Navigation

Σεπτεμβρίος 1943 - Η Απελευθέρωση των Καλαβρύτων από τους Ιταλούς (ιστορικό και φωτό)

Η Απελευθέρωση των Καλαβρύτων από τους Ιταλούς

τα κείμενα και οι φωτογραφίες διέπονται από τη Νομοθεσία περί Πνευματικών Δικαίωμάτων
copyright Ιστορικό Αρχείο Κανελλόπουλου 

Πέμπτη 09 Σεπτεμβρίου 1943
Η συνθηκολόγηση της Ιταλίας
Οι Γερμανοί εξέδωσαν τις κατωτέρω ανακοινώσεις:

ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ
Μου ανατέθηκε η εκτελεστική εξουσία στην Πελοπόννησο. Ως εκ τούτου διατάσσω τα ακόλουθα:

Επί του συνόλου της Πελοποννήσου, συμπεριλαμβανομένων και των νήσων Κεφαλληνίας, Ζακύνθου και Κυθήρων, κηρύσσεται κατάσταση πολιορκίας. Ο πληθυσμός οφείλει να διάγει εν ηρεμία, να αναστείλει τις επαγγελματικές του δραστηριότητες και να τηρεί τις διαταγές της Βέρμαχτ. ΄Ολοι οι πολίτες οφείλουν να παραμένουν στις οικίες τους από τις 19.00 έως τις 06.00. Οι πόρτες δεν επιτρέπεται να είναι κλειδωμένες. Απαγορεύεται η παραμονή στις στέγες και στους εξώστες. Τα παράθυρα πρέπει να παραμένουν κλειστά. Απαγορεύονται οι συναθροίσεις οποιασδήποτε μορφής. ΄Ολα τα όπλα πρέπει να παραδοθούν αμέσως. Παραβάσεις αυτής της διαταγής θα επισύρουν αμέσως την ποινή του θανάτου. Κάθε υποστήριξη του εχθρού, των συμμοριών και κάθε πράξη δολιοφθοράς θα οδηγεί σε αυστηρότατα αντίποινα κατά της ζωής, της περιουσίας και των αγαθών του πληθυσμού της περιοχής που επλήγη.
Ο Γερμανός Διοικητής Πελοποννήσου Felmy

Ε Λ Λ Η Ν Ε Σ !
Η ανώτατη Διοίκησις των Ενόπλων Δυνάμεων ευρίσκεται από της εννάτης τρέχοντος εις τας ιδικάς μας χείρας! Δεν έχομεν τίποτε εναντίον του Ελληνικού Λαού, το γνωρίζετε αυτό καλά, αν όχι θα σας το αποδείξει το μέλλον! Είμεθα πρόθυμοι να σας συντρέξωμεν δια όλα σας τα συμφέροντα, εφ’ όσον αυτά συνταυτίζονται με τα ιδικά μας. Απελύσαμεν χθες μερικούς εκ των κρατουμένων εις τας φυλακάς Αρόης, έπονται και έτεραι απολύσεις κατόπιν εξετάσεως των αιτίων δια τα οποία κρατούνται. Σε μας θα βρείτε πάντα το δίκαιόν σας. Σφίξτε το χέρι το οποίον σας τείνομεν! Δείξτε μίαν συνδιαλλακτικήν στάσιν όπως και ημείς προσπαθούμεν πάντοτε να δείχνωμεν. Ας κυττάξωμεν να διατηρήσωμεν την ησυχίαν και ηρεμίαν περαιτέρω προς όφελος και συμφέρον ιδικόν σας. 
TERRITORIALS BEFEHLSHABER
ΠΕΡΙΦΕΡΙΑΚΟΣ ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ
NEUMEISTER ΝΟΪΜΑΪΣΤΕΡ

Σε όλα τα χωριά της Πελοποννήσου την ίδια μέρα απεστάλη η κατωτέρω Επιστολή-Ανακοίνωση.
Δια τους κατοίκους του χωρίου
Η Γερμανική Στρατιωτική Αρχή φέρει εις γνώσιν σας τα κάτωθι: Εκ του χωρίου σας ευρίσκονται εις χείρας της ως όμηροι πολλοί άνδρες οι οποίοι, εάν σεις παύσητε να βοηθείτε τους αντάρτες θα απολυθούν, εάν τουναντίον ανακαλυφθεί ότι σεις βοηθείτε και υποστηρίζετε τους αντάρτες και παραδίδετε τα χωρία σας εις αυτούς, τότε οι συλληφθέντες ως όμηροι θα τυφεκισθούν και τα χωρία σας θα καταστραφούν και θα ισοπεδωθούν, ώστε να γίνουν χωράφια. Από σας εξαρτάται να ενδιαφερθείτε δια την ζωήν των ομήρων σας και δια την ησυχίαν και τάξιν των χωρίων σας, βοηθούντες τα Γερμανικά Στρατεύματα τα οποία αγωνίζονται κατά των ανταρτών και των κακοποιών. Και προς τούτο σας προσκαλούμεν οσάκις παρουσιάζονται αντάρτες εις την περιφέρειάν σας να ειδοποιείτε αμέσως την πλησιεστέραν Γερμανικήν Υπηρεσίαν, ήτις θα σπεύδει προς προστασίαν σας. 
Ο Γερμανικός Στρατός Κατοχής

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1943, καθυστερημένο κάπως, έφτασε στα Καλάβρυτα το άγγελμα της συνθηκολόγησης της Ιταλίας. Ο Ιταλικός στρατός των Καλαβρύτων το δέχτηκε με αφάνταστον ενθουσιαμό. Το ίδιο σχεδόν γίνηκε παντού. Και ήταν αυτό ένα χειροπιαστό δείγμα της μεγάλης ψυχικής απόστασης που υπήρχε ανάμεσα στο Μουσολίνι, στο λαό του και στο στρατό του σ’ αυτόν το φοβερό πόλεμο, που εξολόθρευσε τη χαρά από το πρόσωπο της γης. Ο ελληνικός λαός, μεγάθυμος όπως είναι πάντα για τους εχθρούς του, ξέχασε με μιας τις διαφορές που τον χώριζαν απ’ αυτούς τους θεατρίνους, και πανηγύριζε μαζί τους το γεγονός αυτό, που ήταν ο πρόλογος της παγκόσμιας ειρήνης. Τότε μαθεύτηκε εκεί, πως οι ιταλικές φρουρές του Αιγίιου, των Πατρών και των άλλων τόπων, παράδωκαν τον οπλισμό τους στους ΄Ελληνες. Ταυτόχρονα, άλλη πάλι είδηση έλεγε, πως οι αντάρτες της περιφερείας, όδευαν προς τα Καλάβρυτα για να αφοπλίσουν τους Ιταλούς. Η είδηση αυτή ήταν αληθινή. γιατί σε λίγο, οι αντάρτες μπήκαν στην πόλη, και κάλεσαν τους Ιταλούς να παραδώσουν σ’ αυτούς τ’ άρματά τους. Ο Διοικητής όμως αυτός ήταν φίλος του Ντούτσε. Κι όπως ήταν φυσικό, αρνήθηκε να παραδώσει τον οπλισμό, προτού συνεννοηθεί με τη διοίκηση της Πάτρας. Ειδοποίησε την Πάτρα αμέσως, και διέταξε ταυτόχρονα τους άντρες του, να ζώσουν την πόλη. Το βράδυ εκείνο, οι ζωηρότεροι νέοι των Καλαβρύτων, προσχώρησαν στους αντάρτες. Νόμισαν πώς έφτασε η ώρα της ελευθερίας. Πως τάχα ακούγονταν από την ιερή Λαύρα, τα ιερά της σαλπίσματα. Πώς τάχα άγγιζε η ώρα της γενικής επανάστασης και του πολέμου. Τη νύχτα εκείνη, πέσανε κάμποσοι πυροβολισμοί, που βάλανε σ’ ανησυχία τον κόσμο. Και προς τα χαράματα της άλλης μέρας, αρκετές ομάδες Ιταλών στρατιωτών και αξιωματικών, προσχώρησαν στα ανταρτικά σώματα, και τα ακολούθησαν στα βουνά, θέλοντας έτσι, να ζήσουν αδέσμευτοι και ελεύθεροι.

*Τους Ιταλούς κατακτητές τους έζησα μόνον εδώ στα Καλάβρυτα, καθ’ όλη την παραμονή τους κι από την εδώ συμπεριφορά τους σχημάτισα την άποψή μου γι’ αυτούς. ΄Οπως όλοι που τους γνώρισαν, έτσι κι εγώ, διατηρώ καλές εντυπώσεις γι’ αυτούς. Δεν είχαν τη βαρβαρότητα των Γερμανών, που γνωρίσαμε αργότερα, ξεχώριζαν, απεναντίας μας δείξανε πόσο διαφορετικοί ήσαν, με τη μουσική τους, το τραγούδι τους και την ανθρωπιά τους. Μάθαμε τα τραγούδια τους και τη γλώσσα τους, ήπιοι άνθρωποι, χωρίς φανατισμό. Στα πρόσωπά μας έβλεπαν τα δικά τους παιδιά και συχνά έβγαλαν τα πορτοφόλια τους, που είχαν μέσα την εικόνα της Μαντόνας (Παναγιάς) και φωτογραφίες των παιδιών τους, όπου μας έδειχναν και πολλές φορές δάκρυζαν. Απ’ τα συσσίτιά τους τρώγαμε κι εμείς. Κάθε απόγευμα που τους μοίραζαν το συσσίτιο απ’ το καζάνι, πηγαίναμε κι εμείς τα παιδιά, μ’ ένα κατσαρολάκι και το περιφέραμε και οι περισσότεροι μας έριχναν μια και δυο κουταλιές μακαρόνια με ρύζι, που συχνά μαγείρευαν και πάντοτε το στερούντο. Πολλές φορές τους απόμενε λιγοστό φαγητό, έτσι ώστε δεν χόρταιναν κι όμως αυτό συνεχιζόταν καθημερινά. Μάλιστα μερικές φορές μερίμνη του διοικητού τους, μας μοίρασαν σε όλους φαγητό, που είχαν μαγειρέψει για εμάς. ΄Αλλες φορές που δεν τους έφτανε το φαγητό, γιατί προηγουμένως το είχαν μοιράσει σ’ εμάς με τα κατσαρολάκια, μας έστελναν, αφού πρώτα μας έδιναν χρήματα, να τους αγοράσουμε απ’ το μαγαζί σταφίδα μαύρη, δεν υπήρχε και τίποτε άλλο κι απ’ αυτήν έδιναν πάντα και σ’ εμάς. Κι εμείς συνεχίζαμε. «Σινιόρε πόκο πάνε» δηλαδή «κύριε λίγο ψωμί». Κι αυτές τις λίγες κουταλιές τις πηγαίναμε στο σπίτι να φάνε και τ’ αδέλφια μας, άλλοτε μια, άλλοτε δύο κουταλιές, άντες και τρεις.(1) Σαν παιδιά δε νιώθαμε φόβο από τους Ιταλούς, απεναντίας, συμπάθεια. ΄Ανθρωποι που απεχθάνοντο τον πόλεμο, εμφανώς. Βέβαια στρατός κατοχής ήταν, ήλθαν εδώ γιατί τους έφεραν, κατ’ ανάγκην έπαιζαν το ρόλο του κατακτητή και κατ’ ανάγκη έπρεπε να είναι εχθρικοί απέναντί μας, όμως ποτέ δεν ήταν. Δεν πείραξαν τον άμαχο πληθυσμό, εχθροί τους οι ΄Ελληνες αντάρτες, που τους πολεμούσαν και φυσικά σωστά έκαναν. Κάποιες μικρολεηλασίες έκαναν κατά αραιά διαστήματα, όταν έβγαιναν στα χωριά μας, ότι τίποτε σπουδαίο. Μια περίοδο ήλθαν για λίγο και Ιταλοί μελανοχίτωνες (δηλαδή με μαύρες στολές) και εθεωρούντο πολύ σκληροί. Στην αρχή φοβηθήκαμε αλλά κι αυτοί όχι τίποτε το πολύ ιδιαίτερο. Το 1943 έγινε η συνθηκολόγηση των Ιταλών και υποτάχτηκαν στους πρώην συμμάχους τους Γερμανούς. ΄Οταν έγινε αυτό, το επόμενο βράδυ, μπήκαν στα Καλάβρυτα αντάρτες, πήγαν στην καραμπινιερία και αμαχητί οι Ιταλοί παρέδωσαν τον οπλισμό τους. Αυτό, λέγεται, ότι έγινε κατόπιν προσυνεννοήσεως των Ανταρτών με τους Ιταλούς. Μερικοί εξ αυτών πήγαν στα χωριά μας σαν εργάτες, τους δέχονταν ο κόσμος, άλλοι έφυγαν για την πατρίδα τους, μα ποτέ δεν έφθασαν, πολλούς αιχμαλώτισαν οι Γερμανοί και τους μεταχειρίστηκαν βάναυσα, τους εξαθλίωσαν, υπέφεραν από πείνα και κατέληξαν σε βαγόνια τρένου, τα οποία έριξαν στον Ισθμό Κορίνθου και τους έπνιξαν και άλλους σε καράβια δήθεν ότι θα τους πήγαιναν στην πατρίδα και μεσοπέλαγα τους βούλιαζαν. Μετά την καταστροφή των Καλαβρύτων, πήγαμε οικογενειακώς στην κάτω Αχαγιά, σε συγγενείς μας κι εκεί έβλεπα συνεχώς τους Γερμανούς με φορτηγά να μεταφέρουν Ιταλούς από τον ΄Αραξο προς Πάτρα. Στη διαδρομή έκαναν πάντα μια στάση στην κεντρική πλατεία της Αχαγιάς, υποχρεωτικό πέρασμα, τότε οι Ιταλοί αιχμάλωτοι των Γερμανών, αν σε κάποιον απ’ αυτούς είχε απομείνει κάποια δεκάρα, πήγαινε από το φορτηγό που ήταν στοιβαγμένος, προσπαθώντας να μην τον δουν οι Γερμανοί και έτρεχε στο κοντινό υπαίθριο τραπεζάκι να αγοράσει ένα κομμάτι μπομπότα (ψωμί από καλαμπόκι) με σταφίδα ή να πιει λίγο νερό από κάποια βρύση και να επιστρέψει. Τότε οι Γερμανοί χίμαγαν επάνω του και με τους υποκόπανους των όπλων τους τους τσάκιζαν στο ξύλο. Η τύχη όλων αυτών των δύσμοιρων Ιταλών ήταν προδιαγεγραμμένη, θανάτωση δια πνιγμού. Στο νου μου έρχονται οι πονεμένες τους μορφές, που ζητούσαν βοήθεια, τα μάτια τους τα θλιμμένα που ζητούσαν έλεος. ΄Ηταν όλοι τους παιδιά νέα, ζητούσαν βοήθεια, ικέτευαν, μα που να βρεθεί έλεος απ’ τους Γερμανούς, ούτε σκέψη γι’ αυτό, εμείς ανήμποροι κακά για λόγου μας. Κατέβαιναν να πιουν νερό ή να ουρήσουν και τους χτυπούσαν όπου προλάβαιναν, σκηνές φρίκης, πλείστες τέτοιες εικόνες απείρου κάλλους. 

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 1943
Συνθηκολόγηση της Ιταλίας‒Τα Καλάβρυτα ελεύθερη πόλη
Ε.Α.Μ. Πριόλιθος τη 10.9.43
Υποτομεύς Πριολίθου
Προς: Τον υπεύθυνον Ε.Α.Μ. Αγ. Λαύρας

Σας παρακαλώ ειδοποιείτο αμέσως με τον κομιστήν σύνδεσμον εάν το Αρχηγείον χθες την νύκτα εισήλθεν εις Καλάβρυτα και αν παρέλαβε τον οπλισμόν και το υλικό των Ιταλών και το μέρος που ευρίσκεται ήδη και ότι άλλες λεπτομέρειες έχετε. 
Ο Γραμματέας του Υποτομέως

Στις 09 Σεπτεμβρίου 1943 η Ιταλία συνθηκολογεί. Στις 10.09.1943 ο ΕΛΑΣ μπαίνει στα Καλάβρυτα και ανακηρύσσει την πόλη ελεύθερο ελληνικό έδαφος. Οι περισσότεροι Ιταλοί παραδίδονται με τον οπλισμό τους στον ΕΛΑΣ. Μπαίνοντας οι Γερμανοί στα Καλάβρυτα, άρχισαν τους πυροβολισμούς, κι έσπειραν έτσι το φόβο παντού. Στους δρόμους, στις πλατείες και στα σπίτια. Ο Γερμανός Διοικητής εγκαταστάθηκε στο σπίτι του Δ. Οικονόμου, κι από εκεί, διέταξε τους Ιταλούς να προσέλθουν και να παραδώσουν τον οπλισμό τους. Αυτό και έγινε. Οι Ιταλοί μαζεύτηκαν όλοι, δειλά, ντροπιασμένα και με κατεβασμένο κεφάλι, άφηναν τα όπλα τους στους χθεσινούς φίλους τους και συμμάχους. Από κοντά άρχισε αμέσως μια συστηματική έρευνα σ’ όλα τα σπίτια, που εξελίχτηκε σε λεηλασία και ληστεία, μπρος στα μάτια των Γερμανών αξιωματικών. Με τη δικαιολογία, πως τάχα οι κάτοικοι είχαν κρύψει όπλα και τρόφιμα ιταλικά, οι Γερμανοί άρπαζαν ό,τι χρήσιμο εύρισκαν, και ύστερα τα πούλαγαν στους ίδιους τους κατοίκους σε τιμές υπερβολικές – μια και το χρήμα δεν είχε ακόμα εκεί εξευτελιστεί κι ήτανε δύσκολη η εξεύρεσή του. Τα ιταλικά πολεμοφόδια τα συγκέντρωσαν όλα σ’ ένα μέρος, και εκεί τα παρέδωσαν στις φλόγες. Μετά πήρανε μπάλα τα γύρω χωριά για την καταδίωξη των ανταρτών. Κι εκεί έκαψαν και ελήστεψαν τα πάντα. Παντού έσπειραν τον πανικό. Παντού τον τρόμο. Μια άλλη πάλι ομάδα Γερμανική, πήγε στα Σουδενά και παρέδωσε το ένδοξο χωριό των Πετιμεζάδων στις φλόγες. Εκεί μπόρεσε κι έπιασε ένα παλικάρι 18 χρόνων, που έφερνε κυνηγετικό ντουφέκι. Ονομάζονταν Ντίνος Παυλόπουλος. Τον έφεραν δεμένο στα Καλάβρυτα. Στάθηκαν στην πάνω πλατεία της πόλης και κει κάλεσαν όλους τους κατοίκους να προσέλθουν. ΄Εντρομος, πλησίασε ο κόσμος, μη μπορώντας να καταλάβει τις μυστηριώδεις διαθέσεις των Γερμανών. ΄Ορθιος, κίτρινος σαν το φλουρί, με δεμένα τα χέρια, στέκονταν ανάμεσα στους Γερμανούς, ο Ντίνος Παυλόπουλος. Τα χείλη του έτρεμαν ελαφρά από την ταραχή, και τα μάτια του έβγαζαν φλόγες. Η καρδιά του κόσμου άρχισε να σφίγγεται, βλέποντας έτσι αυτόν τον έφηβο. Κάτι κακό προμηνύονταν. Κάποια συμφορά κάλπαζε προς τα Καλάβρυτα. Οι Γερμανοί κάτι είπανε μεταξύ τους, και αμέσως, ένας στρατιώτης, πέρασε ένα σκοινί ανάμεσα σ’ ένα κλώνο του μεσαίου πλάτανου. Ζύγωσαν εκεί τον έφηβο, και μπρος στα μάτια του κόσμου, πέρασαν τη θηλειά του σκοινιού στο λαιμό του. Σε λίγα λεπτά το κορμί του άτυχου νέου αιωρείτο. Τα μάτια του πετάχτηκαν έξω από τις κόχες τους, το στόμα του άνοιξε, και το φωτεινό του πρόσωπο άρχισε να σκουραίνει. Οι Γερμανοί του καρφίτσωσαν τότε στο στήθος ένα άσπρο χαρτόνι, που έγραφε ελληνικά τούτα τα λόγια: «΄Ετσι οι Γερμανοί τιμωρούν τους παρτιζάνους». Παληά τερτίπια του Ιμπραήμ. Ο κόσμος τρομαγμένος, κοίταζε το τραγικό αυτό θέαμα, που θύμιζε εποχή Νερωνική. Οι γυναίκες με βία κράταγαν τις σκουξιές, και τα παιδιά, τρομαγμένα, έμπηξαν τα κλάματα, διαμαρτυρία αγγέλων και κραυγή οδύνης, για τον ανθό που κόπηκε, τόσο γρήγορα και μάλιστα, τόσο απροσδόκητα από τον κήπο της ζωής. Ο Σεπτέμβρης είχε 16. Κι ο κρεμασμένος νέος, ονομάζονταν Ντίνος Παυλόπουλος. Ο αναγνώστης πρέπει να προσέξει. Αυτή εδώ, είναι μια μέρα μοιραία, που ανοίγεται ένας σκληρός λογαριασμός αίματος στον τόπο αυτόν, και το κρέμασμα του παιδιού αυτού, η αρχή μιας μακάβριας ιστορίας. ΄Υστερα από μια ώρα, κατά τις 11 ½, ο πρόεδρος της Κοινότητος και οι πρόκριτοι, για ν’ απαλλάξουν τον κόσμο από την αποκρουστική αυτή εικόνα, παρουσιάστηκαν στο Γερμανό Διοικητή, και τον παρακάλεσαν να επιτρέψει την ταφή του πτώματος. ΄Ηταν ανένδοτος. Το κρέμασμα είχε το συμβολισμό του. Δε γίνηκε για γούστο. Γίνηκε για τιμωρία και παράδειγμα. ‒ Θα μείνει κρεμασμένο για να το δει ο κόσμος, πρόσθεσε βλοσυρά. Δεν επιτρέπω αντιρρήσεις. Δίπλα του όμως ήταν ο υπασπιστής του. Βρήκε σωστή την πρόταση των προκρίτων, και σιγά-σιγά, μπόρεσε και απόσπασε τη συγκατάθεση του διοικητού, κι έτσι κατά τις 12 ½ το πτώμα παραδόθηκε για ενταφιασμό. Ο κόσμος ακολούθησε την κηδεία έντρομος και βουβός. Λες και κηδεύονταν τα ίδια τα Καλάβρυτα... Στις 05 του Σεπτέμβρη 1943 κι αφού ολοκλήρωσαν τη λεηλασία ‒πήρανε ακόμα κι αυτά τα τρόφιμα του Ερυθρού Σταυρού που προορίζονταν για τους απόρους‒ ειδοποίησαν τους προκρίτους ότι θα έφευγαν το απόγευμα της ίδιας μέρας. Οι πρόκριτοι του τόπου μαζεύτηκαν στο Κοινοτικό γραφείο, και σχολίασαν πλατειά την απειλή των Γερμανών, η οποία δεν ήταν καθόλου απίθανο να πραγματοποιηθεί. Αποφασίστηκε τότε να πάει μια επιτροπή στους αντάρτες, και να τους παρακαλέσει να μην έμπουν στην πόλη. Η επιτροπή πήγε πράγματι, αλλά τα συνετά λόγια των προκρίτων, δεν είχαν καμία επίδραση στους αρχηγούς των ανταρτών. Και το ίδιο κιόλας βράδυ, κατά τα μεσάνυχτα, το τάγμα της Αιγιάλειας, με αρχηγό τον Γκίκα, μπήκε στα Καλάβρυτα. Ο κόσμος, αν και τρομαγμένος, υποδέχτηκε τους αντάρτες με θέρμη. Οι γέροντες, τους είπαν να φύγουν για να σωθεί ο τόπος. Πάλι όμως δεν άκουσε κανείς τα λόγια τους. ΄Ετσι κυριάρχησε η γνώμη των θερμόαιμων ανταρτών, οι οποίοι πίστευαν, ότι έφτασε για το έθνος η μεγάλη και ιερή ώρα της ελευθερίας. Την άλλη μέρα, στήθηκε χορός τρικούβερτος στην πλατεία, και τα ρυθμικά κλέφτικα τραγούδια, έδιωξαν κάπως μακρυά τους φόβους, που είχαν αφήσει πίσω τους φεύγοντας οι Γερμανοί. Το άλλο πρωί, οι νέοι και οι νέες, άρχισαν τα πολεμικά έργα, που θα εμπόδιζαν στο μέλλον τους Γερμανούς να μπουν στα Καλάβρυτα. ΄Ανοιξαν μεγάλα ορύγματα, στους δρόμους Καλαβρύτων-Μαζέϊκων, Καλαβρύτων-Πατρών και Καλαβρύτων-Διακοφτού, υπονόμεψαν τα γιοφύρια, κι αφαίρεσαν τραβέρσες από τη σιδηροδρομική γραμμή. Προς το βράδυ γύρισαν στα Καλάβρυτα τραγουδώντας, και με την ιδέα, ότι είχαν ασφαλίσει την πόλη. Ταυτόχρονα με τα έργα αυτά, άρχισαν οι προσπάθειες για τη διοικητική ανασυγκρότηση του τόπου. Κατέλυσαν τις αρχές, συγκρότησαν λαϊκό δικαστήριο από το δικηγόρο Γ. Καμπέρο, ως πρόεδρο και μέλη τους: Ανδρέα Τσαβαλά, Αγγελή Δαρμογιάννη, Ι. Θεοδωρακόπουλο, Γραμματέα πρωτοδικών, και τον Νικ. Νικολάου, που έκανε χρέη εισαγγελέα. Το δικαστήριο αυτό δε στάθηκε στο ύψος του. Από τις πρώτες μέρες δημιουργήθηκε ένα ρεύμα αντιδραστικό εναντίον του. Κάποια σχετική ισορροπία μπόρεσαν και κράτησαν ο πρόεδρος Καμπέρος και ο αρχηγός των ανταρτών Μίχος, που είχε το στρατηγείο του στο χωριό Σκεπαστό (Βυσωκά). Φρούραρχος των Καλαβρύτων διορίστηκε ο αγρονόμος Γ. Σμυρνιωτόπουλος,(2) και υποφρούραρχοι οι Αθ. Κατσικόπουλος, Δικηγόρος και Παν. Νικολαΐδης, Αξιωματικός. Οι δύο αυτοί, έλυναν όλα τα παρουσιαζόμενα ζητήματα, είτε οικονομικά ήταν αυτά, είτε εκπαιδευτικά, είτε εκκλησιαστικά. 
-------------------------------------
1 Μαρτυρία Γεωργίου Δημόπουλου. 
2 Βλ. Το Βραχνί των Καλαβρύτων, Δημητρίου Τσιλλήρα, Πάτρα 1965, Ιστορική Βιβλιοθήκη Φίλιππου Σαρδελιάνου (...). Ο αγρονόμος Γ. Σμυρνιωτόπουλος, Φρούραρχος Καλαβρύτων (ΕΛΑΣ) ήταν εθνικόφρων, είχεν όμως αναγκαστικώς από τους αντάρτας αναλάβει τα καθήκοντα Φρουράρχου Καλαβρύτων, φοβηθείς δε τους Γερμανούς, κατόρθωσε να διαφύγει την προσοχήν των και να δραπετεύσει και να σωθεί από την επικειμένην συμφοράν. Αλλά τελικώς, διότι είχε περιπέσει εις την δυσμένειαν των ανταρτών και διότι τον είχον αυτοί προγράψει, ευρεθείς αργότερον εις Γορτυνίαν και αμυνόμενος κατά των ανταρτών, ηυτοκτόνησεν, ίνα διαφύγει τα μαρτύρια, που τον ανέμενον, αν συνελαμβάνετο.
Απόσπασμά από το υπο έκδοση βιβλίο του ερευνητή Δημητρίου Κανελλόπουλου "Επιχείρηση Καλάβρυτα - Αντίποινα ή πολιτικό έγκλημα" κεφ ΣΤ΄"χρονολογική σειρά των γεγονότων πριν από το Ολοκαύτωνα"

Καλάβρυτα 9 Σεπτεμβρίου 1943


ο Σμήναρχος Μίχος στα Καλάβρυτα - απελευθέρωση από του Ιταλούς

Ο Σμήναρχος Μίχος έφιππος με ομάδα ανταρτών στους Αγίους Θεοδώρους Αροανίας

Ομάδα Ανταρτών του Ανεξαρτήτου Τάγματος Καλαβρύτων
Δημ. Κατσίνης, Γεώργιος Πάσχος, Φ.Ζησιμόπουλος, Κ.Γλαράκης, Αν. Πλάτων, Ιωάννης Οικονόμου, Παν.Τσαβαλάς, Παν Σωτηρόπουλος, Κ. Γκίκας, Αν Παπανδρέου, Χρ.Φερλελής, Γ. Παπαβασιλόπουλος, Μέλιος Νίκος, Σπ. Σαμαρτζόπουλος, Ιωάννης Κατσικόπουλος, Λέων.Ροδόπουλος, Γ.Θανόπουλος, Κ.Νικολάου, Παν.Πόλκας, Κωνστ.Κουτσουρής και Παν. Παπαδημητρόπουλος

Ο Σμήναρχος Μίχος με ομάδα του Ανεξαρτήτου Τάγματος ΕΛΑΣ Καλαβρύτων στους Λαπαναγούς Καλαβρύτων (ιδιαιτέρα πατρίδα του Μίχου)


Κυριαζής Νίκος

Τα σχόλια σας εδώ: