121/1993)

Τρίτη 14η Δεκεμβρίου 1943 
Πυρπόληση Μαζεΐκων-Αγίας Λαύρας 
1) Επιχείρηση «Καλάβρυτα» 
Η Μηχανοκίνητη Ομάδα (ενισχυμένο ΙΙ/749 Τάγμα Κυνηγών) επέστρεψε στο στρατόπεδο με όλα τα τμήματα. Η Πεδινή Ομάδα με αντικειμενικό σκοπό την Κλαπατσούνα (9 χλμ. ΒΔ των Καλαβρύτων). Ως αντίποινα καταστράφηκαν η Βυσωκά, η Μονή (Μεγάλου) Σπηλαίου (8 χλμ. ΒΑ των Καλαβρύτων) και η Μονή (Αγίας) Λαύρας (4 χλμ. ΔΝΔ των Καλαβρύτων). Η Α.Α. 116 Μάχιμη Μονάδα Αναγνωρίσεως του Gnass επέστρεψε στις βάσεις χωρίς τα τμήματα ποδηλατιστών. Ο ενισχυμένος Λόχος του 965 Τάγματος Πεζικού Φρουράς επέστρεψε από την επιχείρηση στον Πύργο. Ουδεμία επαφή με τον εχθρό. 

2) Επιχείρηση «Striglitz» 
Τα αποσπάσματα του ΙΙΙ/22 Τάγματος Αεροπορικών Καταδρομών επέστρεψαν στην Καστανιά χωρίς να διαπιστώσουν παρουσία εχθρού. Η Ομάδα Kockert προωθήθηκε ως τον Φενεό (14 χλμ. ΒΑ των Μαζέϊκων). Η Επιχείρηση ολοκληρώθηκε. 
Πρόθεση για τις 15.11.43 
Επιστροφή των στρατευμάτων από τις επιχειρήσεις «Καλάβρυτα» και «Striglitz» με παράλληλη συνέχιση των αντιποίνων. 
Πυρπολούνται τα Μαζέϊκα με την αιτιολογία ότι οι κάτοικοι αν και γνώριζαν την αιχμαλωσία των Γερμανών δεν ειδοποίησαν προς τούτο τις Γερμανικές αρχές. Της πυρπόλησης εξαιρείται ο οικισμός «Βέργα» όπου βρισκόταν το σπίτι της Μαρίας Αργυροπούλου, η οποία περιέθαλψε άρρωστο Γερμανό αιχμάλωτο

Αγία Λαύρα. Πυρπολείται η ιστορική μονή της Αγίας Λαύρας και εκτελούνται 9 μοναχοί. Τα μηχανοκίνητα τμήματα της μονάδας Wolfinger (ενισχυμένο 11/749 Jager Regiment) επέστρεψαν στις βάσεις πλήρη. Η Πεδινή Ομάδα στην περιοχή Πυργακίου-Φτέρης-Βάλτσας. Ως αντίποινα καταστράφηκαν η Κλαπατσούνα, η Βυσωκά, η Μονή Μεγάλου Σπηλαίου και η Μονή Αγίας Λαύρας. Η 116 ομάδα Gnass επέστρεψε στην Τρίπολη. Τα Μαζέϊκα πυρπολήθηκαν. Ο ενισχυμένος Λόχος του 965 Συντάγματος Πεζικού Φρουράς έφθασε στον Πύργο. Η Μηχανοκίνητη Ομάδα (ενισχυμένο ΙΙ/749 Τάγμα Κυνηγών) επέστρεψε στο στρατόπεδο με όλα τα τμήματα. Η Πεδινή Ομάδα με αντικειμενικό σκοπό την Κλαπατσούνα (9 χλμ. ΒΔ των Καλαβρύτων). Ως αντίποινα καταστράφηκαν η Βυσωκά, η Μονή Μεγάλου Σπηλαίου (8 χλμ. ΒΑ των Καλαβρύτων) και η Μονή Αγίας Λαύρας (4 χλμ. ΔΝΔ των Καλαβρύτων). Η Α.Α. 116 Μάχιμη Μονάδα Αναγνωρίσεως του Gnass επέστρεψε στις βάσεις χωρίς τα τμήματα ποδηλατιστών. Ο ενισχυμένος Λόχος του 965 Τάγματος Πεζικού Φρουράς επέστρεψε από την επιχείρηση στον Πύργο. Ουδεμία επαφή με τον εχθρό. Επιχείρηση «Striglitz». Τα αποσπάσματα του ΙΙΙ/22 Τάγματος Αεροπορικών Καταδρομών επέστρεψαν στην Καστανιά χωρίς να διαπιστώσουν εχθρική παρουσία. 
H ΠΥΡΠΟΛΗΜΈΝΗ ΑΓΙΑ ΛΑΥΡΑ
ŸΣτις 04.30 η Διμοιρία Μηχανικού και τμήματα της 3ης ΄Ιλης μετακινήθηκαν για την επισκευή της οδού. 04.50 έναρξη της καταστροφής των Μαζέϊκων δια πυρπολήσεως. 08.30 μετακίνηση σύσσωμου του Τμήματος στις βάσεις μέσω Λεβιδίου. 1,5 χλμ. προ της εισόδου στην κύρια οδό Λεβιδίου-Βυτίνας ήλθε μία ομάδα πολιτών με δύο ιερείς από την Καμενίτσα, οι οποίοι ανέφεραν ότι τη νύκτα της 13 προς 14.12.43 η οδός Λεβιδίου-Βυτίνας αποκλείστηκε σε πολλά σημεία στην περιοχή 2 χλμ. νότια της Καμενίτσας, στις στροφές, από 150 συμμορίες που έφεραν μαζί και πολίτες. 15.15 άφιξη των μηχανοκίνητων τμημάτων στην Τρίπολη. Ο αρχηγός των συμμοριών που κατέστρεψαν την οδό είναι ο ΄Ελληνας Οικονομίδης στο Λεβίδι. 24 όμηροι μεταφέρθηκαν στις φυλακές της Τρίπολης. Η επιστροφή των τμημάτων ποδηλατιστών πραγματοποιήθηκε στις 19.45. 

 Αποκλεισμός της ορεινής διάβασης στη Ντουρντουβάνα. Πρώτη αναφορά του Glitz στις 14.00: Ο εχθρός αποσύρθηκε προς άγνωστη κατεύθυνση, η κοιλάδα του Φενεού είναι ελεύθερη από τον εχθρό. Ο Glitz αποχωρεί μέσω Καστανιάς. Η Μάχιμη Ομάδα Kockert εξασφαλίζει επιτόπιο κατάλυμα στα Καλύβια. Τηλεγραφικό μήνυμα της Μεραρχίας: «Επιχείρηση ολοκληρώθηκε, τα στρατεύματα να οδηγηθούν πίσω στις βάσεις τους από τη συντομότερη οδό». Τα Μαζέϊκα πυρπολήθηκαν από την Α.Α. 116 Μάχιμη Ομάδα Αναγνωρίσεως, η αποσκευή μεταφέρθηκε υπό φρούρηση στη Βλαχέρνα. 

Το πρωί της 14ης Δεκεμβρίου, όταν είδα ότι καιγόταν η Βυσωκά, σκέφθηκα ότι θα έχουμε την ίδια τύχη κι εμείς εδώ στο μοναστήρι, στην Αγία Λαύρα. ΄Ετρεξα στο κελί μου κι άρχιζα να βγάζω έξω μερικά πράγματα. Καθώς μετέφερα τη μηχανή του ραψίματος της μακαρίτισσας της Ευτυχίας, συνάντησα κάτω στην καγκελόπορτα τον ηγούμενο (π. Πάικο). Μου είπε: «Τέτοια πράγματα κάνεις;». Δεν του απάντησα.[1] Γύρισα πάλι πίσω. Πήρα το λίγο αλεύρι που είχα και το πήγαινα προς το δάσος. ΄Ηρθε ο μακαρίτης ο Βασίλειος, ο πνευματικός, και μου είπε: «΄Ελα, σε παρακαλώ, έλα κι εσύ». Ανέβηκα επάνω, στην αίθουσα των κειμηλίων. ΄Ηταν συγκεντρωμένοι εκεί καμιά 20σαριά καλόγεροι και κάποιοι δάσκαλοι ή καθηγητές. Πήρα τον λόγο εγώ, παρόλο που ήμουν ο μικρότερος κι έπρεπε να μιλήσω τελευταίος∙ ήμουν τότε τριάντα τριών ετών. «΄Αγιε Ηγούμενε, μου επιτρέπεις να πω τη γνώμη μου;». Μου έδωσε την άδεια και απευθυνόμενος προς τη σύναξη είπα: «Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να φύγουμε». «Δεν πρέπει να φύγουμε, γιατί πρέπει να υπερασπίσουμε τα άγιά μας. Ο ΄Αγιος Αλέξιος μας έχει εδώ τόσα χρόνια», απάντησε ο ηγούμενος σε αυστηρό ύφος. «Γέροντα, μήπως θα ρωτήσουν εμάς οι Γερμανοί για τον Χριστό, για να πάμε ως μάρτυρες;» ξαναείπα εγώ. «Σε διατάζω», μου απάντησε. Κατέβασα το κεφάλι κι έφυγα. Πήγα κατευθείαν σ’ ένα κελί. Μπήκα μέσα και κοίταξα προς τα κάτω, κατά τη Βυσωκά. Είδα τους Γερμανούς να ανεβαίνουν προς το μοναστήρι. ΄Εφυγα, λοιπόν, από κει κι έτρεξα πάλι στον Ηγούμενο και του είπα: «΄Αγιε Ηγούμενε, τα Καλάβρυτα κάηκαν, το διαπιστώσαμε. Οι Γερμανοί έφυγαν από τα Καλάβρυτα, πήγανε στη Βυσωκά, την έκαψαν κι έρχονται τώρα προς τα εδώ. Πού είναι οι άνθρωποι που κάηκαν και δεν έχουν ούτε ρούχο να φορέσουν, ούτε φαΐ να φάνε, ούτε τίποτα; Πώς δεν ήρθαν εδώ να κοιμηθούν; Πού είναι αυτοί οι άνθρωποι; Αυτό δεν σε βάζει σε έννοια, γέροντα;». Μου φάνηκε σαν να τον συγκλόνισαν τα λόγια μου. Ωστόσο, δεν μίλησε. ΄Εφυγα και γύρισα στο κελί μου. Είχα πάρει την απόφασή μου: Θα ‘φευγα στο δάσος. Ζαλώθηκα ένα μεγάλο μπαούλο, που ‘χα και ‘βαζα την πατάτα, για να το πάω στο δάσος και να βάλω τις κότες μέσα. Βγαίνοντας στον διάδρομο κοίταξα από το παράθυρο. Είδα να έρχονται οι Γερμανοί∙ ήταν στα κυπαρίσσια. Πετάχτηκα έξω κι άρχισα να φωνάζω: «΄Ερχονται οι Γερμανοί, φύγετε, φύγετε! ΄Αγιε Ηγούμενε, τι κάνεις; Θα πάρεις τον κόσμο στον λαιμό σου;». Κι έφυγαν όλοι. ΄Ετσι τουλάχιστον νόμιζα τότε. Γύρισα πίσω και πήρα λίγο ψωμί, ένα πανωφόρι κι ένα κιάλι στα χέρια μου. Ενώ εγώ έβγαινα έξω για να πάω κατά το ηρώο, οι Γερμανοί ήταν στον ιστορικό ναό. Τόσο κοντά. Από εκεί, λοιπόν, πήγα πάνω στο βουνό – μία ώρα μακριά απ’ το μοναστήρι. Εκεί συνάντησα τον ηγούμενο, που είχε διαφύγει από έναν άλλο δρόμο. Οι υπόλοιποι μοναχοί είχαν κάνει προς την Κρανιά. Κάποια στιγμή κοίταξα κι είδα, όπως φύσαγε ο αέρας, τις φλόγες να ξεπετάγονται τέσσερα μέτρα από το μοναστήρι και είπα: «Καίγεται η Αγία Λαύρα, ΄Αγιε Ηγούμενε!». Τα ιερά κειμήλια, ωστόσο, τα σώσαμε. Τα πιο πολλά ‒τα ιστορικά και θρησκευτικά‒ τα ‘χαμε βάλει μέσα σε μια κρύπτη ενός θόλου, που επικοινωνούσε από πάνω μ’ ένα κελί. Βούτηξα τ’ αντερί μου μέσα στο νερό, το φόρεσα και πήδηξα από το κελί κάτω στην κρύπτη. Σήκωσα τις αμπάρες από την πόρτα και μπήκαν οι μοναχοί και τα πήρανε. ΄Ετσι τα σώσαμε. Την εκκλησία δεν την έκαψαν. Είχαμε αφήσει μερικά ‒για παραπλάνηση‒ μήπως μας ζητήσουν τον λόγο για το που είναι τα κειμήλια... 
ΤΑ ΠΥΡΠΟΛΗΜΕΝΑ ΜΑΖΕΪΚΑ
Αφού έκαψαν τα Καλάβρυτα στις 13 Δεκεμβρίου οι Γερμανοί, κατευθύνθηκαν προς τα Μαζέϊκα. Το πρωί, ξημερώνοντας (προς τις 14 Δεκεμβρίου), έκαψαν και τα Μαζέϊκα. Ο διοικητής του Τάγματος δεν ήθελε να κάψει το χωριό. Οι αιχμάλωτοι τον είχαν ενημερώσει ότι το χωριό ‒γεγονός αναμφισβήτητο‒ τους είχε φιλοξενήσει, τους είχε περιποιηθεί. Δεν είχαν λόγους οι αιχμάλωτοι να πουν ότι τους κακομεταχειριστήκαμε. Γι’ αυτό δεν ήθελε την καταστροφή του. Επέμενε, ωστόσο, ο στρατηγός Λε Σουίρ από τη Βυτίνα, με τον οποίον μιλούσε για αρκετή ώρα μέσω ασυρμάτου, που ήταν εγκατεστημένος στο σπίτι του Ευσταθίου.[2] Τελικά του είπε ο στρατηγός: «Μείνε και θα έρθω ο ίδιος». Μπήκε σε ένα τεθωρακισμένο, τανκς, τη νύχτα (αυτά μου τα διηγήθηκε ο Πρόεδρος, ο γιατρός Καρκούλιας) και ήρθε στα Μαζέϊκα. ΄Εκαναν μια βόλτα στο κέντρο του χωριού και έδωσε την εντολή: «Κάψτε το κέντρο κι αφήστε 150 σπίτια πάνω στη Ράχη». Γι’ αυτό και σώθηκαν αυτά τα σπίτια. Στη συνέχεια είπαν στον Πρόεδρο: «Στις 2 η ώρα πήγαινε να χτυπήσεις την καμπάνα και φώναξε ότι από τις 2 και μετά θα βάλουμε φωτιά στο χωριό. Τα καίμε τα Μαζέϊκα. ΄Οποιος μπορεί, έχει το ελεύθερο να βγάλει έξω όσα πράγματα μπορεί». Βγήκε ο Πρόεδρος, χτύπησε την καμπάνα και φώναξε: «Πατριώτες, τα Μαζέϊκα θα τα κάψουν οι Γερμανοί. ΄Οσοι μπορείτε, βγάλτε τα πράγματα έξω». Πήγαν στου μπαρμπα-Γιάννη του Σταθόπουλου το σπίτι. ΄Ηταν το πρώτο σπίτι, όπως ερχόμαστε από τον τωρινό συνοικισμό, εκεί που είναι η Εστία. Από εκεί έριξαν τη φωτοβολίδα, η οποία έπεσε πίσω από την καινούργια εκκλησία. Πίσω από εκεί έγινε η έναρξη της πυρκαγιάς. ΄Αρχισαν πλέον οι Γερμανοί να ραντίζουν τα σπίτι με μια ειδική σκόνη. Η πρώτη φωτιά, βέβαια, μπήκε στου Σταθόπουλου το σπίτι, ράντισαν το τραπέζι, τους τοίχους, χαιρέτησαν «Χάι Χίτλερ!», μία πιστολιά κι άρχισε η φωτιά. Υπήρχαν κι άλλα συνεργεία που έβαζαν φωτιά. Στο κέντρο έβαλαν και σκοπό, ο οποίος, αφού βεβαιωνόταν ότι ήταν πλέον αδύνατον να σβήσει η φωτιά στο σπίτι, αποχωρούσε και πήγαινε στο άλλο κ.ο.κ. Βέβαια, όλα είναι αδύνατο να τα περιγράψω. ΄Ηταν μία κόλαση. Η φωτιά ήταν τρομαχτική. Γίνονταν πολλές εκρήξεις, η φωτιά είχε πολλή βοή, γυναίκες φώναζαν, παιδιά έκλαιγαν, γάτες έσκουζαν, σκυλιά ούρλιαζαν... ήταν μία πραγματική κόλαση. Εκρήξεις από τα γεμάτα κρασί βαγένια, που είχαν όλα τα σπίτια. ΄Ηταν τραγωδία. Γκρεμίζονταν τα χαλάσματα κάτω.... ΄Οταν φώτισε, οι Γερμανοί αποχώρησαν. ΄Οταν έφτασαν, όμως, στη στροφή, έξω από το χωριό, στον δρόμο που οδηγεί για Τρίπολη, για κάποιο λόγο γύρισαν πίσω. ΄Αλλαξαν γνώμη κι έκαψαν 32 σπίτια ακόμα στο ύψωμα, στη Ράχη. Κάποιοι είπαν ότι οι Γερμανοί είδαν με τα κιάλια έναν άντρα, τον Χρήστο Κατσαρδή, που ‘χε ανέβει στη σκεπή του σπιτιού του, να προσπαθεί μ’ ένα τσεκούρι να την αποκόψει απ’ τη σκεπή του γειτονικού σπιτιού που ανήκε στον Μήτσο Καρκούλια και καιγόταν. ΄Αλλοι είπαν ότι ο Γερμανός στρατηγός θεώρησε λίγα τα σπίτια που είχαν καεί και γι’ αυτό ξαναγύρισαν να αποτελειώσουν το έργο τους. 
Ομάδα Γεμανών Πυρπολητών
Στις 14 Δεκέμβρη, το χάραμα, ακούμε απ’ έξω Γερμανούς. Είχανε ξανάρθει στο Μέγα Σπήλαιο. Τότε τα χρειαστήκαμε. Αλλά αυτοί δεν είχαν σκοπό να μας σκοτώσουν. Εκείνη η γυναίκα του Μηλιώκα, η Πατρούλα, έσκουζε για τη ραπτομηχανή της. Την είχε μεταφέρει από το κελί στα «αχούρια» και ήθελε να τη βγάλει έξω. Να προσθέσω ότι την προηγούμενη μέρα βλέπαμε τον καπνό απ’ τα Καλάβρυτα, αλλά δεν ξέραμε τι γινόταν. Καθώς, επίσης, και το βράδυ της ίδιας μέρας ακούγονταν οχλαγωγία κάτω στις γραμμές του τρένου από τα βελάσματα των γιδοπροβάτων που ‘χαν μαζέψει από τις στάνες οι Γερμανοί ‒όπως μάθαμε αργότερα‒ και τα κατέβαζαν στο Διακοφτό. Μας πάνε, λοιπόν, οι Γερμανοί εκεί στα «αχούρια», πάνω σ’ ένα τσιμεντένιο υπόστεγο και μας είπαν να περιμένουμε εκεί. Στήσανε και τα μυδράλιά τους για τον φόβο των ανταρτών. Στη συνέχεια γδύσανε το μοναστήρι και του βάλανε φωτιά. Αφού φόρτωσαν το πλιάτσικο, έφυγαν. Τότε βγήκε ο γέροντας Δανιήλ, που κοιμόταν μες στα πουρνάρια, γιατί φοβόταν. Είχε δει και τους σκοτωμένους και μου ‘πε: «Τρέξε, εσύ που είσαι παιδί, να δεις αν δεν πήρανε την Εικόνα (της Παναγίας), να ρίξτε νερό στην εκκλησία να μην καεί η Εικόνα». Πράγματι τρέξαμε και ρίξαμε νερό στη σκεπή της εκκλησίας που, όπως φάνηκε, δεν την είχε απειλήσει σοβαρά η φωτιά. Αξιοπερίεργο είναι ότι οι Γερμανοί έκαναν το πλιάτσικο στα κελιά γύρω από την εκκλησία, αλλά την ίδια που είχε μέσα την Εικόνα, κειμήλια κι άλλα πολύτιμα αντικείμενα δεν την άνοιξαν. Βρέθηκε κλειδωμένη. Μετά από δυο-τρεις μέρες ήρθαν από τις ελιές, το Μετόχι, κάποιοι καλόγεροι. ΄Εσκαψαν κι ενταφιάσανε πρόχειρα όλους τους κατακρημνισμένους από το βράχο της Κισωτής. 

Στις 14 Δεκέμβρη 1943 τα Γερμανικά στρατεύματα που επέστρεψαν από το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων θηριώδη και αιμοσταγή, χωρίς κανένα φραγμό και καμία ύπαρξη ανθρωπισμού, πυρπολούν τα Μαζέϊκα από άκρον σε άκρον εκτός από τα σπίτια της περιοχής «Βέργα» που τα έσωσε ο επιζήσας Γερμανός αιχμάλωτος, που τον περιέθαλψαν οι κάτοικοι της συνοικίας αυτής.[3] Η ιστορική ανάλυση του γεγονότος θα μας έπαιρνε μεγάλο χώρο, ενώ αρμοδιότεροι στις λεπτομέρειες θα ήσαν οι αυτόπτες μάρτυρες ή οι ιστορικοί της περιοχής, που έχουν ασχοληθεί λεπτομερέστερα με το γεγονός. Τα Μαζέϊκα μπορεί να στάθηκαν «τυχερότερα» από απόψεως έμψυχης καταστροφής σε σχέση με τα Καλάβρυτα. Μπορεί να είχαν λιγότερα θύματα σε άνδρες, αν πρέπει κανένας να μετράει τις καταστροφές με αριθμούς, έχουν όμως να θυμούνται αλλά και να δείχνουν το πέρασμα της Γερμανικής λαίλαπας. ΄Εχουν να διδάσκουν «Ποτέ πια Πόλεμος», έχουν να αγωνίζονται στην υπόθεση της ειρήνης. Τα κρουσταλιασμένα κορμιά των Μαζιωτών τον χειμώνα 43-44 χωρίς στέγη, χωρίς φαί, χωρίς φωτιά, μπορούν να δείξουν τη θηριωδία του πολέμου. Την αναβίωση του γνωστού Λατινικού αποφθέγματος Homo Hominis lupus (ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος). Η 14 Δεκέμβρη του 1943 θυμίζει την ανθρώπινη εξαθλίωση, το κατάντημα του ανθρώπου, που υπεύθυνος είναι ο πόλεμος. Γιατί δεν εξαθλιώνεται μόνο, όποιος καταστρέφεται, εξαθλιώνεται περισσότερο και ο νικητής που καταστρέφει. Η θηριωδία του Γερμανού κατακτητή, η αποτίμηση της ανθρώπινης ζωής σε αναλογίες (ένας Γερμανός – ογδόντα ΄Ελληνες), η ερείπωση της Καλαβρυτινής γης, ο λόγος του «Καπή», το φαράγγι του Μαγέρου, τα Καλάβρυτα, τα Μαζέϊκα και τόσα άλλα τοπωνύμια θα θυμίζουν το πέρασμα της «Αρείας Φυλής» των «Πολιτισμένων Ευρωπαίων» της «Χιτλερικής νεολαίας», που μπορεί να απήγγειλλε «από στήθους» στίχους από τον ΄Ομηρο και να άκουγε στα σαλόνια της Ευρώπης τις συμφωνίες του Μπετόβεν, στην κατακτημένη όμως Ελλάδα, έδειξε ότι δεν άγγιξε την ανθρώπινη ψυχή τους η κλασσική παιδεία και η κλασσική μουσική, αφού φρόντισαν να εκπληρώσουν την έννοια του “Lupus” σε όλη της την έκταση πάνω στους δεινοπαθούντες ΄Ελληνες. 
η Μαρία Αργυροπούλου που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη σωτηρία των Μαζιωτών
Ο χρόνος όμως επούλωσε τις πληγές. Οι Κλειτόριοι με την εργατικότητα και τη φιλοτιμία που τους διακρίνει ανοικοδόμησαν το χωριό τους και το έφτιαξαν καλύτερο. Μέσα από τις στάχτες της καταστροφής έβγαλαν τα υλικά που στέγασαν τα παιδιά τους τότε και που έφτιαξαν τα καινούργια Μαζέϊκα. Και η ντροπή έμεινε. ΄Εμεινε για τον κατακτητή που ντρέπονται και οι απόγονοί του ακόμη, που έρχονται να προσφέρουν στους τόπους του ολοκαυτώματος, μήπως και κάτι διορθωθεί από τα παλιά. Και ο εκτελεσμένος Καλαβρυτινός, ο καταστραμμένος Μαζιώτης; Αυτός περήφανα δείχνει το μεγαλείο του ΄Ελληνα που δεν υποχωρεί μπροστά στις ιστορικές δυσχέρειες, στις δυστυχίες, στις καταστροφές. Αυτός δείχνει τι κάνει ο Πόλεμος, που οδηγεί, ότι δενλύει τα προβλήματα, αλλά δημιουργεί περισσότερα. Μετά λίγες μέρες θα σταθούμε σιωπηλοί για να τιμήσουμε τους νεκρούς του Δεκέμβρη του ’43, τους νεκρούς της κατοχής. Εκείνη τη στιγμή της σιωπής μας ας σκεφθούμε νοερά τις καταστροφές του πολέμου, την ανθρώπινη εξαθλίωση, τη θηριωδία και να δούμε με ανοικτό βλέμμα την ανάγκη της Ειρήνης, που τη θέλουμε περισσότερο από κάθε άλλη εποχή και που πρέπει να αγωνιστούμε γι’ αυτήν. Αλλά και όσοι είναι μακρυά από την Κλειτορία ας αφήσουν για λίγο το νου τους να ταξιδέψει στην όμορφη αυτή γωνιά του Χελμού, που τόσο πλουσιοπάροχα την προίκισε η φύση, και ας αναλογισθεί σε πόσο μικρό χρονικό διάστημα το φυσικό αυτό θαύμα, μπορεί ένας πόλεμος να το κάνει καπνίζοντα ερείπια. 

[1] Μνήμες Καποτά Τιμόθεου. 
[2] Μνήμες Θανόπουλου Βασίλη. 
[3] Ανάλυση Κανελλόπουλου Ευαγγέλου.


ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: